Share |

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ - ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ")- ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑ ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ


Η φιλοσοφία του Παρμενίδη εμπεριέχεται σε ένα αποκαλυπτικό ποίημα, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, από το οποίο ευτυχώς διασώθηκαν τα πιο σημαντικά μέρη. Στο ποίημα ένας νέος (ο ίδιος ο Παρμενίδης) διηγείται τη μύησή του στη φιλοσοφία από μια θεά, η οποία αναλαμβάνει να τον κρατήσει μακριά από τις κοινές αντιλήψεις των ανθρώπων, «όπου αληθινή εμπιστοσύνη δεν υπάρχει», και να τον οδηγήσει στην «ατρόμητη καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας».

Το ποίημα του Παρμενίδη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο εκτενές προοίμιο, σε καθαρά επική γλώσσα, περιγράφεται η ανάβαση του νέου προς τις πύλες της Ημέρας και της Νύκτας, όπου θα συναντήσει τη θεά. Το δεύτερο και κύριο μέρος του ποιήματος είναι ο λόγος της θεάς [Α] για τη φύση της αλήθειας. Το τρίτο και πιο αινιγματικό, από το οποίο έχουν σωθεί λίγα αποσπάσματα, θα πρέπει να ήταν μάλλον μια ανάπλαση κοσμολογικών αντιλήψεων που θυμίζουν προγενέστερους φιλοσόφους.
Στα χρόνια του Παρμενίδη ο φιλόσοφος είναι ακόμη ελεύθερος να εκφραστεί μέσα από το είδος του λόγου που ο ίδιος θεωρεί πρόσφορο. Η φιλοσοφική πραγματεία σε πεζό λόγο, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, θα καθιερωθεί μόνο μετά τον Αριστοτέλη. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Παρμενίδης επιλέγει τον ποιητικό λόγο, την ίδια στιγμή που ο Ηράκλειτος εκφράζεται με χρησμούς και οι Πυθαγόρειοι αποφεύγουν τη γραφή, έχει σημασία.

Η γλώσσα του έπους δεν είναι απλώς υποβλητική, είναι η γλώσσα της παιδείας και της θρησκείας των Ελλήνων, η γλώσσα μέσα από την οποία οι Έλληνες έχουν εμπεδώσει την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές τους αξίες. Ο Παρμενίδης εντάσσει τον εαυτό του στην παράδοση του Όμηρου και του Ησίοδου. Φιλοδοξεί μέσα από την καθιερωμένη οδό να μεταδώσει ένα νέο μήνυμα παιδείας: ο φιλοσοφικός λόγος μπορεί να αντικαταστήσει τον μύθο.

Τη θέση της Μούσας του ποιητή παίρνει τώρα η θεά του Παρμενίδη. Ο λόγος της είναι υποβλητικός και δογματικός, είναι η ίδια η αποκάλυψη μιας μοναδικής Αλήθειας. Είναι όμως ταυτοχρόνως ένας λόγος συνεκτικός και αποδεικτικός, ένας λόγος που μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο αν αφυπνιστεί η λογική ικανότητα και το κριτικό πνεύμα του αποδέκτη. Αυτή είναι άλλωστε και η συμβουλή της στον νεαρό Παρμενίδη:
Οι αρχαίοι δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα ποιητικά χαρίσματα του Παρμενίδη. Τον θεωρούσαν μεγάλο φιλόσοφο αλλά μέτριο ποιητή. Οι αφηρημένες έννοιες και οι αποδεικτικοί συλλογισμοί της Παρμενίδειας φιλοσοφίας ασφυκτιούν μέσα στο περίβλημα της επικής ποίησης. Η φιλοσοφία έπρεπε να βρει τον δικό της τρόπο έκφρασης.
Η θεωρία του Παρμενίδη, είναι διάχυτη από την αμφιβολία, [1] κατά πόσο οι αισθήσεις μπορούν να μας δώσουν την αντικειμενική αλήθεια. Ακόμα και ο Ηράκλειτος αναρωτιόταν για την αντικειμενικότητα της Λογικής. Τις φιλοσοφικές του ιδέες και τις προσπάθειές του να ερμηνεύσει τον κόσμο εκθέτει στο φιλοσοφικό ποίημά του «Περί φύσεως» από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα. Κατέβασε το σε pdf στο τέλος του άρθρου.

Κατά την θεωρία του το ον είναι αδιατάρακτο και αγέννητο και μέσα στην ενότητά του διαλύεται ο κόσμος των φαινομένων και εντυπώσεων. Άρα, το αληθινό ον είναι διαφορετικό απ` αυτό που μας δίνουν οι αισθήσεις και η επιστήμη της γνώσης διαφορετική από την υποκειμενική γνώμη. Είναι ο φιλόσοφος του Είναι, σε αντιπαραβολή με τον Ηράκλειτο [2] που είναι ο φιλόσοφος του Γίγνεσθαι.
Θεωρεί ότι ο κόσμος αποτελείται από ένα σύνολο πολλαπλών φαινομένων, στον κόσμο αυτόν το κάθε φαινόμενο ή αντικείμενο είναι κάτι και παράλληλα δεν είναι κάτι άλλο, δηλαδή το καθετί μέσα στον κόσμο έχει τη δική του φύση, τις δικές του ιδιότητες, τα δικά του κύρια χαρακτηριστικά.

Σ` αυτό το σκεπτικό στηρίζει τη θέση του πάνω στο Είναι και Μη Είναι των πραγμάτων. Καθετί συνεπώς Είναι και συγχρόνως δεν Είναι. Γι’ αυτό και για τον Παρμενίδη, δεν υπάρχει ούτε γένεση ούτε φθορά. Η πολλαπλότητα των αντικειμένων είναι μόνο μια δοξασία. Αληθινό είναι μόνο ό,τι μπορεί να εκφραστεί με το Είναι. Η γνώση φτάνει μέχρι την πλήρη αντίληψη του όντος, από τη στιγμή που και η νόηση είναι ταυτόσημη με την ύπαρξη, δηλ. μπορεί να νοήσει κανείς ό,τι είναι αληθινά υπαρκτό.

Τα κύρια στοιχεία της σύνθεσης του κόσμου είναι το θερμό και το αντίθετό του ψυχρό. Το θερμό μέσα στη σφαίρα που συνθέτει τον κόσμο κατέχει τη θέση του όντος. Ο Παρμενίδης εκθέτει τη φιλοσοφία του σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο), επιθυμώντας πιθανώς να την παρουσιάσει ως αποτέλεσμα θείας αποκάλυψης. Στο προoίμιο του ποιήματoς περιγράφεται το ταξίδι του ποιητή πάνω σε άρμα, καθοδηγούμενο από κόρες του ΄Ηλιου σε μια ανώνυμη θεά. Ακολουθεί η Αλήθεια, στην οποία μιλά η θεά επιχειρώντας μια προσέγγιση της καρδιάς της αλήθειας.

«αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα».

Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στο ποίημα το Είναι και γεννιέται εκείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται Οντολογία, δηλαδή λόγος περί του όντος, περί του Είναι. Σε αντίθεση με τους Ίωνες ο Παρμενίδης δεν ρωτά για το τι των όντων, αλλά στρέφει την προσοχή μας στο Είναι.

Με τον όρο Οντολογία αναφερόμαστε στο λόγο περί του όντος ή στην επιστήμη του όντος, τη φιλοσοφική αναζήτηση που εξετάζει τις αρχές της ύπαρξης και συγκρότησης του Όντος, μελετά τη φύση και την ουσία των Όντων (Ον= αυτό που πραγματικά υπάρχει, καθετί που έχει υπόσταση). Στη φιλοσοφία η έρευνα της φύσης του όντος γίνεται σε διάκριση από το φαινόμενο.

Όταν η οντολογία αναδεικνύει την ουσία, σε σχέση με τα επιμέρους όντα, τότε αποκαλείται ουσιοκρατία, ουσιολογική οντολογία, ουσιοκρατική οντολογία ή σπανιότερα, εσενσιαλισμός (essentialismus) από τη λατινική λέξη essentia (ουσία).

Όταν η οντολογία προκρίνει το πρόσωπο έναντι της ουσίας, τότε ονομάζεται προσωποκρατία, προσωποκεντρισμός, περσοναλισμός (personalismus) ή προσωποκρατική οντολογία.  Όταν η οντολογία δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι του προσώπου, τότε ονομάζεται ατομοκρατική οντολογία ή ατομοκρατία.

Σε ένα άλλο απόσπασμα ο Παρμενίδης αντιδιαστέλλει το Είναι, την ύπαρξη των όντων, με το μηδέν και το απορρίπτει, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη του απόλυτου μηδενός ως αντίθετου στο Είναι. Παρόλο που αναφέρει αρχικά τις δύο οδούς του είναι και του μηδενός, ως τις μόνες που μπορούν να νοηθούν, σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η οδός του «Είναι» είναι η μόνη αληθινή και ότι μόνον το «Είναι» μπορεί να αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης. Η νόηση εδώ δεν εξαρτάται βέβαια από τις αισθήσεις, ούτε τις λέξεις, αλλά εισδύει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων.
Άσχετα από τη μεταβολή των εξωτερικών πραγμάτων το «Είναι» που αφορά αδιακρίτως κάθε ον, αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της Αλήθειας, η οποία δεν αρνείται τον Κόσμο και την πολλαπλότητα, την κίνηση και την πολυμορφία, αλλά υπογραμμίζει την «ΕΝΟΤΗΤΑ» και συνέχεια που τον διέπει, αν φυσικά τον δούμε γεμάτο από το «Είναι».

Ο μονισμός της Αλήθειας και ο δυισμός της Δόξας δε βρίσκονται σε αντίθεση, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και συνδέονται στενά. Η Αλήθεια ασχολείται με το Αμετάβλητο «Είναι» ενώ η Δόξα με το Κοσμικό «Γίγνεσθαι».  Ανάμεσα στα δύο τμήματα το τμήμα της Αλήθειας ήταν εκείνο που επηρέασε την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο προσωκρατικό κείμενο. Η επίδρασή του είναι εμφανής τόσο στους μεταγενέστρεους προσωκρατικούς όσο και στο έργο του Πλάτωνα [ Πυθαγόρη] και του Αριστοτέλη.

Στα κείμενά του παρουσιάζεται, ο Ελεάτης φιλόσοφος, πως έρχεται με μια άμαξα από τον ουρανό και συνομιλεί, αναπτύσσοντας τις φιλοσοφικές του απόψεις, όχι με θνητό αλλά με μια θεά. Αποδίδει με τον τρόπο αυτό την πνευματική δύναμη των απόψεων του.

Ο λόγος του είναι αρχέγονος:

Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι•
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος• ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ•
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν•
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν – οὐ γὰρ ἀνυστόν -
οὔτε φράσαις.


[Εμπρός λοιπόν, εγώ θα σου μιλώ, κι εσύ σκέψου, αφού ακούσεις
τον λόγο μου, ποιοι μόνοι δρόμοι έρευνας μπορούν να είναι προσιτοί στη νόηση
ο ένας, πως το Είναι υπάρχει και δεν μπορεί να μην υπάρχει,
είναι ο δρόμος της Πειθούς• γιατί ακολουθεί την αλήθεια•
ο άλλος όμως πως δεν υπάρχει και πως είναι ανάγκη να μην υπάρχει•
αυτό το μονοπάτι, σου λέω, είναι εντελώς απρόσιτο/μη-γνωρίσιμο•
γιατί ούτε να γνωρίσεις θα μπορούσες το μη ον, κάτι δηλαδή το
ανέφικτο• ούτε να το εκφράσεις, να το πεις.]


Και πιο κάτω με στοχασμό μεταφυσικό:

«Χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ΄ ἐὸν ἔμμεναι• ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν•»


[Είναι απαραίτητο να λέγεται και να νοείται πως το Ον υπάρχει.
Γιατί το Είναι, η ουσία του σύμπαντος υπάρχει. Το μηδέν όμως δεν υπάρχει.]


Είναι ακριβώς η αντιγραφή του Καρτέσιου, που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διανόηση:
‘ex nihilo nihil fit’ [από το τίποτε δεν δημιουργείται τίποτε.]

ή κατά Παρμενίδη – δύο χιλιάδες χρόνια πριν τον Καρτέσιο:
« ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν•»


[Δηλαδή,  δεν υπάρχει γένεση ούτε φθορά.
Γιατί η γένεση προϋποθέτει μια κατάσταση «Μη Είναι»
που μεταβαίνει στην κατάσταση του «Είναι»
και αντίστροφα για τη φθορά (θάνατο).]


Για το ίδιο το σύμπαν θα εκφράσει την άποψη:

«πῶς γαῖα καὶ ἥλιος ἠδὲ σελήνη
αἰθήρ τε ξυνὸς γάλα τ΄ οὐράνιον καὶ ὄλυμπος
ἔσχατος ἠδ΄ ἄστρων θερμὸν μένος ὡρμήθησαν
γίγνεσθαι.»


[η γη, ο ήλιος και η σελήνη, ο κοινός αέρας αλλά και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος ο έσχατος (το απάτητο σύμπαν, δηλαδή) και τα φλέγοντα αστέρια διεγέρθηκαν, μπήκαν βίαια σε κίνηση.]

Η γλώσσα της φιλοσοφίας:  Αρκεί η αρχή της ταυτότητας για να κάνει κανείς φιλοσοφία; Πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς μόνο με αυτή την αρχή; Ας παρακολουθήσουμε τον βασικό συλλογισμό του Παρμενίδη.

«Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότι είναι. Και υπάρχουν σημάδια σ᾽ αυτή την οδό πάμπολλα, ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες. Ούτε ποτέ ήταν ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα όλο μαζί, ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννησή του θα αναζητούσες; Από τα πού και προς πού να αυξήθηκε; Ούτε θα σ᾽ αφήσω από το μη ον να πεις ή να σκεφτείς· γιατί δεν είναι δυνατό να πεις ή να σκεφτείς ότι δεν είναι. Ποια ανάγκη θα το έκανε αργότερα ή νωρίτερα να αυξηθεί, ενώ θα είχε αρχίσει από το τίποτε; Επομένως, πρέπει είτε να είναι εντελώς είτε να μην είναι καθόλου.» Παρμενίδης, απόσπ. 8.1-11

Ο Παρμενίδης έχει ήδη δείξει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι για κάτι που δεν υπάρχει, για το μη ον, δεν μπορεί κανείς να πει τίποτε. Και δεύτερον, ότι για κάτι υπαρκτό, για το ον, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μόνο ότι Είναι. Από την πιστοποίηση του όντος ο Παρμενίδης εξάγει τις βασικές του ιδιότητες: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, μοναδικό, ακίνητο, πλήρες, συνεχές.

Στο χωρίο επάνω αποδεικνύεται γιατί το ον δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Με παρόμοιο συλλογισμό ο Παρμενίδης θα αποδείξει ότι το ον δεν έχει θάνατο (είναι ανώλεθρο), δεν έχει κίνηση και μεταβολή (είναι αμετάβλητο), δεν έχει μέρη (είναι πλήρες και συνεχές), δεν αποτελεί μέρος μιας δυάδας (είναι μοναδικό). Πώς γίνονται αυτές οι αποδείξεις;

Όταν λέμε για κάποιο πράγμα ότι έχει γεννηθεί, εννοούμε ότι αυτό το πράγμα προηγουμένως δεν υπήρχε. Γέννηση είναι η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτές οι δύο καταστάσεις είναι όμως μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Κατά τον Παρμενίδη, κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να υπάρχει και να μην υπάρχει. Για την ανυπαρξία έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να πω τίποτε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την ύπαρξη. Άρα, αν κάτι υπάρχει, δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Το ον είναι αγέννητο.

Η βασική σκέψη του Παρμενίδη είναι ότι, αν δεχτούμε την οποιαδήποτε μεταβολή (είτε αυτή είναι γέννηση είτε φθορά είτε κίνηση είτε διαίρεση), πέφτουμε κατ᾽ ανάγκην σε αντίφαση. Αναγκαζόμαστε να ισχυριστούμε ότι την ίδια χρονική στιγμή κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι είναι Α και όχι Α. Σκεφτείτε μια μεταβολή στο χρώμα ενός αντικειμένου. Όταν λέμε ότι κάτι από άσπρο έγινε μαύρο, δεχόμαστε ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή το ίδιο πράγμα ήταν και άσπρο και μαύρο.

Αυτό όμως είναι αντιφατικό. Ή σκεφτείτε την κίνηση ενός αντικειμένου σε μια ευθεία γραμμή. Για να πούμε ότι το αντικείμενο αυτό κινείται, πρέπει να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται ταυτοχρόνως στο σημείο Α της γραμμής και στο αμέσως επόμενο σημείο Β. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Τα παράδοξα που προκύπτουν από την εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας στην κίνηση θα τα αναπτύξει με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ο Ζήνων, ο μαθητής του Παρμενίδη και θα αποτελέσουν περίφημους φιλοσοφικούς γρίφους σε όλη την αρχαιότητα.

Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι ένα σύνολο αιώνιων, ακίνητων και αδιαίρετων οντοτήτων. Καθώς μάλιστα ο Παρμενίδης μιλά για το «ον» αδιακρίτως, και το ίδιο το σύμπαν θα πρέπει να θεωρηθεί μια κλειστή, αιώνια και αμετάβλητη ολότητα. Αμετάβλητες οντότητες μέσα σε ένα αμετάβλητο σύμπαν. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να αποδεχτούμε έναν τόσο παράδοξο κόσμο; Έναν κόσμο ξένο προς τον δικό μας, έναν κόσμο από όπου «η γέννηση έχει σβηστεί, ενώ για τη φθορά κανείς ποτέ δεν άκουσε» Θαυμάζει κανείς τη συλλογιστική δεινότητα του Παρμενίδη, αντιλαμβάνεται (ή υποψιάζεται) ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει πει, διστάζει ωστόσο να τον ακολουθήσει στα συμπεράσματά του.

Αυτή ήταν και η στάση των μεταγενέστερων φιλοσόφων. Από τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όλοι θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στην πρόκληση του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία μετά τον Παρμενίδη διαθέτει επιτέλους τη δική της γλώσσα, χρησιμοποιεί έννοιες και συλλογισμούς, απεχθάνεται τις λογικές αντιφάσεις, τείνει προς τον αποδεικτικό λόγο. Δεν θέλει όμως και να αποστρέψει το βλέμμα της από την έκδηλη πραγματικότητα της μεταβολής.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε σίγουρα δεν είναι ο αμετάβλητος κόσμος του Παρμενίδη. Η σκέψη μας όμως έχει παρμενίδεια χαρακτηριστικά. Όταν μιλώ για την έννοια της ισότητας ή για το γεωμετρικό τρίγωνο δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τον Παρμενίδη: το γεωμετρικό τρίγωνο δεν έχει γεννηθεί ποτέ, δεν μεταβάλλεται και δεν θα πεθάνει. Το φυσικό όμως περιβάλλον, οι ψυχικές μου διεργασίες και τα ηθικά μου προβλήματα ούτε αγέννητα είναι ούτε αμετάβλητα.

Ένας συμβιβασμός είναι τελικά αναγκαίος. Ο Παρμενίδης αναγνωρίζεται από τον Πλάτωνα ως ένας από τους ιδρυτές του ορθολογισμού και ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους. Μπορεί βασίμως να θεωρηθεί και δίκαια, ως ο πατέρας της κλασικής μεταφυσικής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (Ή ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ) ΤΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ:
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑ ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ
http://www.takiskoufopoulos.net/Biblia/Parmenidis.pdf


πηγή: terrapapers

ΣΩΚΡΑΤΗΣ - ΜΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Του Δημήτρη Τζωρτζόπουλου, διδάκτορα φιλοσοφίας

ΠΡΟΣΩΠΟ - ΣΧΕΣΗ - ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ - ΓΛΩΣΣΑ - ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
...
Συνεχίστε την ανάγνωση
Η ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ -- Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ...
ELLINIKOSKOINOTISMOS.BLOGSPOT.COM|ΑΠΟ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ν

Άρη Σκιαδόπουλου


Του Άρη Σκιαδόπουλου... Κάτι μπορεί να σημαίνει ακόμα κι αυτό το 2-1 από τα νησιά Φερόες. Κάτι που έχει σχέση μ΄ αυτό που λέμε εθνικό φιλότιμο, ή εθνική αξιοπρέπεια, είτε ακόμα ηθικό. Γιατί αυτή τη...
PITSIRIKIDOTNET.GR

Η κριτική των αισθήσεων στον Θεαίτητο του Πλάτωνος Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας ΕΚΠ Α

https://onedrive.live.com/view.aspx?resid=D60DF1AF710FC282%21339&cid=d60df1af710fc282&app=WordPdf

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΛΗΣ ΔΙΥΛΙΣΗΣ (ΒΙΝΤΕΟ)

Ο αρχαίος φιλόσοφος Σωκράτης, όπως και αρκετοί φιλόσοφοι της εποχής του, είχαν συλλάβει μια άλλη αντίληψη για την ανθρώπινη υπόσταση, έναν άλλο τύπο ανθρώπου. Γίνεται λόγος για το "αρχέγονο πρόσωπο". Στην ελληνική αντίληψη για τον ανθρωπισμό ελευθερία και χαρά θεωρείται η κοινωνία σχέσεων, οι σχέσεις μας με τους άλλους. Για να σφυρηλατηθεί μια αλληλέγ...
Δείτε περισσότερα

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

“Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός», του Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Εκδ. “Εκτυπωτική ΑΕ”, σελ. 262


Γιώργου Πεφάνη-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ (ΘΕΑΤΡΟ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ)

Όπως η δημιουργία του κόσμου απαιτεί την συνεχή έκλαμψη-έκρηξη του αέναου φωτός με την αρμονική συνέργεια όλων των συμπαντικών δυνάμεων, έτσι και η δημοκρατία απαιτεί την θέσμιση του κοινού λόγου και του κοινωνείν ως ελάχιστες εκλάμψεις του νου και του φιλοσοφείν
Γιώργου Πεφάνη
επίκουρου καθηγητή τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην ιστορία αυτού που ονομάζουμε “δυτικός πολιτισμός” υπάρχει μια προνομιακή περίοδος, κατά την οποία γεννιούνται ταυτόχρονα το θέατρο, η φιλοσοφία και η δημοκρατία ως τριπλός πυρήνας του σκέπτεσθαι και του πράττειν με κοινό παρονομαστή τον διάλογο και κοινή αφετηρία τον μύθο. Και στα τρία αυτά τμήματα του πυρήνα συμβαίνει συχνά οι δημιουργοί τους να είναι ταυτοχρόνως αλλά και εναλλάξ οι “συγγραφείς”, οι “ηθοποιοί” και οι θεατές τους. Στο θέατρο αυτή η ταυτόχρονη ή εναλλασσόμενη δράση είναι αυτονόητη. Αλλά και στην περίπτωση της δημοκρατίας, οι συγγραφείς-δημιουργοί της είναι οι “ηθοποιοί” της, αυτοί που την επιτελούν μέσα από τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά και οι θεατές της στις δημόσιες “παραστάσεις” και συνελεύσεις. Το ίδιο θα λέγαμε και για τη φιλοσοφία, στο μέτρο που αυτή δημιουργείται ως δημόσιος λόγος και επιτελείται σε δημόσιους χώρους ως διαλογικό δρώμενο, στο οποίο μπορούν να συμμετάσχουν οι πολίτες ως θεατές, αλλά και ως ενεργητές. Αλλά σε αυτό το πολιτικό και θεατρικό δρώμενο, σε αντίθεση με τα άλλα δρώμενα, η φιλοσοφική σκέψη τρέπει την τραγωδία να εστιάσει όχι τόσο στην τυπική διαδικασία μετάβασης από τη μια σκηνή της ζωής σε μια άλλη, όσο στον ενδιάμεσο χώρο των δύο σκηνών, στην κοινή τους μεθόριο και στην αμφισημία τους.2 Στο τρίπτυχο αυτό, επομένως, ο πολίτης γίνεται ο ενεργός ηθοποιός της (προσωπικής, αλλά και συλλογικής) ιστορίας του.3
Ενεργός ηθοποιός δεν είναι μόνο αυτός που βρίσκεται πάνω στη σκηνή, αλλά και ο απλός θεατής που παίρνει μέρος στα Μεγάλα Διονύσια, και με τον τρόπο αυτόν συμμετέχει όχι μόνο στην εξύμνηση του αθηναϊκού ἄστεως και των ιδανικών του, αλλά και στην ταυτόχρονη αμφισβήτησή τους, αναπτύσσοντας μια κριτική για τους πολιτικούς θεσμούς και μια φιλοσοφική σκέψη για τη θέση του ανθρώπου μέσα στους θεσμούς αυτούς.4
Φυσικά, μολονότι τα διαθέσιμα στοιχεία μάς επιτρέπουν να μιλάμε για μια ισχυρή τάση των Αθηναίων πολιτών προς το θέατρο5 ή για την υψηλή διδαχή των πολιτών εκ μέρους των δραματουργών,6 δεν μπορούμε να μιλήσουμε για απόλυτη συγχρονία εμφάνισης των τριών πεδίων, αλλά για ένα μάγμα σημασιών,7 οι ρίζες των οποίων μπορούν να αναζητηθούν ήδη στα ομηρικά έπη, οι εμφανείς σχηματισμοί τους στη σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων και των εκπροσώπων της προσωκρατικής σκέψης και οι πυκνότερες εκφάνσεις τους στα νομοθετικά και πολιτικά προτάγματα του Σόλωνα, του Κλεισθένη 8 και του Εφιάλτη, καθώς και στα επιτεύγματα φιλοσόφων και δραματουργών καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. Μιλώντας με τον τρόπο του Καστοριάδη θα λέγαμε ότι ο τριπλός αυτός πυρήνας του θεάτρου, της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας διαθέτει μια πραγματική αναφορά, με την έννοια ότι δεν συνιστά ένα βολικό ιδεολογικό μύθευμα, ούτε ένα κληρονομημένο ιστορικό στερεότυπο, αλλά ότι συγκεντρώνει στον ίδιο τόπο και χρόνο και σε έναν βαθμό συνθέτει (όχι δομικά ή αιτιακά αλλά με την έννοια της δυναμικής σημασίας τους) μια απροσδιόριστη τάξη κοινωνικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών φαινομένων, καθώς και ένα ευρύ σύνολο ιδεών, που διαφορετικά θα έμεναν ασύνδετα ή θα εθεωρούντο ότι έπεσαν από τον ουρανό.9
Η θέση αυτή για τον τριπλό πυρήνα που μόλις περιέγραψα συναντάται τμηματικά αλλά με επίμονη έμφαση και στη φιλοσοφία του Κορνήλιου Καστοριάδη. Ως προς τη σχέση της δημοκρατίας της πόλεως και της φιλοσοφίας, είναι γνωστή η αντίθεσή του προς τον J.-P. Vernant, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι “ο ελληνικός λόγος είναι γνήσιο παιδί της πόλης”.10 Ο Καστοριάδης αντιθέτως πρεσβεύει ότι “η δημιουργία της πολιτικής κοινότητας είναι ήδη φιλοσοφία στην πράξη”11 και ότι ακόμα και η σκέψη του τέλους της φιλοσοφίας ισοδυναμεί με τη σκέψη του τέλους της δημοκρατίας ως προτάγματος και της πολιτικής ως διαυγούς δραστηριότητας που στοχεύει στη θέσμιση της κοινωνίας.12
Επομένως, όταν στρέφουμε την προσοχή μας στο ένα τμήμα αυτού του τριπλού πυρήνα, στο θεατρικό, αναπόφευκτα θα πρέπει να μας απασχολούν και τα άλλα δύο, το φιλοσοφικό και το δημοκρατικό. Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι κάνει προσφυώς ο Καστοριάδης κάθε φορά που αναφέρεται στην αττική τραγωδία. Είναι σαφές ότι δεν προσκολλάται στις φιλολογικές διαμάχες (εκτός και αν αυτές εμπίπτουν στο ερευνητικό του πεδίο), ούτε στις κατατάξεις, τις ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις και σε όλα τα συναφή εγχειρήματα, στα οποία προβαίνουν οι ειδικοί μελετητές προκειμένου να συντάξουν ή να ανασυντάξουν τον χάρτη του αττικού δράματος. Αυτό που τον ενδιαφέρει πρωτίστως – και μας επιτρέπει να προσανατολιζόμαστε προς μία πολιτική και φιλοσοφική διάσταση του θεάτρου – είναι οι πυρήνες των σημασιών που παρουσιάζονται στα έργα και, ο φιλόσοφος το επισημαίνει σωστά, στην αθηναϊκή κοινωνία της εποχής. Διευκρινίζεται ότι δεν πρόκειται για θέσεις, “αλλά μάλλον για πόλους, για σχήματα που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τον κόσμο, να του δώσουμε νόημα, για σχήματα γύρω από τα οποία οργανώνονται τα πάντα”,13 και, βεβαίως, για τη δημιουργία ερωτημάτων που, όπως συμβαίνει στην τραγωδία, αντανακλούν το μυστήριο της ζωής.14
Όλο του το έργο άλλωστε εκτυλίσσεται γύρω από έναν κεντρικό άξονα: τις διαδικασίες με τις οποίες εκδιπλώνεται συνεχώς η κριτική εργασία της (δυτικής) κοινωνίας απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό, διαδικασίες που μας είναι γνωστές με τα ονόματα της φιλοσοφίας, στο επίπεδο της θεωρητικής σκέψης, και της δημοκρατίας, στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής πράξης. Δύο είναι πράγματι οι κεντρικοί στόχοι του: ο τρόπος με τον οποίο παράγονται τα νοήματα και οι διαδικασίες με τις οποίες αυτά τα νοήματα, όταν γίνουν κυρίαρχα και παγιωθούν, μπορούν να μεταβληθούν ή και να ανατραπούν. Εάν η κοινωνία μπορεί να ορίσει για τον εαυτό της τη δική της κοσμοθεώρηση, τότε θα μπορεί να συγκροτήσει ένα είδος αυτονομίας και αυτοθέσμισης,15 στο μέτρο που η δημιουργία της ιδέας της αυτονομίας και της αυτοθέσμισης ισοδυναμεί με μια στοχαστική επιστροφή στην ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας μέσα στον κόσμο. Υπό το πρίσμα αυτό, μια αυτόνομη κοινωνία μπορεί όχι μόνο να θέτει αφ’ εαυτής τους νόμους που τη διέπουν, αλλά και να αμφισβητεί την ίδια της τη θέσμιση μέσα από την κριτική που απευθύνει στις δικές της κεντρικές φαντασιακές σημασίες για τον κόσμο και τη ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος που ο φιλόσοφος στρέφεται από το 1978 και προς τη μελέτη της αθηναϊκής δημοκρατίας και δη προς το κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό της υπόστρωμα.16
Οι θέσεις του σχετικά με τον ρόλο της τραγωδίας στο διανοητικό σύμπαν της αθηναϊκής δημοκρατίας συμπυκνώνονται στο μελέτημά του “Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία του ανθρώπου”,17 αλλά αναπτύσσονται και στα σεμινάριά του στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales την περίοδο 1982‒1984,18 καθώς και σε αρκετά άλλα κείμενά του με πιο σποραδικό όμως τρόπο.19 Εάν αληθεύει ότι, για να δανειστώ μια φράση του Jean-Luc Nancy, “στην τραγωδία πυκνώνουν τα στοιχειώδη δεσμά της ύπαρξης”,20 ο Καστοριάδης εκκινεί από την αρχή ότι αυτή η ύπαρξη ορίζεται στo πλαίσιo της πόλεως και ότι τα στοιχειώδη δεσμά με την πόλιν διαυγάζονται από τον θεατρικό και τον φιλοσοφικό λόγο και δεν επιβάλλονται από την πόλιν, αλλά τίθενται ως αυτοπεριορισμοί από τα μέλη της. Οι θέσεις του δεν έχουν συζητηθεί συστηματικά στους κόλπους της θεωρίας και της φιλοσοφίας της τραγωδίας. Τόσο οι Oudemans και Lardinois, όσο και οι Beistegui και Sparks21 δεν τις περιλαμβάνουν στις περιηγήσεις τους στα φιλοσοφικά τοπία της Αντιγόνης. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Steiner,22 ο δε Taminiaux, που γνωρίζει καλά τον γερμανικό ιδεαλισμό, σταματά τις έρευνές του στον Heidegger, ενώ και η Χαρά Μπακονικόλα αναφέρεται σε άλλους (Γάλλους κυρίως) φιλοσόφους.23 Είναι γνωστές όμως με σαφήνεια στον Pierre Vidal-Naquet.24 Προτού τις εξετάσουμε από κοντά, θα ήταν σκόπιμο να σταθούμε σε ένα ακόμα σημαντικό σημείο, που θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή εισαγωγή στη σκέψη του Καστοριάδη για την αττική τραγωδία.
Η Edith Hall, αναφερόμενη σε κάποιες μαρξιστικές ερμηνείες που εστιάζουν στις ουτοπικές και φαντασιακές δυνάμεις της τέχνης που μπορούν να υπερβούν τα δεδομένα μιας κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας25 (κάτι που αποτελεί φυσικά κοινό τόπο), διατείνεται ότι η αττική τραγωδία “ακολουθεί έναν τρόπο σκέψης απείρως πιο προχωρημένο σε πολιτικό επίπεδο από την κοινωνία που (την) παρήγαγε”.26 Αυτό είναι και σωστό και λάθος. Είναι σωστό, αν και διόλου πρωτότυπο, επειδή η αληθινή τραγωδία, όπως και η αληθινή τέχνη γενικότερα, μέσα και από το πρίσμα της πολιτισμικής ιστορίας και κριτικής, μεταθέτει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας και λειτουργεί πάντα ως η εμπροσθοφυλακή της κοινωνικής και ιστορικής συνείδησης. Είναι επίσης σωστό διότι, όπως σημειώνει η Hall, τα τραγικά κείμενα και οι παραστάσεις τους προσέφεραν έναν πραγματικό τόπο εμφάνισης του απραγματοποίητου και της ρητής ενίοτε αμφισβήτησης των θεσμών και ιδεολογιών που συνδέονταν με την κοινωνική θέση των γυναικών, των δούλων και των ξένων της Αθήνας.27 Είναι όμως και λάθος, διότι προϋποθέτει ότι η τραγωδία, ως κοινωνικό προϊόν, δημιουργεί κοινωνικά πρότυπα που είναι αδιανόητα για την κοινωνία μέσα στην οποία γεννιέται η τραγωδία. Το αντιφατικό αδιέξοδο του επιχειρήματος είναι εδώ πρόδηλο: εάν τα πρότυπα αυτά ήταν όντως αδιανόητα, δηλαδή μη σκεπτά, μη αναπαραστάσιμα από τη σκέψη και τη γλώσσα της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου αιώνα, πώς γίνονται διανοητά και πώς προβάλλονται ρητά και θεατρικά μέσω ενός θεσμού υψηλού κύρους, μακράς διάρκειας και καθολικής αποδοχής, όπως είναι οι δραματικοί αγώνες; Εκ των δύο το ένα: είτε η τραγωδία δεν προβάλλει τέτοιου είδους φαντασιακά πρότυπα, όπερ ανακριβές κατά τεκμήριο αλλά και κατά την άποψη της ίδιας της Hall, είτε, όπως πιστεύει ο Καστοριάδης, τα πρότυπα αυτά, μάλλον ως κεντρικά σχήματα σημασιών, δεν ήταν καθόλου αδιανόητα για την πόλη και τους πολίτες της αλλά, αντιθέτως, συνιστούσαν τους πυρήνες του διεισδυτικού στοχασμού, της αμφιβολίας και της αυτοκριτικής που οδήγησαν στην αυτοθέσμιση της δημοκρατίας.
Η τραγωδία, ο τραγικός λόγος, η ποίηση της σκέψης και της γλώσσας που εκφράζεται σε αυτόν τον λόγο δεν είναι φαινόμενα ξεκομμένα από τον βίο του δήμου. Ο δήμος εγκαθιδρύει τη δημοκρατία, “η οποία είναι συγχρόνως μια φιλοσοφία ἐνεργείᾳ”, αλλά εγκαθιδρύει και το θέατρο, που είναι επίσης μια φιλοσοφία ἐνεργείᾳ του ανθρώπου και της πόλης. “Όταν ο δήμος εγκαθιδρύει τη δημοκρατία”, γράφει ο Καστοριάδης, “κάνει φιλοσοφία: ανοίγει το ερώτημα της προέλευσης και του θεμελίου του νόμου”......
Η ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ...
ELLINIKOSKOINOTISMOS.BLOGSPOT.COM|ΑΠΟ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ν

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

ΒΙΒΛΙΟ ΝΙΤΣΕ - Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ)

http://www.freeinquiry.gr/upload/files/Nietzsche.pdf
Αποσπάσματα από το βιβλίο:
«Σκοπός σ΄ αυτή τη μελέτη είναι να κάνουμε μια σύγκριση των φιλοσόφων άλλων καιρών και άλλων λαών μ' αυτή τη σειρά των φυσιογνωμιών, που αρχίζει απ' το Θαλή και τελειώνει στο Δημόκριτο, να φέρουμε, ακόμη, σ' αντιπαράσταση μ΄αυτούς το Σωκράτη και τους μαθητές του κι όλους τους κατοπινoύς. Φαντάζομαι, πώς οι σκέψεις αυτές θα καταλήγουν πάντα μ’ αυτή την αναφώνηση: “Πόσο ήσαν ωραίοι!” 
...Συνεχίστε την ανάγνωση

Η ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ...
ELLINIKOSKOINOTISMOS.BLOGSPOT.COM|ΑΠΟ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ν

Δημήτρης Γκολοβράντζας-Η μίμηση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη



Σκοπός είναι να περιγράψω με έναν κριτικό τρόπο το φαινόμενο της καταγωγής της ανθρώπινης μίμησης, το πώς θεώρησαν αυτήν ορισμένοι βασικοί εκφραστές της αρχαιοελληνικής σκέψης, όπως οι Πυθαγόρειοι,...
THEANCIENTWEBGREECE.WORDPRESS.COM

Η μίμηση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη



Σκοπός είναι να περιγράψω με έναν κριτικό τρόπο το φαινόμενο της καταγωγής της ανθρώπινης μίμησης, το πώς θεώρησαν αυτήν ορισμένοι βασικοί εκφραστές της αρχαιοελληνικής σκέψης, όπως οι Πυθαγόρειοι, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αλλά και ποιες διαφωνίες υπήρξαν μεταξύ τους για τη φύση και το ρόλο της μίμησης στη ζωή των ανθρώπων, στη γνώση και στην τέχνη, στην ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου, στην ανάπτυξη της κουλτούρας αλλά και στη συγκινησιακή όψη της μίμησης.

Δημήτρης Γκολοβράντζας
Φιλόλογος-Πολιτικός Επιστήμονας
Η μίμηση μέσα σε μια πλουραλιστική φιλοσοφική παράδοση
 Η μίμηση ήταν βασικό μέρος της τελετουργικής διαδικασίας των Αρχαίων Μυστηρίων, που συνίσταντο από τις βασικές διαδικασίες του Μύθου, της  Τελετής  και της Μύησης. Μέσα από τις ιερές αυτές λειτουργίες οι αρχαίοι Έλληνες μιμούνταν  διάφορα μυθικά πρότυπα (π.χ. του Ηρακλή, του Διόνυσου, του Ορφέα, κ.ά) ως παραδειγματικά πρότυπα ζωής. Η συμμετοχή τους στη δύναμη και την ενέργεια του Μύθου γινόταν μέσω της μύησης (λατινικά initiare: αρχίζω να εισέρχομαι), η οποία ήταν μια  τελετή περάσματος από την τρέχουσα ή παλαιά σε μια νέα και επιθυμητή  κατάσταση (π.χ. από την άγνοια στη γνώση, από την πείνα στη χόρταση, από την επιθυμία στην υλοποίηση της, από το γήινο στο θεϊκό, κ.ο.κ.)μέσω της μίμησηςσυγκεκριμένων κατά περίπτωση πράξεων και δοκιμασιών.
Η μιμητική αναπαράσταση του κυνηγιού είναι ένα παράδειγμα, που δείχνει τον κρίσιμο ρόλο της μίμησης στην επιβίωση. Όμως με το πέρασμα του χρόνου, το ανθρώπινο είδος πέρασε από την αναπαραστατική μίμηση πράξεων στην αναπαράσταση του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου μέσω της ανάδυσης  και της ανάπτυξης του προφορικού λόγου.
Στην αρχαιοελληνική σκέψη τη λέξη “Μίμησις” (με τη γενική σημασία του όρου, δηλαδή κάνω ή αναδημιουργώ κάτι που έκανε κάποιος άλλος) τη βρίσκουμε σε αρκετούς συγγραφείς, όπως στον Ηρόδοτο (484 – 426 π.Χ.), ο οποίος σημειώνει:  «…περιφέρει ανήρ νεκρόν εν σορώ ξύλινον πεποιημένον, μ ε μ ι μ έ ν ο ν   ες τα μάλιστα και γραφή και έργω …» και «…ούτοι επεάν σφι κομισθή νεκρός, δεικνύουσι τοισι κομίσασι παραδείγματα νεκρών ξύλινα, τη γραφή μ ε μ ι μ η μ  έ ν α».
Τη λέξη, όμως “Μίμησις” και το πολύπλοκο νόημά της εντοπίζουμε και στις συζητήσεις του Σωκράτη (469 π.Χ. – 399 π.Χ.) με το ζωγράφο Παρράσιο (5ος – 4ος αι. π.Χ.), όπως το καταγράφει ο μαθητής του Σωκράτη, ο ιστορικός Ξενοφών (περ. 430 – 354 π.Χ.). Η μίμηση για το Σωκράτη φαίνεται ότι ξεπερνά τα στενά όρια της δουλικής αντιγραφής «εικασία των ορωμένων δια των χρωμάτων απεικάζοντες εκμιμούνται…» (Ξενοφώντος Απομνημονεύματα, ΙΙΙ, 10).
Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν τη μίμηση ως ένα μεταφυσικό, κοσμικό μηχανισμό αναπαραγωγής του μικρόκοσμου από τον πρότυπο συμπαντικό μακρόκοσμο των αριθμών και συγχρόνως ως ένα ανθρώπινο είδος μάθησης μέσω μίμησης. Ο Αριστοτέλης (Μετά τα Φυσικά, Α 6, 987b11) αναφέρει για τη μεταφυσική χρήση του όρου μίμηση από τους Πυθαγόρειους: «μιμήσει τα όντα φασίν είναι των αριθμών».
Για έναν Πυθαγόρειο η κατασκευή του μαθηματικού οικοδομήματος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μίμηση της κατασκευής του ιδεατού, συμπαντικού,  κοσμικού οίκου, («εστίας του σύμπαντος» και «κατοικία του Διός») (Jean-Francoise Mattei, 1995).
Επίσης, σύμφωνα με τους Πυθαγόρειους,  το πιο ηθικό πρότυπο μίμησης των ανθρώπων, είναι οι φιλόσοφοι και οι μαθηματικοί, που γνωρίζουν την τάξη του σύμπαντος, και όχι οι πολιτικοί, που στοχεύουν στην κοινωνική τους αναγνώριση. Οι δύο κόσμοι – ο θνητός μικρόκοσμος των ανθρώπων, των ζώων και των αντικειμένων, καθώς και ο αθάνατος, θεϊκός μακρόκοσμος – είναι μετρήσιμοι. Και οι δύο (έχουν) συνίστανται από Αριθμούς – στη θεωρία αυτή τονίζεται με πολλή έμφαση η γνωστική όψη και το έλλογο στοιχείο (αριθμητική σύσταση του θνητού και αθάνατου κόσμου) της μεταφυσικής και της ανθρώπινης μίμησης (Κugiumutzakis, 1998).
Ο Ηράκλειτος (554 – 483 π. Χ.)  υποστήριξε ότι  ο άνθρωπος διδάχτηκε τη μίμηση από τους θεούς. Διαμέσου των μιμητικών τεχνών  οι άνθρωποι προσπάθησαν να αναπαράγουν  τη σύγκρουση και την ενότητα των αντιθέτων – στη θεωρία του Ηράκλειτου  η Φύση συνίσταται από τη σύγκρουση («όλα είναι Φωτιά, Πόλεμος») και την  ενότητα των αντιθέτων («όλα είναι Ένα). Οι άνθρωποι, λοιπόν, ως μέρος του Ενός μπορούν με τη βοήθεια των μιμητικών τεχνών να αναπαράγουν κάποιες πλευρές και στιγμές των αντιθέτων και η αναπαραγωγή αυτή άλλοτε οδηγεί και άλλοτε δεν οδηγεί στην αλήθεια.
            Για το Δημόκριτο (460 – 370 π. Χ.) η μίμηση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κουλτούρας. Τα πιο κρίσιμα πρότυπα της ανθρώπινης μίμησης δεν προέρχονται από κάποιους θεούς ή ανθρώπους, αλλά από τα ζώα. Μέσω της ανθρώπινης ικανότητας για μίμηση αναπτύχθηκαν σταδιακά όχι μόνο οι πρακτικές, αλλά και οι καλές τέχνες, γιατί, μιμούμενος ο άνθρωπος τα ζώα, ανέπτυξε την τέχνη της ραπτικής (πρότυπο η αράχνη), την τέχνη του χτισίματος (πρότυπο τα χελιδόνια), την  τέχνη του τραγουδιού (μιμητές των κύκνων και των αηδονιών). Με τα λόγια του Δημόκριτου: «…μαθητάς (sc. των ζώων) εν τοις μεγίστοις  γεγονότας ημάς. Αράχνης εν τη υφαντική και ακεστική, χελιδόνος εν οικοδομία, και των λιγυρών, κύκνου και αηδόνος, εν ωδή κατά μίμησιν» (Δημόκριτος 154.4)
Στη θεωρία του Δημόκριτου η μίμηση δεν είναι τυφλή, πιστή και απλή αντιγραφή των δραστηριοτήτων του μοντέλου (π.χ. αράχνη, χελιδόνια κ.λ.π.) αλλά μια δημιουργική αναπαραγωγή ενός νέου ανθρώπινου επινοητικού κατασκευάσματος, μια νέα δημιουργία που ξεπερνά τη δράση των αρχικών έμβιων προτύπων (ζώων).
Ο Πλάτων (429-374 π. Χ.), όπως και οι Πυθαγόρειοι,  θεωρεί ότι η  μίμηση είναι μια μεταφυσική, αλλά και μια ανθρώπινη διαδικασία, η οποία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επίλυση των δύσκολων (φιλοσοφικών) προβλημάτων, όπως είναι η καταγωγή και η δημιουργία του αθάνατου μακρόκοσμου και του θνητού, αισθητού μικρόκοσμου καθώς και η φύση των κόσμων,  των Ιδεών, της αρετής,  της τέχνης, κτλ.
Στη θεωρία του Πλάτωνα, τα έργα τέχνης (π.χ. η δυσδιάστατη ζωγραφική απεικόνιση ενός προσώπου) θεωρούνται ως σκιώδεις, ατελείς μιμήσεις των αισθητών αντικειμένων, (π.χ. ενός τρισδιάστατου θνητού, υπαρκτού προσώπου), τα οποία με τη σειρά τους είναι σκιώδεις, ατελείς μιμήσεις των αθάνατων Ιδεών. Ο καλλιτέχνης μιμείται τον αισθητό κόσμο,  που είναιμίμημα (είδωλο) του αληθινού κόσμου. Άρα το έργο της τέχνης είναι «μίμησις μιμήσεως» και ο καλλιτέχνης, ως «δημιουργός ειδώλων», είναι «τρίτος από της αλήθειας» (Πλάτων, Πολιτεία,  596e, 597e, 598b, 599d).
Σ’ αυτήν την κατηγορία μίμησης ο Πλάτων υπάγει τις καλές τέχνες και ιδιαίτερα την ποίηση, «πάσα ποίησις είναι μίμησις» (Πλάτων, Πολιτεία. 595a, Φαίδρος, 248e).
Βέβαια – και αυτό πρέπει να τονιστεί – ο Πλάτων στην έννοια της μίμησης δεν δίνει πάντα το ίδιο περιεχόμενο. Έτσι στα γραπτά του τη χρησιμοποιεί με αρκετά χαλαρό τρόπο, π.χ. η γλώσσα μιμείται, δηλαδή εκφράζει τα πράγματα, ο ψευδής λόγος είναι μίμημα του ψεύδους, που βρίσκεται στην ψυχή,  ο αισθητός κόσμος δημιουργήθηκε από το δημιουργό ως μίμηση του νοητού, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατά μίμηση του κόσμου, ο χρόνος μιμείται την αιωνιότητα, οι ήχοι είναι μιμητές της αιώνιας αρμονίας,  οι νόμοι μιμητές της αλήθειας, οι ανθρώπινες κυβερνήσεις είναι (κακοί) μιμητές της αληθινής κυβέρνησης, οι ηθικοί άνθρωποι προσπαθούν να μιμηθούν τους θεούς τους, κ.ο.κ. (Πλάτων,  Πολιτεία 382d, 596, 597e, Νόμοι713e, Κρατύλος 423e-424b, 432b-d., Κριτίας, 107b-c, Φαίδρος 252b-c, 253b, Πολιτικός 293e, 297c, 300c,Τίμαιος 38 a, 47b-c, 50c, 80b)
Ο Αριστοτέλης (384-322 π. Χ.), σε αντίθεση με το δάσκαλό του Πλάτωνα, δεν υποτίμησε το ρόλο της μίμησης στη ζωή, την επιστήμη και την τέχνη. Υπoστήριξε ότι μίμηση είναι η διά των αισθητών μέσων αναπαράσταση μιας πραγματικότητας. Υποστήριξε, επίσης, με σαφή τρόπο ότι η μίμηση βρίσκεται μέσα στη φύση των ζώων και του ανθρώπου, είναι δηλαδήέμφυτη και ,όπως η μελωδία και ο ρυθμός, τελειοποιείται με τη συνήθεια. Υποστήριξε, τέλος,  ότι ο άνθρωπος είναι το πιο μιμητικό από όλα τα ζώα. Γράφει σχετικά:
«Η μίμηση είναι φυσική στα ανθρώπινα όντα από τη νεαρή ηλικία και συνέχεια. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα στο ότι είναι ο πολύ μιμητικός. Τα πρώτα του βήματα στη μάθηση γίνονται διαμέσου της μίμησης και όλοι οι άνθρωποι ικανοποιούνται από τη μίμηση. Μιμούμενοι τη μελωδία και το ρυθμό αυτό είναι φυσικό για μας». (Αριστοτέλης, Ποιητική1448 Β, βλ. επίσης Ηθικά Νικομάχεια, 1102-3).
Για τον Αριστοτέλη οι τέχνες μιμούνται και τελειοποιούν τη φύση. Η τέχνη είναι μιμητική και ως τέχνη είναι, σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό «έξις μετά του λόγου αληθούς ποιητική» ( Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1140 a). Σε δύο φυσικές αιτίες αποδίδει τη γέννηση της ποίησης: στο «μιμείσθαι» και στο «χαίρειν τοις μιμήμασιν» μέσα από τις οποίες ο άνθρωπος«τάς μαθήσεις ποιείσθαι διά της μιμήσεως τάς πρώτας» (Αριστοτέλης, Ποιητική ΙV, 1448 Β 1-5).
Η ευχαρίστηση της μίμησης είναι φυσική σε όλους τους ανθρώπους, ειδικά όταν παρακολουθούν τις μιμήσεις που πραγματοποιούνται από τους άλλους και αυτή η ευχαρίστηση είναι γνωστικού τύπου. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αποστροφή του ανθρώπου στη θέα ενός νεκρού, αλλά δε συμβαίνει το ίδιο, όταν αποδίδεται με τέλεια μίμηση στο θέατρο, όπου τα συναισθήματα των θεατών, συλλαμβάνοντας το νόημα της μίμησης των ηθοποιών, αισθάνονται ικανοποίηση και ευχαρίστηση. (Αριστοτέλης, Ποιητική, Ηθικά Νικομάχεια).
Κατά τον Αριστοτέλη, στην τραγωδία η «μίμηση πράξεως» «χάρη στον οίκτο και το φόβο καταφέρνει αριστοτεχνικά να εξαγνίσει τα συναισθήματα του οίκτου και του φόβου» στους παθητικούς θεατές. (Αριστοτέλης, Ποιητική,1449 Β).
Με σύντομο τρόπο περιέγραψα τις σχετικές για τη μίμηση θεωρητικές απόψεις των Πυθαγορείων, του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Φαίνεται ότι στην αρχαιο-ελληνική φιλοσοφική σκέψη η μίμηση θεωρήθηκε με έναν πλουραλιστικό τρόπο, που ανακλάται στις διαφωνίες των φιλοσόφων για τη φύση και  το ρόλο της μίμησης στη ζωή, τη γνώση και την τέχνη. Θεώρησαν τη μίμηση ως μια διαδικασία που εμπεριείχε στοιχεία πράξης, γνώσης,  συγκίνησης, αλλά και ηθικής αποτίμησης.
Ο Ηράκλειτος και ο Αριστοτέλης ασχολήθηκαν με τη καταγωγή της μίμησης – θεϊκή για τον πρώτο, έμφυτο συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης για το δεύτερο.
Οι Πυθαγόριοι, ο Ηράκλειτος και ο Πλάτων ασχολήθηκαν με το ρόλο της στην ηθική ανάπτυξη των ανθρώπων και πρότειναν ποιά πρότυπα πρέπει να προτιμούν και ποιά πρέπει να αποφεύγουν να μιμούνται οι άνθρωποι. Ο Ηράκλειτος και ο Πλάτων τόνισαν τη σχέση μίμησης – αλήθειας και μάλλον συμφωνούν ότι αρκετές φορές (Ηράκλειτος) ή και σπάνια (Πλάτων) η μίμηση οδηγεί στην αλήθεια.
Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης τόνισαν την εμπλοκή των συγκινήσεων κατά τη μιμητική αναπαραγωγή ενός προτύπου (π.χ. στο θέατρο). Ο πρώτος τόνισε τον αρνητικό ρόλο των συγκινήσεων, που προέρχονται από μιμήσεις κακών για τους νέους προτύπων, ενώ ο δεύτερος, αντίθετα, τόνισε το θεραπευτικό ρόλο των συγκινήσεων, που προκαλούνται από τη μίμηση πάνω στο θεατή του θεάτρου. Και οι δύο φιλόσοφοι, εκτός από τη συγκινησιακή όψη της μίμησης, τόνισαν το ρόλο του γνωστικού στοιχείου ως προς τη σύλληψη της αλήθειας κατά τη διάρκειά της μίμησης των καλλιτεχνών. Ο Πλάτων τόνισε πόσο λίγο συλλαμβάνουν οι καλλιτέχνες την αιώνια γνώση και ομορφιά των Ιδεών, ενώ, αντίθετα, ο Αριστοτέλης, τόνισε τον κρίσιμο ρόλο των μιμητικών τεχνών στην κατανόηση και την τελειοποίηση της φύσης.
Τέλος, ο Δημόκριτος τόνισε το ρόλο της μίμησης στην ανάπτυξη της κουλτούρας (πρότυπα ανάπτυξης των ανθρώπινων τεχνών όχι οι θεοί και άλλοι άνθρωποι, αλλά τα άλλα ζώα!) και ότι η μίμηση οδηγεί στην περαιτέρω κατανόηση του προτύπου – γνώρισε τον άλλο (και) με το να τον μιμηθείς.
Στην αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη τα πρότυπα της μίμησης για ένα μιμητή μπορεί να είναι θεϊκά,  ανθρώπινα, ή μέρη του φυσικού κόσμου (άλλα ζώα), μπορεί, επίσης,  να είναι πρότυπα πραγματικά, φανταστικά, ιστορικά ή και μυθικά
Παρά το ενδιαφέρον, όμως, που παρουσιάζει η αρχαιοελληνική φιλοσοφική παράδοση για τα φαινόμενα της μίμησης και παρά τον πλουραλισμό των προοπτικών τους, θα πρέπει να τονιστεί ότι συνολικά (εκτός ίσως τους καλούς παρατηρητές της φύσης Δημόκριτο και Αριστοτέλη) οι απόψεις που αναπτύχθηκαν ήταν κυρίως θεωρητικές, γι’ αυτό καιρός είναι να στραφούμε και σε μελέτες που βασίζονται, εκτός από τη θεωρία, και στον εμπειρικό έλεγχό της, δηλαδή σε μελέτες, που διερεύνησαν τη μίμηση στα ζώα και στους ανθρώπους.