Share |

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Κωνσταντίνος Ρωμανός: Ελληνικό Έθνος ή Πολυπολιτισμός;

Γιατί να ακολουθήσουμε τους Γάλλους που προβαίνουν σε απελάσεις λαθρομεταναστών; Εμείς οι Έλληνες είμαστε ανθρωπιστές. Όχι βέβαια για τις άνεργες Ελληνίδες, αλλά για τις δεσποινίδες χωρίς χαρτιά από τη Sierra Leone.

8/4/2011

(Ομιλία στην Ημερίδα «Ιων Δραγούμης και Ελληνισμός», Παλαιά Βουλή, 24-9-08)


Κυρίες και Κύριοι,
Σήμερα βιώνουμε στην Ελλάδα μια μοναδική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα ενορχηστρωμένη επίθεση κατά του έθνους, τόσο σε θεωρητικό όσο σε πολιτικό επίπεδο.
Από τους κουκουλοφόρους και λοιπούς οπαδούς της τηλεκατευθυνόμενης αναρχίας (συμπεριλαμβανομένων μεγάλου αριθμού δήθεν οικολογικών ομάδων από τις οποίες δεν θα περίμενε κανείς να έχουν άποψη επί του θέματος) έως το κόμμα του Συνασπισμού, τον αρχηγό και στελέχη του ΠΑΣΟΚ, στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, του κυβερνώντος κόμματος ,αλλά και από μεγάλο αριθμό μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας ακούμε τα τελευταία χρόνια όσα επιχειρήματα της σύγχρονης αγγλοσαξονικής βιβλιογραφίας μεταπρατικά εισήλθαν στον ελληνικό χώρο, (αλλά και της παλαιότερης διεθνιστικής φιλολογίας του αριστερού χώρου κατά τον 19ο και αρχές του 20ου αιώνα) για να πλήξουν την ιδέα του έθνους. Σημειωτέον ότι η εκστρατεία αυτή απεχθάνεται τον επιστημονικό διάλογο και έχει καθαρά δημαγωγικό –συνθηματολογικό χαρακτήρα σταυροφορίας από θέσεως ισχύος. Αυτή η στάση είναι γνωστή από την πολιτική – στη χειρότερή της εκδοχή – αλλά ανάξια του επιστημονικού προσωπικού της χώρας.
Εν τούτοις με την απόλυτη συνεργία των κεντρικών ΜΜΕ, την δράση μη κυβερνητικών οργανώσεων και άφθονες επιδοτήσεις, την πλύση εγκεφάλου, επί μια δεκαετία, των νέων δασκάλων στα παιδαγωγικά τμήματα των πανεπιστημίων, η προπαγάνδα κατά του έθνους έχει ήδη επιδράσει βαθειά σε μεγάλα τμήματα της νεολαίας. Με την αρωγή δε του Υπουργείου Παιδείας και των νέων σχολικών βιβλίων που εισήχθησαν στα σχολεία το 2006, όπου πλέον είχε δημιουργηθεί η κρίσιμη μάζα διδασκόντων ανεθνικών «πολυπολιτισμικών» πεποιθήσεων εναρμονισμένων με αυτές των νέων βιβλίων, η αποδόμηση της εθνικής αρχής γίνεται πλέον στην Ελλάδα με ορίζοντα μέλλοντος κεντρικό στοιχείο της πολιτικής μας παιδείας.
Έτσι π.χ. τα έθνη έξαφνα αποκαλούνται, από τους ίδιους οικολόγους που τραγουδούν το αθώο τραγουδάκι «είμαστε όλοι παιδιά της Γής», «κηλίδες αίματος στο πρόσωπο της γης (!)» θέση η οποία θεραπεύεται στο ελληνικό πανεπιστήμιο από καθηγητές όπως π.χ. η κκ. Ρεπούση, Φραγκουδάκη, Θ. Δραγώνα , Α. Λιάκος, κλπ. Εδώ αφ`ενός προβάλεται η Γη ως φυσικό μέγα οικοσύστημα που εμπεριέχει όλα τα επιμέρους αλληλεξαρτώμενα οικοσυστήματα με τον άνθρωπο μέσα σ` αυτά, αφ` ετέρου διαπλέκεται αριστοτεχνικά με την πολιτική έννοια της «κοσμόπολης» ως κοινής δήθεν πατρίδας όλων των ανεθνικών κοσμοπολιτών του ελλαδικού χώρου. Η έννοια «Γη» εισάγεται επομένως ως υποκατάστατο της ελληνικής πατρίδας, η οποία ως «κηλίδα αίματος»,δηλαδή έθνος, είναι δηθεν ηθικά απαράδεκτη.
Ακούγεται ότι 1200 οργανώσεις με αυτά τα πιστεύω δρούν ήδη στην Ελλάδα, από την Κρήτη ως την Κομοτηνή. Η ύπαρξη τους αποτελεί μνημείο των μεθόδων αποσάθρωσης της εθνικής αρχής, όπως αυτές που υπο τον όρο «soft power» των ΗΠΑ περιγράφονται διεξοδικα από τον καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστο. Γεννάται εδώ το ερώτημα : τι έχουν πράξει καθ` όλο το χρονικό αυτό διάστημα κατίσχυσης του αντεθνισμού εκεινοι οι Έλληνες επιστήμονες που δεν έχουν αμέσως ή εμμέσως εξαγορασθεί, προκειμένου να εκφέρουν τον από τον ελληνικό λαό δικαίως αναμενόμενο αντίλογο σ` αυτό το εισαγομενο συνοθύλευμα εντέχνως δομημένων ασυναρτησιών; Γιατί δεν υπέδειξε η σοβαρή ελληνική επιστήμη ότι ο όρος «κοσμοπολιτισμός» και «κοσμόπολις» είναι όροι στωϊκοί της ελληνικής φιλοσοφίας, δηλαδή από την πολιτισμένη ανθρωπότητα γενικώς αναγνωρισμένη κατάκτηση του ελληνικού πνεύματος του Ανθρωπισμού (το ίδιο ακριβως ισχυει για τον όρο «οικουμένη» (κατοικημένη γη), οικουμενικός και οικουμενικότητα που έχουν υιοθετήσει οι χριστιανικές εκκλησίες). Κατά ποιαν λογική ταυτίζεται από τους ανελλήνιστους μεταπράτες ο ελληνισμός με την έννοια του στενού τοπικισμού και βρίσκεται δήθεν σε αντίθεση με το ιδανικό της οικουμενικότητας?
Γιατί , περαιτέρω, δεν κατεδείχθη, όπως π.χ. στον συλλογικό τόμο της Martha Nussbaum «Πατριωτισμός ή κοσμοπολιτισμός;» αποσαφήνισαν σοβαροί δυτικοί στοχαστές, (όπως άλλωστε πολύ πριν από αυτούς ο στωικός φιλόσοφος Ιεροκλής) ότι η αγάπη του τόπου όπου γεννιέται και ανδρώνεται ο άνθρωπος (κατά προέκταση της οικείωσης προς εαυτόν) είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να φθάσει κανείς στην αγάπη της ανθρωπότητας; Γιατί επιτρέψαμε η αγάπη του οικείου και των δικών μας ανθρώπων να δυσφημισθεί, όπως το θέλει η προπαγάνδα, ως συνώνυμο του εγωισμού, σε αντιθετική δήθεν σχέση με την αγάπη του Άλλου, τον αλτρουισμό; Γιατί δεν φροντίσαμε να καταδείξουμε στους μεταπράτες κακοχωνεμένων φιλοσοφημάτων ότι η αγάπη που συνέχει την κοινότητα των ομοίων, των ανθρώπων με κοινή καταγωγή,(« το ομογενές προς το ομογενές» των στωικών) όχι μόνον δεν αποτελεί «ρατσισμό» και «ξενοφοβία» αλλά είναι, αντιθέτως, ως αφετηρία της φυσικής κίνησης της ολοένα επεκτεινόμενης από το κέντρο προς την περιφέρεια .Συμπάθειας (μιας έννοιας που ανέπτυξε συστηματικά ο στωικός φιλόσοφος Ποσειδώνιος) αναγκαία προϋπόθεση για την αγάπη της ανθρωπότητας ολάκαιρης, προϋπόθεση του Ανθρωπισμού; Γιατί επιτρέψαμε στην προπαγάνδα να μεταλλάξει την ελληνική φιλοξενία σε ξενοφιλία, την οικείωση σε αλλοτρίωση; Γιατί επιτρέψαμε να δυσφημιστεί αναίσχυντα ο ελληνικός οικουμενισμός ως δήθεν «στείρος ελληνοκεντρισμός»; Γιατί δεν διακρίναμε εγκαίρως ότι στόχος της αλλοκεντρικής, «πολυπολιτισμικής» προπαγάνδας είναι στην πραγματικότητα η απόρριψη των δικών μας ανθρώπων, η οικειοφοβία; Προς αυτήν την κατεύθυνση παραπέμπει και το σύνθημα « είμαστε όλοι μετανάστες!»
Ακόμα και ανώτατοι πολιτικοί αξιωματούχοι εκόντες-άκοντες έχουν περιπέσει στην ως άνω σύγχυση. Έτσι π.χ. η νυν υπουργός εξωτερικών της Ελλάδος σε παρουσίαση βιβλίου που έγινε πριν λίγους μήνες στην Στοά του Βιβλίου είπε σε ομιλία της με θέμα τις «μακεδονικές ταυτότητες» ότι για να αγαπήσεις το δικό σου έθνος πρέπει να μισήσεις τα άλλα έθνη! (Κατήγγειλε την φιλοπατρία, δηλαδή ως ακραίο εθνικισμό). Δεν στάθηκε η κα. υπουργός να σκεφθεί αν αυτό δεν σημαίνει επίσης ότι και η φυσική αγάπη προς τον πατέρα της έχει κατά προέκταση ως προϋπόθεση το μίσος προς όλους τους άλλους πατέρες αυτής της Γής, πράγμα προφανές αστείο.
Χρεώνει η προπαγάνδα στα έθνη- κράτη όλους τους πολέμους και την επιθετικότητα αυτού του πλανήτη, ξεχνώντας ότι και πριν από τα έθνη-κράτη οι αυτοκρατορίες έκαναν πολέμους, αλλά και στα πλαίσια του ιδίου έθνους πχ των Ιταλών της Αναγέννησης ή. των Αρχαίων Ελλήνων πολέμους έκαναν και οι πόλεις –κράτη και πριν από αυτές οι πρωτόγονες φυλές επίσης με τον ίδιο ζήλο πολεμούσαν μεταξύ τους. Ο πόλεμος δεν εφευρέθηκε τα τελευταία διακόσια χρόνια, όταν δηλαδή στην Ευρώπη τα προϋπάρχοντα έθνη, έχοντας καταλύσει την δυναστική φεουδαρχική αρχή, θωράκισαν την αυτοδιάθεση τους δια της δημιουργίας ιδίας κρατικής εξουσίας. Ο πόλεμος είναι προαιώνιο κακό της ανθρωπότητας και οι μεγαλύτεροι σοφοί-ανθρωπιστές που ασχολήθηκαν με το τεράστιο αυτό πρόβλημα δεν στάθηκαν ικανοί να μεταβάλλουν αυτήν την κατάσταση.
Βέβαια βολεύει σήμερα η ψευτοεπιστημονική ταύτιση του φαινομένου του πολέμου με την αρχή του έθνους, γιατί; Διότι επιτρέπει να προβληθεί ο «πολυπολιτισμός», δηλαδή ο πολυεθνοτισμός ως φάρμακο και θεραπεία. Προβάλλεται ως αντίδοτο η ιδέα μιας κρατικής εξουσίας η οποία απορρέει δήθεν «δημοκρατικά» από πολλές συνιστώσες εθνότητες. Και αυτό στήνεται με σπουδή, μονομερώς και αποκλειστικά, στον δικό μας, μικρό ελληνικό χώρο , δηλαδή τον χώρο που χρειάζεται για την αναπαραγωγή του το ελληνικό γένος! Όμως η αρχή του ενός κράτους με πολλές συνιστώσες εθνότητες δεν είναι άλλο από την παλιά, γνωστή μας αρχή της αυτοκρατορίας, την αυτοκρατορική αρχή. Αν πιστέψουμε τον Νέγρι και την συζήτηση στα αμερικανικά πανεπιστήμια, η αυτοκρατορία ξανάρχεται, η αυτοκρατορία ξαναχτυπάει. Ποιόν; μα τα έθνη-κράτη, που θέλουν την κρατική εξουσία φύλακα του έθνους, της ιδιοσυστασίας του πολιτισμού του και εγγυητή της μελλοντικής αναπαραγωγής του. Την αυτοκρατορική αρχή αποδόμησης του ελληνικού έθνους υπηρετούν λοιπόν οι ντόπιοι γενίτσαροι. Προς χάριν μιας ουτοπικής παγκόσμιας κυβέρνησης διαλύουν το υπαρκτό ελληνικό έθνος και τους φυσικούς δεσμούς της κοινωνίας των ανθρώπων πανάρχαιας κοινής καταγωγής που αποτελούν: το ένδοξο γένος των Ελλήνων, το δικό μας γένος!
Αν η Ελλάδα είναι να αποτελέσει σε μικρή κλίμακα προμαχώνα μιας προβαλλόμενης παγκόσμιας αυτοκρατορίας που θα διοικείται από κάποια – προς το παρόν ανεξιχνίαστη – υπερκυβέρνηση, αν η Ελλάδα προορίζεται μόνη αυτή από όλα τα έθνη της Ευρώπης να θυσιαστεί στον βωμό της αυτοκρατορικής αρχής και το ελληνικό γένος «διεθνοποιούμενο» να αυτοκτονήσει – ή να το «αυτοκτονήσουν» – θα αποτελέσει η θυσία αυτή άραγε μια συμβολή στην παγκόσμια ειρήνη στα πλαίσια μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας;
Όχι βέβαια, εφόσον όπως οξυδερκώς σημείωσε ο Παναγιώτης Κονδύλης και μέσα στα πλαίσια ενός παγκοσμίου κράτους δεν θα εξέλειπαν οι εμφύλιοι πόλεμοι! Δεν γνωρίζουμε τάχα από την ιστορία εμφυλίους πολέμους μέσα στα όρια των κρατών? Τι θα μπορούσε ν` αλλάξει σ` αυτό η τυχόν παγκοσμιοποίηση της αυτοκρατορικής αρχής; Μήπως η εφαρμογή της δικτατορίας στο υπερκράτος; (ο λόγος που ο διαφωτιστής φιλόσοφος Καντ απέρριψε στο σύγγραμμα «Αιώνια Ειρήνη» ένα παγκόσμιο υπερκράτος ως ευκταία προοπτική). Μήπως μια υπερσύχρονη δικτατορία γενετικών μεταλλάξεων και ελέγχου του νου του Ανθρώπου; Και είναι άραγε έτοιμοι οι ντόπιοι μεταπράτες της νεοταξίτικης κριτικής κατά του έθνους να διασφαλίσουν την παγκόσμια ειρήνη με τίμημα την ανθρώπινη ακεραιότητα και αξιοπρέπεια;
Αν κρίνουμε από τον συνωμοτικό, αυταρχικό τρόπο με τον οποίο επιβάλουν πραξικοπηματικά την μετάλλαξη του Έλληνα εις άλλον είδος, (μια μετάλλαξη όχι απλώς ιδεολογική – αντεθνική άπατρις ιδεολογία και παιδεία – αλλά και βιολογική δια της επιγαμίας με εκατομμύρια αλλοφύλων εποίκων-λαθρομεταναστών), αν κρίνουμε από τον οπορτουνισμό τους απέναντι στα καλέσματα της Υπερδύναμης, αν κρίνουμε από την δυσοσμία της «προδοσίας και της ασκήμιας» (Μίκης Θεοδωράκης) που συνοδεύει κάθε τους έκφραση, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι η αλλοτρίωση που δόλια επιβάλλουν στο γένος των Ελλήνων είναι και δεν μπορεί παρά να είναι προάγγελος της αλλοτρίωσης του ανθρώπινου γένους στο σύνολό του.
Αν πέσει η Ελλάδα, αν εξαφανισθεί ο υπαρκτός Ελληνισμός, αν υπερισχύσουν εδώ οι δυνάμεις του χάους, θα έχει ανοίξει ο δρόμος για την πτώση της Ανθρωπότητας, τουλάχιστον της πολιτισμένης ανθρωπότητας όπως την συνέλαβε και εξέφρασε το Ελληνικό Πνεύμα στην νομοτέλειά της.
Μεγάλε Έλληνα, μεγάλε Ίωνα Δραγούμη!
Που είσαι σήμερα, την ώρα των νάνων του πνεύματος, των γενίτσαρων που επιφέρουν το λυκόφως της Ελλάδος; Που είσαι να κηρύξεις πάλι αυτό που έχομε απόλυτη ανάγκη, την «ομορφιά των εθνών», που είναι η ιδιοσυστασία του πολιτισμού τους; Να μας εξηγήσεις, όπως τόσο πειστικά το έκαμες στο έργο σου «Ελληνικός Πολιτισμός», ότι σκοπός του έθνους είναι ο πολιτισμός, ότι η πολυμορφία των τοπικών πολιτισμών είναι ο πλούτος της ανθρωπότητας, τα χίλια άνθη που ανθίζουν στο περιβόλι του Ανθρώπου;
Να μας εξηγήσεις ότι το κράτος ένα χρέος έχει, το να εξασφαλίζει όσο καλύτερα μπορεί το «άνθισμα του έθνους» (Ελλην. Πολιτισμός σελ. 69), να μας το εξηγήσεις σήμερα που το κράτος μας παραπαίει, που σκοπό έχει βάλει όχι πλέον τη σωτηρία του έθνους αλλά όλο πιο απροκάλυπτα την καταστροφή του έθνους του ίδιου του έθνους που εντέλλεται να διαφυλάξει! Σήμερα, που υπουργοί αυτού του έθνους, όπως ο Δικαιοσύνης Χατζηγάκης, ισχυρίζονται μέσα στην ίδια την Βουλή των Ελλήνων ότι το έθνος είναι από τη φύση του «επιθετικό» και «δεν εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα»(!) που μπορεί να υπάρχουν μόνο στον πολυπολιτισμό! Σήμερα, που ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Γ. Παπανδρέου θα πει στο Γαλλικό Ινστιτούτο κατά την παρουσίαση βιβλίου του Λιονέλ Ζοσπέν (Μάιος 2006) «ότι εάν βασίσουμε την ταυτότητα μας αποκλειστικά στη θρησκεία, την εθνική ή φυλετική καταγωγή, τότε επιλέγουμε κοινωνίες είτε θεοκρατικές, είτε βαθιά αυταρχικές, ρατσιστικές ή ακραία εθνικιστικές». (Εννοώντας ότι δήθεν μόνο στον πολυπολιτισμό μπορούμε να στηριχθούμε !)
Και ποιός έδωσε σ` όλους αυτούς τους καταστροφείς της εθνικής αρχής αξιώματα, ελευθερίες, βήμα για να εκφράζουν τις υποβολιμαίες διδαχές τους αν όχι το έθνος που υποσκάπτουν; Ποιος θεσμοθέτησε συντάγματα δημοκρατικά, νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία, ελευθερία λόγου, θρησκευτικών πεποιθήσεων, ελευθερία συναθροίσεων, ισότητα μπροστά στο νόμο, αν όχι το καταφρονημένο από τους άφρονες αυτούς έθνος;
Που είσαι, μεγάλε Έλληνα Ίωνα Δραγούμη να μας διδάξεις σήμερα πώς η παράδοση και η ιστορία κάνουν τα μέλη μιας φυλής έθνος (Ελλην. Πολιτισμός σελ. 89) και ότι το έθνος δημιούργησε το κράτος για να προστατεύεται μέσω αυτού, κι ότι το έθνος είναι μια οικογένεια από κοινότητες; («Οι Τρεις Προκηρύξεις» σελ. 151)
Η σεχταριστική μεταπρατική επιστήμη των Α. Λιάκου και ΣΙΑ επιδιώκει σήμερα να μας πείσει ότι το νέο κράτος του 1830 δημιούργησε εκ του μηδενός το ελληνικό έθνος. Αντιθέτως , ο ειδικός σε θέματα εθνογένεσης καθηγητής της Τυβίγγης Langewiesche και πολλοί άλλοι συνοψίζοντας τα αποτελέσματα της εγκυρότερης σύγχρονης έρευνας εξήγησαν πως το γερμανικό έθνος ως κοινότητα ανθρώπων κοινής καταγωγής προηγήθηκε βεβαίως κατά πολύ του κράτους που δημιουργήθηκε το 1870. Κατά πολλούς Γερμανούς ιστορικούς ένα έθνος είναι μια «κοινότητα πεπρωμένου» – Schicksalsgemeinschaft. (Αυτά σε σειρά δημοσιευμάτων του περιοδικού Spiegel αρχές του 2007.) «Είτε το θέλουμε είτε όχι», είπε ο καθηγητής Langewiesche, «καμία έξω από το έθνος αρχή δεν συγκίνησε τόσο τους ανθρώπους τα τελευταία 200 χρόνια ώστε να δίνουν και τη ζωή τους γι` αυτήν».
Αλλά τι πειράζει τον καθηγητή Α. Λιάκο αν σφάλλει ισχυριζόμενος ότι το κράτος δημιούργησε το 1830 το δήθεν ανύπαρκτο προηγουμένως ελληνικό έθνος; Ο Α. Λιάκος γνωρίζει ορθά κάτι γι` αυτόν πολύ σημαντικότερο, ότι το κράτος αν δεν εδημιούργησε, όμως είναι εις θέσην να καταστρέψει το έθνος. Αλλο η δημιουργία άλλο η καταστροφή. Σήμερα κι όλας. Δια της αφελληνισμένης παιδείας. Και δια του «πολυπολιτισμού» που στηρίζεται στη λαθρομετανάστευση.
Ο Ίωνας Δραγούμης είπε πως η ελληνική γη χρειάζεται χέρια να την δουλέψουμε, γιατί τα παιδιά της την αφήνουν και φεύγουν. Αν εξακολουθήσει αυτό, είπε το 1913 ο Ίων, θ` άρθουνε σίγουρα, σήμερα –αύριο, ξένοι να εκμεταλλευτούν τον τόπο μας («Τρεις Προκηρύξεις» σελ. 135).
Η προφητεία επαληθεύτηκε. Πιστή στα κελεύσματα της αυτοκρατορίας, η ελληνική ελίτ επέτρεψε και επιτρέπει την μαζική είσοδο ξένων στην ελληνική γη που ερημώθηκε μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο 1946-9. Την ελληνική δε υπογεννητικότητα του 0,9% (μεγαλύτερη της Ευρώπης και από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως) θα υπεραναπληρώσουν, ευτυχώς, οι ελληνοποιημένοι ξένοι(!), όπως μας βεβαιώνουν οι μισέλληνες της διοίκησης, το «Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής» παρά τω υπουργείω Εσωτερικών, η «Κοινωνία Πολιτών» κλπ. Καμία βεβαίως ενίσχυση της ελληνίδας μητέρας και της ελληνικής οικογένειας δεν προβλέπεται από την εποχή Σημίτη και εντεύθεν. Προς τι άλλωστε να ενισχυθεί το επάρατο ελληνικό έθνος; Γι αυτό θέλουμε «πολυπολιτισμό», γι αυτό προωθούμε εποικισμό και συγκυβέρνηση της Ελλάδος με ξένους των Βαλκανίων της Ασίας και της Αφρικής γι αυτό προωθούμε την δημιουργία ενός υβριδικού πολιτισμού που δεν θα φέρει αντίσταση στην συρρίκνωση της ελληνικής επικρατείας, προς όφελος της Νέας Τάξης Πραγμάτων στην περιοχή και του Κεφαλαίου που δεν γνωρίζει πατρίδες; (οι Προλετάριοι έχουν πατρίδα, είπε ο σοφός Μάρξ, το Κεφάλαιο είναι που δεν έχει).
Τι πειράζει επομένως που ξένα δημογραφικά ινστιτούτα προβλέπουν συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού στα 2.5 εκατομμύρια για το 2050; Τι πειράζει που η εμπειρία ολόκληρης της Ευρώπης καταδεικνύει την συγκρουσιακότητα του πολυπολιτισμού, ή η εμπειρία και αυτών των ΗΠΑ επισημαίνει την καταστροφή του κοινωνικού κεφαλαίου; ( η πολύχρονη έρευνα του αριστερού καθηγητή του Χάρβαρντ Robert Putnam έδειξε καθίζηση της εμπιστοσύνης και κοινωνικότητας στα πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα). Τι πειράζει τελικά όταν διαφαίνεται η αδυναμία λειτουργίας της ίδιας της δημοκρατίας όταν άνθρωποι χωρίς κοινή ιστορική διαδρομή και στόχους για το μέλλον συμβιώνουν τεχνητά στο πάλαι ποτέ εθνικό έδαφος; (Ηabermas 2001). Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι Έλληνες, οι ιδιοκτήτες του εθνικού χώρου που δεν μπορούν να απαλλαγούν από την «έμμονη ιδέα» μιας δήθεν προνομιακής τους σχέσης με τον εθνικό χώρο που θεωρούν πατρίδα… Γι` αυτούς θα υπάρξει καταστολή και αλλοδαποί πραιτοριανοί στην αστυνομία και τον στρατό.
Γιατί να ακολουθήσουμε τους Γάλλους που προβαίνουν σε απελάσεις λαθρομεταναστών; Εμείς οι Έλληνες είμαστε ανθρωπιστές. Όχι βέβαια για τις άνεργες Ελληνίδες, αλλά για τις δεσποινίδες χωρίς χαρτιά από τη Sierra Leone.
Όχι για τους άνεργους έλληνες συνταξιούχους που φυτοζωούν με συντάξεις πείνας, αλλά για τους πεινασμένους που οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και οι δουλέμποροι φέρνουν από την Ασία. Όχι για τον έλληνα αγρότη που τα παιδιά του, όπως είδε ο Δραγούμης εγκαταλείπουν την ύπαιθρο για να γίνουν χαραμοφάηδες δήθεν ακαδημαϊκοί, αλλά για τους Αλβανούς εποίκους που θα κληρονομήσουν το ελληνικό χώμα. Η άφρων, δημαγωγική-ψηφοθηρική παροχή ανωτάτης παιδείας σε όλους αποστέρησε την ύπαιθρο από κατοίκους και την χώρα από παραγωγικές δυνάμεις γενικότερα, παρέχοντας έτσι έδαφος στα σχέδια της ελίτ για μετάλλαξη του έθνους σε πολυεθνοτικό προτεκτοράτο δια του λαθρομεταναστευτικού εποικισμού. Οι λαθρομετανάστες παρουσιάζονται έτσι ως αναγκαίο συμπλήρωμα της παραγωγικής τάξης της Ελλάδος που συρρικνώθηκε από την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση και τις «ανώτερες σπουδές».
Πολύ ορθά παρατήρησε ο Ίων Δραγούμης ότι «οι αρχηγοί του έθνους είναι τις περισσότερες φορές οι μεγαλύτεροι μισέλληνες και εχθροί του»!! («Όσοι Ζωντανοί» σελ. 100). Πολύ ορθά είπε ακόμα πως το «Ρωμαίικο κυλά σ` ένα κατήφορο κατά τον εκμηδενισμό του» («Όσοι Ζωντανοί» σελ. 102)
«Ένα έθνος για να ζήσει», είπε ο Δραγούμης, «πρέπει να έχει ένα σκοπό και ένα πρόγραμμα, ειδεμή άλλο έθνος με πρόγραμμα θα βρεθεί να μας σαρώσει όλους».
(«Όσοι ζωντανοί»σελ.69)
Το τελευταίο αυτό ισχύει ακόμα, ενώ ταυτόχρονα γίνεται ορατός ο κίνδυνος το έθνος μας να πληγεί και εκ των ένδον: Από την πέμπτη φάλαγγα των γενιτσάρων και το αμέτρητο πλήθος των νεοεισαχθέντων αλλοδαπών εποίκων. Οι τελευταίοι έχουν γεννητικότητα πολλαπλάσια των Ελλήνων και δικαίωμα συνένωσης οικογενειών. Σε ελάχιστα χρόνια οι έλληνες θα γίνουν μειονότητα στην πάλαι ποτέ ελληνική επικράτεια. Οι φιλάνθρωποι και αισιόδοξοι συμπολίτες μας που ευελπιστούν ότι τα εκατομμύρια των ξένων θα «εξελληνιστούν» πέπρωται να απογοητευθούν, για τρεις λογούς : πρώτον διότι το ποσοστό των ξένων είναι απαγορευτικά υψηλό (πολύ μεγαλύτερο από τον μέσο όρο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Δεύτερον διότι δεν υπάρχει πλέον, μετά την Γιαννάκου, Ρεπούση, Λιάκο, κτλ. Ελληνική παιδεία στα σχολεία. Υπάρχει αντ`αυτής «πολυπολιτισμική», συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα μισελληνική παιδεία. Τρίτον, διότι ο ίδιος «ελληνικός » μεταναστευτικός νόμος του Σημίτη του 2003 αποκρούει την αφομοίωση των μεταναστών ως συντηρητική ιδεολογία της Ευρώπης και αντ`αυτής θέτει ως στόχο της μεταναστευτικής πολιτικής της Ελλάδος την ανοχή και τον σεβασμό της «διαφορετικότητας» των μεταναστών με όλες τις εθνικές, θρησκευτικές και γλωσσικές τους παραδόσεις – όλα τα στοιχειά αυτά προφανώς υπηρετούν όχι μια λογική αφομοίωσης, αλλά μια λογική εγκαθίδρυσης πολυπολιτισμού στην Ελλάδα. Με αλλά λόγια, την μετάλλαξη του εθνικού κράτους σε ουδετεροεθνές κρατικό μόρφωμα στην νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ποια άμυνα είναι υπό αυτούς τους όρους δυνατή κατά του ολοένα ενισχυόμενου εθνικισμού και ανθελληνισμού των από βορρά και ανατολών γειτόνων της Ελλάδος;
Για να εξηγούμεθα, μια τελευταία παρατήρηση: Κατά κανέναν τρόπο ας μην θεωρηθεί από οποιονδήποτε πως είμαστε εναντίον του μετανάστη γενικώς και αορίστως. Ποιος Έλληνας είναι άλλωστε;
Αυτό που ζητούμε, είναι μια εθνική μεταναστευτική πολιτική όπως αυτήν κάθε πολιτισμένου έθνους. Μια πολιτική που καθορίζει την μεταναστευτική ροή με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και που εγγυάται επίσης την ύπαρξη προϋποθέσεων και δομών για την ανθρώπινη, δημοκρατική και ισότιμη μεταχείριση του Ξένου.
Μια τέτοια ακριβώς υπεύθυνη εθνική μεταναστευτική πολιτική αρνούνται στην Ελλάδα οι ιθύνοντες. Και γνωρίζουμε γιατί: διότι γι` αυτούς δεν αποτελεί γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Κων/νος Π. Ρωμανός  (2008)

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Καργάκος Σ.- Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

 Ο Πολιτικὸς Παπαδιαμάντης καὶ ἡ Ῥωμηοσύνη

τοῦ Σαράντου Καργάκου


Ὁ Παπαδιαμάντης ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος λογοτέχνης πεζογράφος ποὺ ἀνέδειξε ὁ ἑλληνικὸς χῶρος καὶ κόσμος ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Ἦταν ὅμως καὶ ποιητής. Ὄχι διότι ἔγραψε κάποια ποιήματα ποὺ δὲν ἔχουν ἰδιαίτερη ποιητικὴ πνοή. Ὅπως γράφω στὴ δίτομη ἱστορία μου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσμου (τόμ. Β´, σ. 531 - Οἱ παραπομπὲς γίνονται στὴν ἔκδοση Βαλέτα), ἡ ποιητικότητά του ἀποκαλύπτεται στὰ μεγάλα πεζογραφήματά του. Ἔκανε τὸν πεζὸ λόγο ποίηση. Ὡς κορυφαῖος πεζογράφος, λοιπόν, δὲν ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης ἕνας μονοδιάστατος συγγραφέας, πρωτίστως θρησκευτικός, ὅπως τὸν παρουσίασε μία κατηγορία θαυμαστῶν καὶ ἄλλη μία κατηγορία ἐπικριτῶν. Ἦταν ἕνας πολυεπίπεδος συγγραφέας, καὶ ὡς ἄνθρωπος μία σύνθετη προσωπικότητα, ἕνας ψυχικὸς συλλαβόγριφος, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ ἑρμηνευθεῖ, ἂν ἐξετασθεῖ ἀπὸ μία καὶ μόνο ὀπτικὴ γωνία. Κατ᾿ ἐμὲ ὁ Παπαδιαμάντης, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ σημαίνει πὼς ἀρνοῦμαι τὴ θρησκευτικότητα, τὸν θρησκευτισμό, τὸν ἐρωτισμό, τὴ φυσιολατρία, τὸν παγανισμὸ καὶ τὴν ψυχολογική του διεισδυτικότητα, εἶναι ἕνας μεγάλος κοινωνικὸς καὶ πολιτικὸς συγγραφέας, ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς συγγραφέας τῶν γραμμάτων μας, ὁ βαθύτερος μελετητὴς τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς τῆς δικῆς του ἐποχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἐποχῶν μέχρι τῶν σημερινῶν κακῶν μας τῶν καιρῶν. Ὡς πολιτικὸς συγγραφέας ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι καὶ ὀξύτατος σατιριστὴς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἴσως ἐνόχλησε τότε, ὅπως ἐνοχλεῖ καὶ νῦν. Κι ἐπειδὴ οἱ πολιτικοὶ στοχασμοὶ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦσαν ἄκρως ἐνοχλητικοί, καθότι ἦσαν σωστοί, βρέθηκε καὶ γι᾿ αὐτὸν ἡ ταμπέλα τοῦ «συντηρητικοῦ» καὶ τοῦ «ἀντιδραστικοῦ». Ἀλλ᾿ ὅμως κανεὶς προοδευτικὸς δὲν μᾶς ἔχει δώσει μὲ τόση περιγραφικὴ γλαφυρότητα τὴν εὐτέλειά τοῦ τότε καὶ νῦν πολιτικοῦ μας βίου στὸ βαθμὸ ποὺ τὸ πέτυχε ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ περίφημο ἀφήγημα «Οἱ Χαλασοχώρηδες», ποὺ δημοσιεύθηκε σὲ συνέχειες στὴν Ἀκρόπολι τοῦ Γαβριηλίδη τὸν Αὔγουστο τοῦ 1892.
Εἶπαν κάποιοι ἀφελῶς τὸν Παπαδιαμάντη ἀπολιτικό, ἐπειδὴ ὑπῆρξε ἀποδοκιμαστικὸς ἔναντι πολιτικῶν ἐκφράσεων τοῦ πολιτικοῦ βίου παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων ἐποχῶν. Ἡ ἄρνηση ὅμως μίας συγκεκριμένης πολιτικῆς πρακτικῆς, ποὺ μετατρέπει τὴν πολιτικὴ ἀπὸ ἄσκηση θυσίας σὲ ἄσκηση λῃστείας, δὲν συνιστᾷ ἔλλειψη πολιτικότητας. Τοὐναντίον, κανεὶς ἀπ᾿ ὅτι ἔχω ὑπόψη δὲν ὑπῆρξε τόσο ἀμείλικτα μαστιγωτικὸς κατὰ τῆς πολιτικῆς τῶν ἰσχυρῶν στὸ βαθμὸ ποὺ ὑπῆρξε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἐλέγχοντας τὴν πολιτικῆς τῆς πανίσχυρης Βενετίας, πού, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἦταν ὁ πλανητάρχης τῶν τότε καιρῶν, γράφει στὸ μυθιστόρημα «Ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν», ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Μὴ χάνεσαι τοῦ Γαβριηλίδη μεταξὺ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου 1882 καὶ Φεβρουαρίου 1883, τὰ ἀκόλουθα:
«Ἡ γενεολογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνησία κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πεῖναν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν λῃστείαν. Ἡ λῃστεία ἐγέννησε τὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου καὶ διὰ τῆς …βίας. Πάντοτε ἀμετάβλητοι οἱ σχοινοβᾶται οὗτοι οἱ Ἀθίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δ᾿ οὕτω τοὺς λεγομένους πολιτικούς). Μαῦροι χαλκεῖς κατασκευάζοντες δεσμὰ διὰ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ βαθυζόφῳ σκοτίᾳ τοῦ αἰωνίου ἐργαστηρίου των…».
Μετὰ ἀπὸ ἕναν τέτοιο στιγματισμό, πὼς ἦταν δυνατὸν νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ δημοπιθήκους καὶ δημοκόλακες σὰν ἀντιδραστικός; Ἀλλὰ σ᾿ αὐτὸ ἔγκειται κατ᾿ ἐμὲ ἡ βαθειὰ πολιτικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς ἀνθρώπου. Προτίμησε νὰ πεινάσει παρὰ νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ ὑποταχθεῖ στοὺς ἰσχυροὺς τῆς πολιτικῆς. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε σὰν ζητιάνος ὄχι γιατὶ τοῦ ἄρεσε νὰ εἶναι Διογενικός, ἀλλὰ γιατὶ δὲν ἦταν ἀγαπητὸς στὸν πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ μικρόκοσμο τῆς Σκιάθου καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐπείνασε, ὄχι γιατὶ δὲν ἐδούλεψε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν προσκύνησε κανέναν ἰσχυρὸ οὔτε τῆς πολιτείας, οὔτε τῆς ἐκκλησίας. Πρὸς ὅλους ἦταν ἐξ ἴσου αὐστηρὸς καὶ ὅπου ἔπρεπε ἦταν ἐπικριτικός. Αὐτὸ συνιστᾷ τὴ βαθύτερη πολιτικὴ οὐσία τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος λαϊκὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ – κι ὄχι γιὰ χρηματισμὸ – συνέταξε τὸ πρῶτο καταστατικὸ θεσσαλικοῦ ἀγροτικοῦ συλλόγου.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἀρνητικὸς ἔναντι τῆς τότε πολιτικῆς, διότι ἔβλεπε νὰ διαμορφώνεται ἕνας πολιτικὸς βίος ἔξω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ παράδοση τῆς ἐκκλησίας. Ὅπως πολὺ σωστὰ παρατήρησε ὁ Σπύρος Μελᾶς, «εἶναι ὁ μόνος ποὺ εἶδε, ὅτι ἡ θρησκεία, μὲ ἄλλα λόγια ἡ ὀρθοδοξία, ἦταν ἡ σπονδυλικὴ στήλη τοῦ ἐθνικοῦ σώματος». (Πρόλογος, στὴν ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» ἀπὸ τὸ Γ. Βαλέτα, τόμ. Α´, σ. 18). Ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πολιτικὴ παράδοση γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη σήμαινε πολιτικὸ θάνατο τοῦ Γένους. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦταν σφόδρα πολέμιος ἐναντίον αὐτῶν ποὺ ἀπέστεργαν τὴν βυζαντινή μας παράδοση, ποὺ περισσότερο ἴσως κι ἀπὸ πνευματική, εἶναι παράδοση πολιτική, μέσα ἀπὸ τὴ θρησκευτική της ἔκφραση. Γράφει στὸ περίφημο διήγημα «Λαμπριάτικος Ψάλτης», ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν Ἀκρόπολι τὸ 1893, τὰ ἀκόλουθα σαρκαστικά, γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν μυκτήριζαν γιὰ τὴν ἐμμονή του νὰ γράφει θρησκευτικὰ ἑορταστικὰ διηγήματα:
«Μὴ ῾θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ!᾿. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐνοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾿ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψης, ὅτι ὁ Χριστὸς ῾δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ᾿, καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς ῾προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως;᾿» (Β´, 109).
Ἰδοὺ πῶς εἰκονογραφεῖ τὸ πολιτικό μας πρόβλημα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἴδιο διήγημα λίγες γραμμὲς παρακάτω:
«Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! Ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἴμοι ἀνικανώτερον, ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος».
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει μία ὁλικὴ σύλληψη περὶ τοῦ Γένους. Δὲν τὸ βλέπει στὰ πλαίσια τῆς ἀπελευθερωμένης νότιας Ἑλλάδος. Γι᾿ αὐτὸν Γένος εἶναι τὸ ποίμνιο τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ἀναγνωρίζει ὡς πνευματικὴ κεφαλὴ τὴν Βασιλεύουσα καὶ τὸ ὁποῖο ἐν πολλοῖς παραμένει ἀλύτρωτο καὶ χρειάζεται χεῖρα βοηθείας, ποὺ δὲν εἶναι μόνο οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ἐνίσχυση, ἀλλὰ πρωτίστως ἐνίσχυση πνευματική, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ σημαίνει ἀποκοπὴ ἀπὸ τὶς πάτριες ρίζες ἐν ὀνόματι κάποιου «ἐκσυγχρονισμοῦ», ποὺ καὶ τότε, ὅπως καὶ νῦν, ταλανίζει τὸ δύσμοιρο Γένος μας. Δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ὅποια ἐξέλιξη ὁ Παπαδιαμάντης, οὔτε ξεγράφει τὶς νεωτερίζουσες τάσεις. Ἁπλῶς ρεαλιστικώτατα πιστεύει στὴν ἀρχὴ τοῦ «κάθε πρᾶγμα στὸν καιρό του». Καὶ γράφει:
«Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλῃ νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἕως ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάση καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του».
Ἡ θρησκεία ἦταν, γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἡ πλατειὰ καὶ ἰσχυρὴ βάση πάνω στὴν ὁποία ὄφειλε τὸ Γένος νὰ στηρίξει τὴν πολιτική του. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Παπαδιαμάντης, κάνοντας μὲ τὰ λογοτεχνήματά του, τὴ δική του πολιτική, συμπυκνώνει τὸ πολιτικὸ/λογοτεχνικό του δόγμα στὰ ἑξῆς:
«Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω, ἰδίως κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. ῾Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείῃ ἡ γλῶσσα μου τῷ λαρυγγί μου, ἐὰν οὐ μὴ σοῦ μνησθῶ᾿» (Β´, 110).
Ἔχει λεχθεῖ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὴν τότε πολιτικὴ πραγματικότητα. Τίποτε ἀναληθέστερο ἀπὸ αὐτό. Τὴν παρακολουθοῦσε σὰν ἄγρυπνος Ἄργος καὶ ἀγωνιοῦσε γι᾿ αὐτό. Ἔγραφε στὴν Ἀκρόπολι τὴν Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1896, χρονιὰ τῆς τελέσεως τῶν Α´ Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, τὰ ἀκόλουθα:
«Ἠμύνθησαν περὶ πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοὶ τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου Γένους, τοῦ ῾στειρεύοντος πρίν, καὶ ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον;᾿.
Ἄμυνα περὶ πάτρης δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας.
Τὶς ἠμύνθη περὶ πάτρης;
Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος».
Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ὁ πολιτικώτατος Παπαδιαμάντης τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἑλλὰς ζοῦσε τὸ πολιτικὸ μεθύσι ποὺ προσέφεραν οἱ Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες. Ἕνα χρόνο μετὰ ἦλθε ἡ ἐπονείδιστη ἧττα τοῦ 1897. Ὁ Παπαδιαμάντης, ἡ γλαῦξ ποὺ θρηνοῦσε ἐπὶ τῶν ἐρειπίων, εἶχε δικαιωθεῖ. Ἀλλὰ πόσοι ἀκοῦνε τὶς γλαῦκες τὶς τότε καὶ τῆς παρούσης ἐποχῆς; Φέτος μοῦ εἶχε ζητηθεῖ νὰ συμβάλω στὴ σύνταξη μίας πολιτικῆς προκηρύξεως. Ἀλλὰ δὲν ἔστερξα, γιατὶ δὲν ἤθελα νὰ ἐνταχθῶ κομματικὰ πουθενά. Στὴν ἐφημερίδα ὅμως ὅπου ἀρθρογραφῶ ἔγραψα ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε σὲ μία προκήρυξη πολιτικὴ νὰ προσθέσω οὔτε τελικὸ νι στὰ ὅσα ἔγραψε σ᾿ ἕνα μελέτημά του περὶ κλήρου καὶ ἐκκλησίας τὸ 1896 ὁ Παπαδιαμάντης:
«Νὰ παύσῃ π.χ. ἡ συστηματικὴ περιφρόνησις τῆς θρησκείας ἐκ μέρους πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Ἡ λεγομένη ἀνωτέρα τάξις νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἂν θέλῃ νὰ ἐγκληματισθῇ ἐδῶ. Νὰ γίνῃ προστάτις τῶν πατρίων, καὶ ὄχι διώκτρια. Νὰ ἀσπασθῇ καὶ νὰ ἐγκολπωθῇ τὰς ἐθνικᾶς παραδόσεις. Νὰ μὴ περιφρονῇ ἀναφανδὸν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. Νὰ καταπολεμηθῇ ὁ ξενισμός, ὁ πιθηκισμός, ὁ φραγκισμός. Νὰ μὴ νοθεύονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ τὰ οἰκογενειακὰ ἔθιμα. Νὰ καλλιεργηθῇ ἡ σεμνοπρεπὴς βυζαντινὴ παράδοσις εἰς τὴν λατρείαν, εἰς τὴν διακόσμησιν τῶν ναῶν, τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ζωγραφικήν. Νὰ μὴ μιμώμεθα οὔτε τοὺς Παπιστὰς καὶ οὔτε τοὺς Προτεστάντας. Νὰ μὴ χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα. Νὰ στέργωμεν καὶ νὰ τιμῶμεν τὰ πάτρια. Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νὰ ἔχωμεν κειμήλια καὶ νὰ μὴ φροντίζωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν. Ἂς σταθμήσωσι καλῶς τὴν εὐθύνην των, οἱ ἔχοντες τὴν μεγίστην εὐθύνην».
Σφάλλουν ἀφαντάστως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἔξω ἀπὸ τὰ προβλήματα τοῦ καιροῦ του καὶ τοῦ καιροῦ μας. Μὲ τὴν «Φόνισσα» θίγει καιρίως τὸ μέγα κοινωνικὸ πρόβλημα τῆς προῖκας, μὲ τὸ «Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν», τὸ πρῶτο οἰκολογικὸ διήγημα τῆς λογοτεχνίας μας, θίγει τὸ πρόβλημα τῆς καταστροφῆς τοῦ περιβάλλοντος καὶ δι᾿ αὐτῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸ ἀσυλλήπτου δραματικότητος ἀφήγημα «Ὁ πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον» θίγει τὶς φοβερὲς πληγὲς τῆς χαρτοπαιξίας καὶ τῆς τοκογλυφίας, τὴν ὁποία, ὡς πολιτικὴ λέπρα στιγματίζει καὶ στὸ «Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου», ἐνῷ στὸ πολὺ καυστικὸ «Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Δεσπότη», δὲν διστάζει αὐτὸς ὁ θεοσεβὴς νὰ γίνει μαστιγωτὴς τῆς ὑποκριτικῆς καὶ ἄπληστης συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνώτερου κλήρου, ἢ τῆς σιμωνίας τὴν ὁποία φραγγελώνει ἀλύπητα στὸ ἀφήγημα «Ὁ ἀνάκατος», ὅπου εὐτόλμως ἐντὸς παρενθέσεως γράφει: «Ἐπειδὴ τότε ἀκόμα δὲν εἶχε ἀκριβήνει, πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ ἡ σιμωνία, καὶ δὲν εἶχαν διορίσει οἱ ῾῾δεσποτάδες᾿᾿, ἀνὰ τὸ θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους ἐργολάβους, οἵτινες ν᾿ ἀπαιτοῦν ἑκατοστάρικα εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν» (Ε´, σ. 122). Οὔτε νομίζω ὅτι ὑπάρχει κανεὶς στὴ λογοτεχνία της τότε ἐποχῆς ποὺ νὰ ἐστιγμάτισε τὸν ἀντιεβραϊσμὸ μὲ τόσο ἄρτιο λογοτεχνικὸ τρόπο ὅσο τὸ ἔπραξε ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ τελευταῖο ἴσως διήγημα τῆς ζωῆς του, «Ὁ ἀντίχτυπος τοῦ νοῦ», ποὺ τελειώνει μὲ τὴν καταπληκτικὴ καταπελτικὴ φράση: «Μήπως οἱ Ἑβραῖοι δὲν εἶναι ἄνθρωποι; Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κλαίει». Ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ τελευταία της ζωῆς τοῦ Παπαδιαμάντη γραμμή.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἐπέλεξε συνειδητὴ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴ δημοσιογραφία, γιατί ἤθελε νὰ εἶναι κοντὰ στὴ φλεγμαίνουσα ζώνη τῆς πολιτικῆς λειτουργίας. Ἦταν μέσα στὴν ψυχὴ τῆς πολιτικῆς, ὅπως ἦταν καὶ μέσα στὴν οὐσία τῆς ζωῆς, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ προβολή. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἀκόμη ἡ πολιτικὴ τῶν λόγων, ἡ πολιτικὴ τοῦ θεάματος. Ἀπεχθανόταν τὸν λογοκοπικὸ δημαγωγισμό. Γράφει σ᾿ ἕνα μικρὸ ἀφήγημα τοῦ 1907, τὸ «Ἐπιμηθεὶς εἰς τὸν βράχον» τὰ ἀκόλουθα σωστὰ γιὰ τὶς προτιμήσεις τοῦ λαοῦ: «Θέλει δυστυχῶς λόγο, καὶ πολλοὺς λόγους μάλιστα… θέλει κάτι ὡσὰν θέαμα, καὶ τὰ θέλει ὅλα λογοκοπικὰ καὶ θεατρικά. Καὶ δι᾿ αὐτὸ ὅσοι βγάζουν λόγους πεντάρικους ἢ δεκάρικους εὐδοκιμοῦν εἰς τὸ πλῆθος· καὶ δι᾿ αὐτό… τὸ προκόψαμε» (Α, 467). Καὶ ἂς μοῦ πεῖ ὁποιοσδήποτε «προοδευτικὸς» ποιὸς εἶναι ὁ πρῶτος συγγραφέας μας ποὺ ἔθιξε τὸ πρόβλημα τῶν ναρκωτικῶν, ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ ἀληθινὰ συγκλονιστικὸ ἀφήγημα «Κοινωνικὴ ἁρμονία», ποῦ δημοσιεύτηκε τὸ 1906; Ποιὸς ἔθιξε πρῶτος τὴν κοινωνικὴ διάσταση τῆς πορνείας, ἂν ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ τολμηρότατο γιὰ τὴν ἐποχή του «Τὸ Ἰδιόκτητο»; Ἀλλὰ καὶ πάλι ἐρωτῶ πάντα ἐχέφρονα πολίτη, ποιὸς εἶναι ὁ πρῶτος λογοτέχνης μας, ποὺ ἐστιγμάτισε τὸν διχασμὸ ποὺ συνεπάγεται ὁ κομματισμός, ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης, μὲ τὸ ἀνεπανάληπτο διήγημα «Τὰ δύο τέρατα», ποὺ γράφτηκε τὸ 1909; Ἀρκεῖ μόνο μία περικοπὴ ἀπὸ αὐτό: «Ὅλα τὰ ἐκλογικὰ ἀκάθαρτα δαιμόνια εἶχον ἐξαπολυθῆ εἰς τὸν δρόμον τὴν χρονιὰν ἐκείνην. Ἡ πλουτοκρατία εἶχε συμμαχήσει μὲ τὴν ὀχλοκρατίαν· τὸ τέρας τὸ κίτρινον εἶχε καλέσει εἰς βοήθειαν τὸ ἄλλο τέρας τὸ κόκκινον» (Ε´, 60). Ἕνας ἄλλος παπᾶς γιὰ νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἐμφανῶς εἶχε ἁπλώσει στὸ μπαλκόνι του ὅλα τὰ κόκκινα κιλίμιά του, τάχα γιὰ νὰ ἀερισθοῦν!
Κάποιοι ἐπικριτὲς τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχουν παρατηρήσει ὅτι ὁ Σκιαθίτης πεζογράφος, κι ὅταν ἀκόμη ἀσχολεῖται μὲ τὴν πολιτική, εἶναι πάντα ἐπικριτικός, γιατὶ δὲν πιστεύει στὴν πολιτικὴ καὶ δὲν ἔχει ὅραμα πολιτικό. Ὅμως κι αὐτὴ ἡ παρατήρηση εἶναι λάθος φρικτό, ποὺ ἀδικεῖ τὸν Παπαδιαμάντη. Ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καμμία δυσκολία νὰ τιμήσει τὴ μνήμη τοῦ Χαριλάου Τρικούπη δύο φορές, δίνοντας μάλιστα τὸ καλύτερο κατ᾿ ἐμὲ πολιτικὸ πορτραῖτο τοῦ Μεσολογγίτη πολιτικοῦ. Εἶναι τόσο σπαρταριστὴ ἡ περιγραφὴ ποὺ μόνο ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ζήσει τὸν Τρικούπη ἀπὸ πολὺ κοντὰ καὶ μετεῖχε τοῦ ἰδίου πολιτικοῦ ὁραματισμοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀποδώσει τόσο πιστά.
* * * * *
Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα ποὺ τὸ θεωρῶ θεμελιακὸ γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ ἰδεολογικοῦ χώρου τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἀσφαλῶς ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας ἦταν σφοδρὸς πολέμιος τῆς μικροπολιτικῆς· εἶχε ὅμως ὅραμα μεγάλης πολιτικῆς; Στὸ βιβλίο μου Ξαναδιαβάζοντας τὴ «Φόνισσα», ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 1987, προσπάθησα ἀπὸ πολλὲς γωνίες λήψεως νὰ φωτογραφήσω τὸ πολιτικὸ ὅραμα τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ ἦταν βεβαίως τὸ ὅραμα ἑνὸς μεγάλου ἔθνους, ἀλλὰ πραγματωμένου μὲ ἄλλες μεθόδους καὶ ἄλλη ἰδεολογία ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ἐπίσημα ἐξέφραζε ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀθήνας. Ἡ πολιτικὴ τῆς Μεγάλης Ἰδέας ἐκφραζόταν τότε καὶ μετὰ μὲ τὴν πρακτικὴ ἀποσπάσεως ἐδαφῶν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, μέσα στὸν ὁποῖο ὑπερίσχυε ἡ πολιτικὴ παράδοση τοῦ Βυζαντίου, ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὄχι πολιτικὴ ἀποσπάσεως ἀλλὰ κληρονομιᾶς. Οἱ Ἕλληνες, συνετὰ πολιτευόμενοι, θὰ ἦσαν οἱ φυσικοὶ κληρονόμοι τῆς καταρρέουσας ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Παπαδιαμάντης, βαθύτατα χριστιανὸς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδιοσυστασία του Ῥωμιός, ἔβλεπε τὸ ἐθνικὸ πρόβλημα μὲ μία εὐρύτερη προοπτική, ποὺ περιεῖχε ὅλους τους Χριστιανοὺς τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ Ρωμιοσύνη του δὲν προσέκρουε στὴν Ἑλληνοσύνη του. Οἱ Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ μικρὰ ζύμη ποὺ θὰ ζυμοῦσε ὅλο τὸ φύραμα τῶν λαῶν καὶ θὰ τοὺς ἔδινε ἕνα ὅραμα πολιτικό. Ὁ Παπαδιαμάντης, κι ἂν δὲν ἦταν πολιτικός, ἔβλεπε ὡστόσο ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς μποροῦσε νὰ ἐκταθεῖ ἕως ἐκεῖ ποὺ ὑπῆρχε συμπαγὴς ἐθνολογικὴ βάση. Ἀντίθετα, ἡ ἰδέα τῆς Ρωμιοσύνης, ἐμπεριέχοντας καὶ τὴν ἑλληνοσύνη, εἶχε μία διάσταση εὐρύτερη, σχεδὸν οἰκουμενική. Δυστυχῶς, ὁ Δυτικισμὸς δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ διαμορφώσουμε μία ἀνατολικὴ πολιτικὴ – ἔστω κι ἂν στόχος μας πολιτικὸς ἦταν ἡ Ἀνατολή. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παπαδιαμάντης ἀποστρεφόταν τὴν τρέχουσα πολιτικὴ καὶ τὶς τότε ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τῆς Δύσης διαμορφούμενες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς ἀξίες. Ἔβλεπε τοὺς ὁμοεθνεῖς του νὰ ἀγωνίζονται νὰ γίνουν μικροί, ἐνῷ ἡ ἱστορική τους ἀποστολὴ ἦταν νὰ γίνουν μεγάλοι. Βεβαίως 16 μῆνες μετὰ τὸ θάνατό του ἡ Ἑλλὰς εἶχε διπλασιασθεῖ ἐδαφικὰ καὶ δέκα χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του εἶχε τριπλασιασθεῖ. Ἡ αὔξηση ὅμως αὐτὴ ἦταν στρατιωτικὴ κι ὄχι πολιτική, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Παπαδιαμάντης. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Μεγάλη Ἰδέα πνίγηκε στὶς ὄχθες τοῦ Σαγγάριου καὶ στὶς ἀκτὲς τῆς Ἰωνίας. Ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως ἀργότερα ὁ Ἴων Δραγούμης, ἔβλεπε τὸ ζήτημα διαφορετικά. Μία ἄλλη χριστιανικὴ αὐτοκρατορία θὰ διαδεχόταν τὴ μουσουλμανικὴ καὶ θὰ ἔδινε νέα πνοὴ στοὺς ὑποταγμένους λαούς, μηδὲ τῶν Σλάβων, τῶν Ἀλβανῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων ἑξαιρουμένων. Δὲν φοβόταν τὴν Ἀνατολὴ ὁ Παπαδιαμάντης, οὔτε τὸ Βορρᾶ, φοβόταν τὴ Δύση γιὰ τὶς μικρὲς ἀξίες ποὺ προωθοῦσε στὸ χῶρο μας, ἀξίες ποὺ ἔκαναν τὸν Ἕλληνα ἀπὸ λαϊκὸ ἄρχοντα καὶ λαϊκὸ νοικοκύρη νὰ γίνεται μικρόψυχος καὶ χρηματόφιλος ἀστός. Ἕνα κλάσμα ἀνθρώπου.
Σὲ ἕνα μικρὸ – σχεδὸν ἐλάχιστο – ἀφήγημα ποὺ ἔγραψε τὸ 1907, ὑπὸ τὸν περίεργο τίτλο «Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας», ὑπάρχει σὰν καταληκτικὴ ἡ καταπληκτικὴ ἐρωτηματικὴ φράση:
- «Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι
Ἰδού, λοιπόν, τὸ πολιτικό μας πρόβλημα, ὅπως τὸ ἔθεσε τότε καὶ γιὰ τώρα ὁ Παπαδιαμάντης· γιατὶ τὸ ἐρώτημα τοῦτο παραμένει καὶ τώρα ἐπίκαιρο


Εἰσήγηση μὲ τίτλο «Ὁ Πολιτικὸς Παπαδιαμάντης» ποὺ παρουσιάστηκε στὸ διήμερο Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε στὴν Παλαιὰ Βουλὴ ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος ἐπ᾿ εὐκαιρία συμπληρώσεως 150 χρόνων ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Παπαδιαμάντη στὶς 25 καὶ 26 Μαΐου 2001.

 

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Tσιρόπουλος Κώστας- Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Γιανναράς Χρήστος- Βραβεία ιδιωτικής αντίστασης

Καθημερινή 16-01-11 


Η απόγνωση για την παντοδαπή διάλυση του κράτους, της έννομης τάξης και κάθε κοινωνικής λογικής στην Ελλάδα σήμερα, ζητάει ερείσματα αντίστασης που να δικαιολογούν ελπίδα: ότι η κρίση δεν θα διαρκέσει, ότι υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ.
Κάπου θέλουμε να ελπίσουμε οι άνθρωποι. Σε κοινωνική ομάδα, σε θεσμό, σε επαγγελματική τάξη. Που να σώζει την ποιότητα και τη δυναμική της ανιδιοτέλειας την ικανή να λειτουργήσει ως καταλύτης κοινωνικού μετασχηματισμού και επανίδρυσης του κράτους. Έναυσμα παλιγγενεσίας.
Πρώτη και εύκολη η καταφυγή στο αόριστο νεφέλωμα των «πνευματικών ανθρώπων»: Τι κάνουν οι «πνευματικοί άνθρωποι» σήμερα, γιατί δεν συσπειρώνονται να βγουν μπροστάρηδες στη λαϊκή οργή, να αντιπαλαίψουν το σαπισμένο και ανίκανο πολιτικό σύστημα; Ο πανικός της απόγνωσης δεν αφήνει χώρο σε ερωτήματα λογικού ελέγχου: Ποιοι είναι οι «πνευματικοί άνθρωποι» σήμερα και τι ακριβώς θα μπορούσαν να κάνουν;
Πανεπιστημιακοί καθηγητές; Προβεβλημένοι στη δημοσιότητα ποιητές, λογοτέχνες, καλλιτέχνες; Οι δικαστικοί; Οι επίσκοποι; Τα επιστημονικά σωματεία – Δικηγορικός Σύλλογος, Ιατρικός Σύλλογος, Τεχνικό Επιμελητήριο; Η Ακαδημία Αθηνών; Ποια κοινωνική ομάδα, θεσμός ή επαγγελματική τάξη από αυτό το φάσμα έχει δώσει, εδώ και δεκαετίες, το παραμικρό δείγμα παρεμβατικής έγνοιας για την ελληνική κοινωνία; Οχι αντίδρασης, αλλά έστω και δυσανασχέτησης για τη διαβουκόλησή της από την κομματοκρατία, την αναξιοκρατική ολιγαρχία τη διαπλεκόμενη και διεφθαρμένη, την προκλητική ανικανότητα και ανυποληψία των πολιτικών ηγητόρων της χώρας. Ποιοι, συλλογικά, ψέλλισαν ποτέ αντίρρηση για τον αμοραλισμό του πελατειακού συστήματος, που παγίδευσε την ελλαδική κοινωνία στην καταναλωτική μονοτροπία και απληστία, στον σαδιστικό, βάναυσα αντικοινωνικό συνδικαλισμό; Ποια ομάδα, θεσμός, τάξη από το παραπάνω φάσμα δεν συνέπαιξε απροκάλυπτα, αν δεν υποτάχθηκε δουλικά, στον εξωραϊσμένο μηδενισμό των «προοδευτικών» δυνάμεων;
Αλλά, έστω, να παραβλέψουμε το παρελθόν, να υποθέσουμε ότι υπάρχουν αλώβητοι από συλλογικές ενοχές «πνευματικοί άνθρωποι»: κάποιες χαρισματικές περιπτώσεις που διαθέτουν τις προϋποθέσεις να υπηρετήσουν τα κοινά. Τι θα μπορούσαν να κάνουν σήμερα; Έστω με θεωρητική γνώση και πρακτική εμπειρία, ανιδιοτελή ζήλο και θυσιαστική ετοιμότητα. Τι τους ζητάμε; Να ενταχθούν σε κάποια από τα υπάρχοντα κόμματα; Ξέρουμε, από πάμπολλες περιπτώσεις, ποια ανθρωπολογική αλλοτρίωση τους περιμένει, ποιες ανήκεστες βλάβες στον ψυχισμό τους, στο διανοητικό τους επίπεδο, στα αντανακλαστικά της συμπεριφοράς τους.
Να συγκροτήσουν καινούργιο κόμμα; Το αποτέλεσμα είναι επίσης προδιαγεγραμμένο: τους περιμένει η κατασυκοφάντηση, η έντεχνη γελοιοποίηση ή το μεθοδικό θάψιμο στην παρασιώπηση, στον συνεπή εξοβελισμό από τη δημοσιότητα. Οι κομματικές συντεχνίες, οργανικά διαπλεκόμενες με τα ΜΜΕ, επιβάλλουν στον πολιτικό στίβο τούς νόμους των μαφιών της νύχτας: Ξέρουν να εξοντώνουν κάθε ενοχλητικό ανταγωνιστή στο πεδίο όπου οι ίδιες πουλάνε «προστασία». Η τύχη του ΚΟΔΗΣΟ, μοναδικού κομματικού σχήματος που κατόρθωσε να σαρκώσει τόση ανιδιοτέλεια, σοβαρότητα και πολιτική αξιοπρέπεια, θα μείνει στην κρατική μας ιστορία αποκαλυπτικό παράδειγμα.
Στην περυσινή μόλις χρονιά προστέθηκαν δύο ακόμα παραδείγματα της υποδοχής που επιφυλάσσουν οι «προστάτες» του ελλαδικού πολιτικού πεδίου σε οποιαδήποτε έξωθεν, εκτός δικού τους ελέγχου παρέμβαση: Ενας ιδιοφυής νομικός και επιχειρηματίας, όπως και ένας διεθνώς καταξιωμένος πανεπιστημιακός, τόλμησαν την ευθύνη ανάληψης δημόσιου λόγου για τα κοινά, σε συνθήκες μιας κρίσης που διαφαινόταν (και αποδείχνεται συνεχώς) μοιραία για την Ελλάδα. Οι αρνητικές φήμες για τα πρόσωπα των τολμητιών, τις «ύποπτες» φιλοδοξίες τους και οι μειωτικοί υπαινιγμοί για την επαγγελματική τους επιτυχία αποτελούν εναργή προειδοποίηση για όσους θα αγνοήσουν στο μέλλον ποιοι στην Ελλάδα κρατάνε και το μαχαίρι και το πεπόνι.
Κεφάλαιον επί τοις λεγομένοις: Το πρόβλημα αν θα τελειώσει ιστορικά ο Ελληνισμός, όπως όλα δείχνουν, είναι κυρίως πρόβλημα πολιτικής διαχείρισης της εφιαλτικής κατρακύλας. Αλλά το ενδεχόμενο να μην τελειώσει ο Ελληνισμός μαζί με το ανεπίδεκτο πια σωτηρίας ελλαδικό κρατίδιο, το διαχειριζόμαστε πολλοί: κυρίως άτομα, λιγότερο θεσμοί. Διαχειριζόμαστε την επιβίωση της γλώσσας, επομένως τη διάκριση τι είναι ποίηση και τι δεν είναι, τι είναι λογοτεχνία και τι σκαριφήματα εντυπωσιασμού. Διαχειριζόμαστε τη διάσωση της διάκρισης ποιοτήτων στη χρήση της Ελληνίδας γλώσσας, της ανυπότακτης σε μεταπρατισμό λειτουργίας φιλόσοφου λόγου, διάσωση ασυμβίβαστων απαιτήσεων αλήθειας, όχι χρήσιμων σκοπιμοτήτων.
Στην προοπτική αυτού του χρέους, μια ασήμαντη, περιθωριακή, «ιδιώτου λόγου» επιφυλλίδα ψελλίζει τα δικά της βραβεύματα για την ποίηση και τη λογοτεχνία σε γλώσσα ελληνική – έτσι, σαν «μπουκάλα στο πέλαγο» της παρακμιακής και φέτος ακρισίας, του πληθωρισμού της ασημαντότητας. Όταν σε καμιά απολύτως πτυχή του συλλογικού μας βίου δεν λειτουργεί πια διάκριση ποιοτήτων και υπεράσπιση του χαρίσματος, γιατί να αποτελέσουν εξαίρεση τα βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών; Θα αντιτάξει λοιπόν ο ιδιώτης στις ποιητικές επιλογές της Ακαδημίας την αναιδέστατη, αλλά διψασμένη για ποιότητα, δική του προτίμηση:
Την έκπληξη και τον θαυμασμό που του γέννησε το μεγάλο, σε μέγεθος και μαστορική, ποιητικό έργο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια» («Ινδικτος»). Από κοντά τα «Μικρά Βασίλεια» της Ανθής Λεούση, κορυφαία εκφραστική. Μαζί η «Φοινικιά» του Γιώργου Χαβουτσά (Γαβριηλίδης) και το ποιητικό κόσμημα που είναι η μετάφραση από τον ίδιο (από τα ρωσικά) του βιβλίου «Ταξίδι στην Αρμενία», του Μάντελσταμ («Ινδικτος»). Ακόμα: «Μιχαήλ», του Στρατή Πασχάλη, «Μετά την ομορφιά» του Χρήστου Κούκη, «Εδώ στο λίγο», της Ελένης Μαρινάκη.
Στην πεζογραφία τα βραβεία της ιδιωτικής αντίστασης θα ξεκινούσαν από την καινούργια έκρηξη απίστευτου ταλέντου, που είναι τα διηγήματα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου «Καλό αίμα, κακό αίμα» («Εστία»). Θα περνούσαν στη ζείδωρη ανανέωση του αφηγηματικού λόγου που κομίζουν τέσσερα κιόλας βιβλία του Γιάννη Μακριδάκη (όλα στην «Εστία»): «Ανάμισης ντενεκές», «Η δεξιά τσέπη του ράσου», «Ήλιος με δόντια», «Λαγού μαλλί». Αναδρομικά (στα βραβεία καθυστερήσεις επιτρέπονται) θα τιμούσε ο ιδιώτης τη Μαρία Αγγελίδου για το λογοτεχνικό κορύφωμα που είναι η μετάφρασή της: «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ», του ανυπέρβλητου Joseph Roth («Άγρα»). Ενδείξεις όλα, μέτρα ποιότητας.
Για να σωθεί η ελληνικότητα, τώρα που τελειώνει ο Ελλαδισμός.

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΙ


ΕΒΑΛΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ  ΣΚΕΨΗΣ

Της Ναταλί  Χατζηαντωνίου


Η Ελλάδα αποχαιρετούσε πάντα όσους σπουδαίους συνέβαλαν κατά καιρούς με το έργο και την προσωπικότητά τους στη διατήρηση της αξιοπρέπειάς της, χρησιμοποιώντας το βαφτιστικό τους όνομα, σε μια υπόμνηση μιας αρχαιοελληνικής εκδοχής οικειότητας.

Ετσι κατευοδώσαμε τη «Μελίνα», τον «Μάνο». Να αποχαιρετήσουμε την ντε Ρομιγί ως Ζακλίν; Αξίζει πάντως ένα ύστατο ελληνοπρεπές χαίρε στην «Κυρία Ελλάδα», όπως χαρακτήρισε χθες το «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» τη φωτισμένη ελληνίστρια και παθιασμένη φιλέλληνα, τη Γαλλίδα ακαδημαϊκό, συγγραφέα, μεταφράστρια των Ελλήνων κλασικών στα γαλλικά και καθηγήτρια, που πέθανε στα 97 χρόνια της, αφήνοντας τη χώρα μας σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της νεότερης ιστορίας της, φτωχότερη κατά μια σημαντικότατη πνευματική συμμαχία.
«Σε στιγμές δύσκολες για την Ελλάδα, όπου η φήμη της τίθεται συχνά υπό αμφισβήτηση, η φωνή και το έργο της Ζακλίν ντε Ρομιγί υπήρξαν καθοριστικά για την υπενθύμιση και ανύψωση του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής γραμματείας. Σπάνια η χώρα μας αξιώθηκε τέτοιους συμμάχους. Η Ελλάδα σήμερα πενθεί», ανέφερε και το συλλυπητήριο μήνυμα του υπουργού Πολιτισμού.
Περνώντας τα τελευταία χρόνια το μεγαλύτερο διάστημα στο εξοχικό σπίτι της στην Εξ-αν-Προβάνς, το οποίο είχε διαμορφώσει σαν μικρογραφία του ελληνικού τοπίου, μέσα στις ελιές και τα πεύκα, η Ζακλίν ντε Ρομιγί πέθανε σε νοσοκομείο στο παρισινό προάστιο της Βουλόνης. Ηταν πια σχεδόν τελείως τυφλή, αλλά με το πνεύμα της απολύτως αδιάβλητο από το γήρας. «Είμαι πια πολύ γριά. Αλλά στο τέλος της ζωής μου ό,τι υπήρξε πάντα βασικό αντικείμενο της εργασίας μου, μου φαίνεται πιο πολύτιμο από ποτέ», έλεγε και υπαγόρευε τα τελευταία της βιβλία στους συνεργάτες της ή στο μαγνητόφωνο.
Λόγος εναντίον κτηνωδίας
Το 2007 μιλώντας στο περιοδικό «Le Point» προέβλεπε: «Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη για τις αγαπημένες μου αρχαίες γλώσσες, ούτε άλλωστε για τα γαλλικά ούτε για τις ανθρωπιστικές σπουδές εν γένει και, ακόμη λιγότερο, για το μέλλον του πολιτισμού μας. Αν δεν υπάρξει κάποιο σκίρτημα, οδεύουμε προς μια καταστροφή και μπαίνουμε σε μια εποχή βαρβαρότητας». Και προειδοποιούσε: «Το να μάθεις να σκέφτεσαι, να είσαι ακριβής, να ζυγίζεις τις λέξεις σου, να ακούς τον άλλον, σημαίνει να είσαι ικανός να διαλέγεσαι και είναι το μόνο μέσο για να αναχαιτισθεί η τρομακτική βία που αυξάνεται γύρω μας. Ο λόγος είναι ένα φρούριο κατά της κτηνωδίας. Οταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής, όταν δεν είναι αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία...».
Δεν ήταν, βέβαια, μόνο «δική μας» η Ζακλίν ντε Ρομιγί κι ας πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα το 1995 και χρίστηκε «πρέσβειρα του Ελληνισμού» το 2001. Η διανοήτρια, που κατά το «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» «ξανάβαλε το "ελληνικό θαύμα" στο επίκεντρο της δυτικής σκέψης», εκείνη που επέμενε ότι «για μια χώρα, η χρήση της γλώσσας της σημαίνει και την ανεξαρτησία της», άφησε παγκόσμιο κληροδότημα την πολυάριθμη σημαντικότατη εργογραφία της. Εδωσε έμφαση στη μελέτη του Θουκυδίδη, του θεάτρου του Αισχύλου και του Ευριπίδη, του Ομηρικού Επους και της ελληνικής γλώσσας.
Υποκλίνεται και η Γαλλία
Και η ίδια, ενσαρκώνοντας μία από τις όλο και σπανιότερες περιπτώσεις ουμανιστικής αντίληψης για τον πολιτισμό, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα δρώντα πνεύματα της σύγχρονης σκέψης. Ετσι την αποχαιρέτησε και ο Γάλλος υπουργός Πολιτισμού Φρεντερίκ Μιτεράν, επισημαίνοντας ότι «χάθηκε ένα από τα πολύ μεγάλα πνεύματα της εποχής μας». Οσο για τον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί, επισήμανε ότι η ζωή και το έργο της «μεγάλης ουμανίστριας είναι εμβαπτισμένα στο φως που πηγάζει από έναν πολύ υψηλό πολιτισμό -τον ελληνικό».
Ισως όμως ακόμα σημαντικότερο ήταν το σχόλιο της Ελέν Καρέρ ντ' Ανκός, ισόβιας γραμματέως της Γαλλικής Ακαδημίας. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για τη Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη Γαλλία». Αλλωστε σ' αυτό αφιέρωσε τη ζωή και την ακαδημαϊκή της καριέρα: στην καλλιέργεια των κλασικών ελληνικών γραμμάτων, υπέρ της κατάρτισης και της διαμόρφωσης ενός ουμανιστικού πνεύματος, και ως αντίδοτο στη βία και τη βαρβαρότητα. «Της προκαλούσε τεράστιο πόνο το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας», τόνισε η ντ' Ανκός.
Η τολμηρή και δρώσα συνείδηση της Ζακλίν ντε Ρομιγί και το ρηξικέλευθο πνεύμα της, της επέτρεψαν να καταλύσει πρώτη, πολλές φορές, ανδροκρατούμενους θεσμούς. Ηταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην περίφημη Έcole Normale. Η πρώτη που δίδαξε στο Κολέγιο της Γαλλίας, εγκαινιάζοντας την έδρα «Η Ελλάδα και η διαμόρφωση της ηθικής και πολιτικής σκέψης». Και μόλις η δεύτερη γυναίκα που εξελέγη το 1988, μετά τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, στη Γαλλική Ακαδημία. *

Η Εβραιοπούλα που ερωτεύτηκε τον Θουκυδίδη

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί γεννήθηκε στη Σαρτρ, στις 26 Μαρτίου του 1913.
Ηταν κόρη του Εβραίου καθηγητή της Φιλοσοφίας Μαξίμ Νταβίντ (σκοτώθηκε στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου) και της συγγραφέως Ζαν Μαλβουαζάν. Πήρε το επίθετο «ντε Ρομιγί» το 1940, όταν παντρεύτηκε τον Μισέλ Γουόρμς ντε Ρομιγί από τον οποίο χώρισε το 1973, χωρίς να έχουν αποκτήσει παιδιά.
Αν αναζητούσε κανείς στη ζωή της ένα μοιραίο σημείο εκκίνησης για ό,τι θα γινόταν πάθος και αφοσίωση, θα μπορούσε να σταθεί στην ημέρα που η Ζαν Μαλβουαζάν χάρισε στην έφηβη κόρη της ένα αντίτυπο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη. Η νεαρή Ζακλίν αφοσιώνεται στην ανάγνωσή του. Σπουδάζει στο παρισινό lycee Moliere από όπου αποφοιτά το 1930, έχοντας αποσπάσει στις γενικές εξετάσεις για αριστούχους της Γαλλίας, αριστείο στα λατινικά και δεύτερο βραβείο στα αρχαία ελληνικά. Γίνεται δεκτή στην Έcole Normale και, μαθητεύοντας δίπλα στον ελληνιστή Πολ Μαζόν, αποφοιτά το 1936 με δίπλωμα Φιλολογίας. Η γερμανική κατοχή και η ναζιστική κυβέρνηση του Βισί αναστέλλουν τις σπουδές της καθώς, ως εβραϊκής καταγωγής, ζει κρυμμένη. Το 1947 πάντως ολοκληρώνει το διδακτορικό της με θέμα «Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός».
Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λιλ κι από το 1957 έως το 1973 στη Σορβόνη και μετά στο Κολέγιο της Γαλλίας. Υπήρξε διδάκτωρ επί τιμή στα Πανεπιστήμια των Οξφόρδης, Αθήνας, Δουβλίνου, Χαϊδελβέργης, Μόντρεαλ, καθώς και στο Γέιλ. Είχε παρασημοφορηθεί πολλές φορές από το γαλλικό κράτος (έλαβε το 2007 το «μεγαλόσταυρο» της Λεγεώνας της Τιμής) και από την Ελλάδα το «Παράσημο του Φοίνικος» (1977). Το 1984 είχε πάρει το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας. Και το 1995 το Βραβείο Ωνάση. Τότε, μιλώντας στην Πνύκα είχε πει: «Ολος ο κόσμος πρέπει να μάθει ελληνικά. Η ελληνική γλώσσα μάς βοηθάει κατ' αρχήν να καταλάβουμε τη δική μας γλώσσα».
Η αγάπη της για την Ελλάδα υπήρξε πάντα ουσιαστική. Στη μεγάλη πυρκαγιά το 2007, που έφτασε μέχρι την αρχαία Ολυμπία, ήταν εκείνη που είχε προτρέψει τους Γάλλους συμπολίτες της να βοηθήσουν εμπράκτως για την αποκατάσταση των περιοχών που είχαν πληγεί.
Σε μία από τις πρόσφατες συνεντεύξεις της στη «Φιγκαρό», όταν ερωτήθηκε αν έζησε τη ζωή που ήθελε, είπε: «Είναι υπέροχο το να τελειώνω τη ζωή μου μόνη, σχεδόν τυφλή, χωρίς παιδιά και οικογένεια; Κι όμως, η ζωή μου ως καθηγήτρια υπήρξε από την αρχή μέχρι το τέλος αυτό που επιθυμούσα».

Εργα της στα ελληνικά

Στα ελληνικά κυκλοφορούν τουλάχιστον 35 μελέτες της Ζακλίν ντε Ρομιγί, από τις εκδόσεις ΜΙΕΤ, «Ερμής», «Αστυ», «Παπαδήμα», «Νέα Σύνορα-Λιβάνη», «Ζαχαρόπουλος» και «Καρδαμίτσα».
Ενδεικτικά ας αναφέρουμε τα πιο πρόσφατα «Μαθήματα Ελληνικών» και «Το ανθρώπινο μεγαλείο στον αιώνα του Περικλή» (εκδόσεις «Ωκεανίδα», 2010). Και ακόμα: «Πόσο επίκαιρη είναι η αθηναϊκή δημοκρατία σήμερα;» («Ερμής», 2009), «Η Αφήγηση της Ορέστειας του Αισχύλου» (2007, «Ωκεανίδα»), «Λεξικό της ελληνικής λογοτεχνίας Αρχαίας και Νέας» («Ζαχαρόπουλος»-«Δαίδαλος», 2004), «Η αρχαία Ελλάδα σε αναζήτηση της ελευθερίας» («Αστυ», 2001), «Η αρχαία Ελλάδα εναντίον της βίας» («Αστυ», 2001), «Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός» («Παπαδήμας», 2000), «Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας» («Καρδαμίτσα», 1998), «Οι μεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή» («Καρδαμίτσα», 1994), «Αλκιβιάδης» («Αστυ», 1990), «Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη» (ΜΙΕΤ, 1988) κ.ά.
* Δηλώσεις για το θάνατό της έκαναν ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου και ο πρόεδρος της Ν.Δ. Αντ. Σαμαράς.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ (1968-2010)


ΟΡΙΑΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ


In Memoriam

«Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο»
(εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσεις).
Ηράκλειτος (απ.1)


Γιατί τόσος κόσμος σήμερα στον Αγιώργη;  Γιατί πάνω απ’ τα μονοπάτια του χωριού τόσα λευκά περιστέρια;
Για Εσένα,  Γιώργο! Για να σου δώσουν, ξανά όπως και πριν,  ακέρια την αγάπη μας. Και για να μας στείλεις ξανά  το μήνυμά σου!
        Με τη σκέψη τώρα σε γυρεύω.
Δεν μπορώ να σ’ αγγίξω, δεν μπορώ να σε δω κατά πρόσωπο να χαμογελάς, πέμποντας γύρω σου παντού πνοή ζωής και πνεύμα ρωμαλέο κι’ ασυμβίβαστο, ικανό για να βγάλει τα όντα απ’ την αφάνεια και να τα φανερώσει πάνω στη σκηνή. Όχι μονάχα τον αφανισμένο άνθρωπο, αλλά και κάθε πλάσμα ζωντανό, όπως εκείνο το γατάκι που ανέφερες στην εφημερίδα του Συλλόγου, παραθέτοντας πλάι στην φωτογραφία του δυο αποσπάσματα απ’ τον Ηράκλειτο: «εδιζησάμην εμεωυτόν» (αναζήτησα τον εαυτό μου) (απ.101) και «ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν˙ ούτω βαθύν λόγον έχει» (τα πέρατα της ψυχής προχωρώντας δεν θα τα βρεις, όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις˙ τόσο  βαθύ λόγον έχει) (απ.45). Τέτοια ήταν η πνευματική σου δύναμη, οξυδέρκεια  και ευαισθησία! Να φέρεις ξανά στο προσκήνιο «τα πιο πολλά από τα θεία πράγματα [που] μας ξεφεύγουν από απιστία (απιστίη διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι, Ηράκλειτος, απ.11)
       Πού είσαι  Γιώργο? Ρίζωσες βαθειά μέσα στα σπλάχνα της Χελιδόνας. Ρίζωσες βαθειά μεσ’ την καρδιά μας, απ’ όπου δεν μπορεί να σ’ αποσπάσει κανείς. Αμετακίνητη, ακέραιη η παρουσία σου όπως το Παρμενίδειο Είναι, που φέγγει  ως ήλιος –χωρίς να βυθίζεται ποτέ- πίσω απ’ το ηλιοβασίλεμα και το σκοτάδι της νύχτας, όπως εκείνης της 15ης του Νοέμβρη που διάβηκες τα σύνορα του χρόνου. Φέγγεις τώρα πάνω απ’ το σύνορο  ζωής και  θανάτου,  ευγενικά πάντα χαμογελώντας στη ζωή,  όπως   στο πανηγύρι τ’ Αγιανού Αύγουστο μήνα. 
         Πού είσαι  Γιώργο? Ήρθαν οι χωριανοί που αγάπησες, οι φίλοι σου  κι οι συγγενείς για να σε τιμήσουν. Ήρθαν οι αρχές του νομού. Ήρθαν οι συνάδελφοί σου καθηγητές απ’ το Πανεπιστήμιο, ήρθαν  οι φοιτητές σου για ν’ ακούσουν το τελευταίο σου ύψιστο μάθημα.
         Πού είσαι Γιώργο;  
Ποιος να παρηγορήσει τώρα τη μάννα σου και τον πατέρα σου που σε λάτρεψαν, που σ’ είχαν- ως τον μικρότερο-  τον πιο ακριβό και χαϊδεμένο;  Ποιος να παρηγορήσει τώρα τον κυρ-Γιάννη και την Ευαγγελία που σε μεγάλωσαν και σε σπούδασαν διαθέτοντας ό,τι είχαν για ν’ αποκτήσεις τα εφόδια που ήθελες ώστε να πορεύεσαι τίμια, δημιουργικά και άξια στη ζωή! Στο πρόσωπό σου έβλεπαν την πραγμάτωση  των κρυφών ονείρων της  ζωής τους. Στις στερήσεις τους να σε σπουδάσουν έβλεπαν τη συμβολή τους στην πρόοδο και την παιδεία αυτού του τόπου- στην οποία  ο δάσκαλος πατέρας σου κι’ ο αείμνηστος παππούς σου αφιέρωσαν τη ζωή τους. Στο πρόσωπό σου ολόκληρη η οικογένεια καμάρωνε τον αγώνα σου για την αλήθεια, χωρίς την οποία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει και ν’ ανθίσει η κοινωνική ζωή. Αλλά και οι χωριανοί μας έβλεπαν στο πρόσωπό σου μια ζωντανή στιγμή απ’ τα ευγενικά όνειρα της γενιάς του πολέμου και της μετανάστευσης, η οποία στερήθηκε τις μορφωτικές ευκαιρίες  χωρίς όμως να στερηθεί ποτέ τη διάθεση να αγωνίζεται για την  πρόοδο του τόπου και την καλύτερη τύχη των νεότερων γενεών.

     Έφυγες Γιώργο. Και ποιός θα  παρηγορήσει τώρα τα πολυαγαπημένα σου αδέλφια: το Νίκο, τη Ντίνα, και το Βασίλη, που σ’ είχαν τον πιο  αγαπημένο και δεν σου χάλαγαν χατίρι? 
      Πού είσαι Γιώργο?   Έμεινε στη μέση η κουβέντα  που είχαμε αρχίσει πριν από χρόνια. Ούτε Χάιντεγκερ, ούτε Χάμπερμας, ούτε Πλάτωνας, ούτε Ηράκλειτος, ούτε Παρμενίδης μιλάνε τώρα πια, αφού λείπεις εσύ που τους έφερνες κοντά μας και τους έκανες να  μας μιλούν. Τώρα στο Είναι αναπαύεσαι. Το θεϊκό Είναι τώρα σ’ έχει κι’ αυτό μας ενώνει μαζί σου:  το Είναι  που μόχθησες μια ζωή με τη σκέψη σου για να το βγάλεις απ’ την αφάνεια-   απ’ τα φαινόμενα του χρόνου, απ’ τον δυισμό υποκειμένου-αντικειμένου,   απ’ το διαμελισμό της ορθολογικής  γνώσης, κι από την έκλειψη του Λόγου που το κρατά κρυμμένο. Το Είναι που μόχθησες για να το βγάλεις απ’ την εξορία- απ’ την απόσταση όπου το έστειλαν οι άγριοι καιροί-  και να το φέρεις ξανά  στη στάση την πρέπουσα:  σε ό,τι απαυγαύζει  κι αποκαλύπτεται με το «αείζωον πυρ» (απ.52)  που «μεταβάλλον αναπαύεται» του Ηράκλειτου (απ.50), καθώς και με το «αγέννητον εόν και ανώλεθρόν έστιν» (απ.8) του Παρμενίδη. Κι ακόμη, σε ό,τι απαυγάζει και σημαίνεται (πέρα απ’ τον θετικισμό και τον άνευ ορίων  ιστορικισμό και μεταμοντερνισμό) με αυτό που εσύ ονόμασες «οριακή οντολογία», υπονοώντας μια αλ-ήθεια  συμπαντική,  κοινωνική και υπαρξιακή συνάμα, εκπηγάζουσα πρωτογενώς από το γεγονός του όντος.
        Σ΄ έζησα Γιώργο τόσο κοντά μου! Κι η  παρουσία σου όπου βρισκόσουν αποτελούσε πηγή ευφροσύνης, πηγή νοήματος ζωής, πηγή ήθους, πηγή πνευματικότητας και πλήρωση παρουσίας. Χάρις στα μοναδικά σου χαρίσματα και στη φωτοανιχνεύτρα φύση της προσωπικότητάς σου, όπου επάνω της έλαμπαν η ευγένεια, η ομορφιά κι η χάρη,  μας έπαιρνε η ώρα συζητώντας- κάποτε μέχρι αργά τη νύχτα- γύρω απ’ το τραπέζι, όπου ο  Αγιάννης μας πρόσφερνε με το τιμημένο χέρι της μάνας σου κόκκινο κρασί. 
     Δεν  πιστεύω Γιώργο πως είσαι μακριά και δεν μας ακούς. Δεν πιστεύω πως δεν μας βλέπεις και δεν νοιάζεσαι για μας: για τους γονείς σου και τ’ αδέλφια, σου, για τους χωριανούς, τους φίλους και τους συγγενείς μας.  Δεν πιστεύω πως έχεις πάψει να ρωτάς για τη Χελιδόνα, το δρόμο, τα καλντερίμια, το μύλο, το διάσελο, τον καταρράκτη, το πλατάνι,  τον πολιτιστικό  σύλλογο του χωριού, τα  έργα που πρέπει να γίνουν. Δεν πιστεύω πως έπαψες να νοιάζεσαι για τα κοινωνικά προβλήματα και για τον ερχομό της άνοιξης στην προδομένη-υποθηκευμένη πατρίδα μας και στο δοκιμαζόμενο λαό της. Δεν πιστεύω πώς έπαψες να ενδιαφέρεσαι για τη φιλοσοφία, τους συναδέλφους σου και τους φοιτητές σου, αλλά και  για το Πανεπιστήμιο που ήθελες να ιδρυθεί στην Ευρυτανία, όπου ήκμασαν –με κέντρα τον Προυσό και τ’ Άγραφα κατά τα τετρακόσια χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς- οι Σχολές των Ελληνικών Γραμμάτων, που κράτησαν όρθιο το γένος: τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία.
    Παρόν είσαι Γιώργο!  Το φιλοσοφικό σου έργο, οι έρευνες, τα βιβλία, τα άρθρα, οι ομιλίες σου στα συνέδρια, οι διδακτικές σου σημειώσεις και τα χειρόγραφά σου μένουν εδώ για να συνομιλούμε μαζί σου, αλλά και για να συνομιλούν οι γενιές που έρχονται με  το σπινθηροβόλο πνεύμα σου και να βρίσκουν πρότυπα σε ήθος, αξίες, πνευματικότητα  και κοινωνική ευαισθησία.
     Νωρίς έφυγες, την ώρα που βρισκόσουν στο απόγειο της πνευματικής σου πορείας. Ωστόσο, η παρουσία σου έριξε σπόρους κι άφησε φύτρα χρυσά στην ελληνική γη και στις ψυχές μας.
Άκου Γιώργο πως σ’ αποχαιρέτησαν  τα "Ευρυτανικά νέα΄΄   (419/24-11-10) ευθύς σαν έμαθαν την αναχώρησή  σου: «Μια μεγάλη απώλεια για τα ευρυτανικά γράμματα. Η ευρυτανική γη δέχθηκε στα σπλάχνα της ένα από τα πολλά υποσχόμενα πνευματικά τέκνα της».
Άκου Γιώργο με τι λόγια σ’ αποχαιρετούν, αλλά και σε κρατούν πάντα  κοντά μας, οι φοιτητές σου απ’ το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο:
Φοιτητής από το Βόλο:
«Ήταν από τους λίγους καλούς γνώστες της αρχαιοελληνικής Φιλοσοφίας. Με την πνευματική οξυδέρκειά του και τη μεθοδικότητα του κατάφερνε μέσα στις λίγες ώρες να μας περάσει τα εργαλεία της φιλοσοφικής σκέψης.
Καλό ταξίδι Γιώργο … μας άφησες νωρίς, αλλά το ανήσυχο, υπερβατικό και αλτρουιστικό σου πνεύμα είναι ζωντανό για πάντα. Είσαι στις καρδιές μας …. Χάϊντεγκεριανέ δάσκαλε και φιλόσοφε της ηλεκτρονικής Δημοκρατίας! ».
Φοιτητής απ’ την Αθήνα:
«Είμαι συγκλονισμένος.... Ήταν καθηγητής μου πρόπερσι, και μας μιλούσε συχνά στο φιλοσοφικό καφενείο, στο Dasein, στα Εξάρχεια...Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω… ακόμα δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε από κοντά μας.
Κρίμα, για εμάς χάσαμε έναν πραγματικό δάσκαλο, έναν άνθρωπο που συνέβαλε και θα συνέβαλε στην περαιτέρω ανάπτυξη της φιλοσοφίας.  Αυτός, είμαι σίγουρος ότι θα είχε κάτι Χαϊντεγκεριανό να μας πει εξηγώντας την απρόσμενη φυγή, το θάνατό του…».
Φοιτήτρια:
«Είμαι συγκλονισμένη... Ήταν ο καλύτερος καθηγητής που έχω γνωρίσει... Απίστευτο πάθος για τη φιλοσοφία, εξαιρετική μεταδοτικότητα... Αισθάνομαι πολύ τυχερή που τον γνώρισα και είχα την τιμή να τον έχω δάσκαλό μου…».
     Έτσι έλαμψες Γιώργο. Έτσι λάμπεις και τώρα που η παρουσία σου δεν μας γίνεται πια αισθητή με τα μάτια του σώματος, αλλά της ψυχής μας.  Στις χορδές της κιθάρας σου σιωπούν τώρα ο Ντύλαν κι  ο Σαββόπουλος.  Τώρα είσαι ένα με το Είναι, με τη Φύση τη θεϊκή. Η παρουσία σου συνεχίζεται πλέον μέσα από το άνθισμα στις ψυχές μας των στοχασμών, των αξιών και των ονείρων σου. Συνεχίζεται με τη μελέτη και την έρευνα του έργου σου που ήδη  συντελείται στον κόσμο της φιλοσοφίας, της παιδείας και του πολιτισμού. Συνεχίζεται με την άνοιξη που  περιμένει να ρθει για να μας βρει μαζί στην αγαπημένη σου Χελιδόνα μαζί με την Ανάσταση! 
  Χελιδόνα  15 Δεκεμβρίου 2010,                                  Κώστας Ν. Τσιαντής


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Δρ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ιδιότητα:
Πτυχιούχος και διδάκτωρ φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μεταδιδακτορικός ερευνητής
Επιστημονικός συνεργάτης της ΑΣΠΑΙΤΕ Αθηνών
Διδάσκων στο ΕΑΠ
Χρονολογία γέννησης:
28/09/1968.  Τόπος γέννησης: Χελιδόνα Ευρυτανίας
Διεύθυνση κατοικίας:
Ζωοδόχου Πηγής 49.  Νέα Ελβετία/Βύρωνας. τ.κ.: 16233
Τηλέφωνο κατοικίας:
7652967 – 7600198 / κινητό: 6977957317
e-mail:
gtsiant @ hotmail.com , gtsiant@yahoo.gr


                                      
Στρατιωτική Θητεία
11/1996 - 5/1998, Στρατός Ξηράς (Διαβιβάσεις)




ΣΠΟΥΔΕΣ
1.   Απολυτήριο Λυκείου: 2ο Λύκειο Βύρωνα, 1986 (βαθμός «Άριστα»)
2.   Πρώτο πτυχίο :
Τίτλος: Πτυχίο Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας, ειδίκευση Φιλοσοφία) , Έτος αποφοίτησης 1991, βαθμός πτυχίου: «Λίαν Καλώς» (: 8,1).
Χώρα: ΕΛΛΑΔΑ
Πανεπιστήμιο: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Συνημμένο)
3.   Υποψήφιος Διδάκτωρ του τομέα φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δεκέμβριος 1991. 
4.   Διδακτορικό Δίπλωμα :
Χώρα: ΕΛΛΑΔΑ.
Πανεπιστήμιο: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή (τομέας Φιλοσοφίας).
Τίτλος διατριβής: Ακρασία - Χρόνος - Ήθος, Φιλοσοφική προσέγγιση του προβλήματος των ναρκωτικών,(βαθμός: «Άριστα»). Ημερομηνία έγκρισης: 23 Οκτωβρίου 1996 (Συνημμένο)

ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ
Αγγλικά – Γαλλικά (Συνημμένο)
Γερμανικά (δύο χρόνια φροντιστηριακά μαθήματα)

ΑΛΛΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ
Χειρισμός Ηλεκτρονικού Υπολογιστή (Προγράμματα επεξεργασίας κειμένου, υπηρεσίες διαδικτύου)

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ

·      1991-92 : Παρακολούθηση - συμμετοχή σε μεταπτυχιακό σεμινάριο Φιλοσοφίας με θέμα ¨Πλάτωνος Πολιτεία¨ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γρ. Κωσταρά.
·      1992 - 93 : Παρακολούθηση - συμμετοχή σε μεταπτυχιακό σεμινάριο Φιλοσοφίας με θέμα ¨Οψεις της Διαλεκτικής¨ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γρ. Κωσταρά.
·      1993 - 94 : Παρακολούθηση - συμμετοχή σε μεταπτυχιακό σεμινάριο Φιλοσοφίας με θέμα ¨Ο Φάουστ του Γκαίτε¨ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γρ. Κωσταρά.
·      1994 - 95 : Παρακολούθηση - συμμετοχή σε μεταπτυχιακό σεμινάριο Φιλοσοφίας με θέμα ¨Η Φιλοσοφία του Ασκητισμού και η Ασκητική του Ν. Καζαντζάκη¨ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γρ. Κωσταρά.
·      1995 - 96 : Παρακολούθηση - συμμετοχή σε μεταπτυχιακό σεμινάριο Φιλοσοφίας με θέμα ¨Πλωτίνου Όψεις¨ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γρ. Κωσταρά. (Συνημμένες βεβαιώσεις)
·      Ενεργή συμμετοχή στα πανελλήνια και διεθνή συνέδρια φιλοσοφίας της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας (ΕΦΕ) και της Διεθνούς Εταιρείας Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΔΕΕΦ). 

 

ΜΕΛΟΣ

Τακτικό μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας (ΕΦΕ) 
Τακτικό μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελληνικής Φιλοσοφίας (ΔΕΕΦ).
Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του τριμηνιαίου επιστημονικού περιοδικού για τη μελέτη της θρησκευτικότητας «Θρησκειολογία – Ιερά/Βέβηλα»

ΥΠΟΤΡΟΦΙΕΣ


Μεταδιδακτορικός ερευνητής-υπότροφος του ΙΚΥ (2002-2004)


ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
1. Συμμετοχή στο ερευνητικό πρόγραμμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό τη διεύθυνση των καθηγητών Ευάγγελου Μουτσόπουλου και Αθανασίας  Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη,  για τη δημιουργία-συγγραφή Index του φιλοσοφικού έργου του Π. Βράιλα –Αρμένη, Αθήνα 1991-92.
2. Τσιαντής Γ.: «Τεχνική και σύγχρονη δημοκρατία». Γενικός τίτλος της ατομικής μεταδιδακτορικής μας έρευνας (σε συνεργασία με το Φιλοσοφικό Τεχνολογικό Εργαστήριο Εφηρμοσμένης και Οικολογικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών) που υποστηρίχθηκε από το ΙΚΥ (Αθήνα 2002-2004).
3. Συμμετοχή ως κύριος ερευνητής στην διεπιστημονική ερευνητική ομάδα του προγράμματος των ΤΕΙ Αθηνών «Φρόνηση», με αντικείμενο «το νόημα και τις επιπτώσεις της τεχνολογίας, όπως προσλαμβάνονται από επιλεγμένες κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα» (Αθήνα 2004-2007) (βλ. www.fronisi.gr). 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ

1.  Τσιαντής Γ.: «Η μεταφυσική της πληροφορίας και η αναγκαιότητα μιας άλλης οντολογίας», Ανακοίνωση στο 13ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Φιλοσοφίας με θέμα “Η φιλοσοφία της επικοινωνίας”, Ρόδος: 18-25 Αυγούστου 2001. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 154-158 του προγράμματος του Συνεδρίου.

2. Tσιαντής Γ.: «Ποια πολιτική για την τεχνολογία;», Παρέμβαση στην Επιστημονική Ημερίδα της ΑΣΠΑΙΤΕ  Αθηνών με θέμα: “Φιλοσοφική σπουδή της τεχνολογίας”, Μαρούσι, Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2002 (υπό δημοσίευση στα πρακτικά της Ημερίδας).

3. Τσιαντής Γ.: «Η επιστροφή της πολιτικής ως το κυρίαρχο ηθικό αίτημα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης – Οι όροι της θεμελίωσής του και το έργο της φιλοσοφίας», Ανακοίνωση στο 14ο Διεθνές Σεμινάριο Φιλοσοφίας, με θέμα: “Πόλις, κοσμόπολις και παγκοσμιοποίηση” 5η Συνεδρία, Ακαδημεία Πλάτωνος, Δευτέρα 13 Μαΐου 2002. Βλ. σελ. 36 του προγράμματος του Σεμιναρίου.

4. Τσιαντής Γ.: «Ηθικές και πολιτικές παράμετροι της παγκοσμιοποίησης: Το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης – Προς μια ηλεκτρονική ή εικονική δημοκρατία;», Ανακοίνωση στο 14ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Φιλοσοφίας με θέμα “Πόλις και κοσμόπολις: και τα προβλήματα της εποχής”, Σάμος: 2-8 Αυγούστου 2002. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 121-123 του προγράμματος του Συνεδρίου.

5. Τσιαντής Γ.: «Η λανθάνουσα μεταφυσική της αντιπροσώπευσης, οι σύγχρονες εικονικές της διαστάσεις και οι συνέπειες της αποδοχής της», Ανακοίνωση στο 15ο Διεθνές Σεμινάριο Φιλοσοφίας, με θέμα “Σύγχρονα θέματα οικολογικής φιλοσοφίας”, 1η Συνεδρία, Ακαδημεία Πλάτωνος, Δευτέρα 7 Απριλίου 2003. Βλ. σελ. 27 του προγράμματος του Σεμιναρίου.

6. Τσιαντής Γ.: «Φυσικό και τεχνητό: Μεθοδολογική διάκριση ή οντολογικό πρόταγμα – Προς μια μεθερμήνευση του αριστοτελικού παραδείγματος», Ανακοίνωση στο 15ο Διεθνές Σεμινάριο Φιλοσοφίας με θέμα “Σύγχρονα θέματα οικολογικής φιλοσοφίας”, 6η Συνεδρία, Πνύκα, Δευτέρα 26 Μαΐου 2003. Βλ. σελ. 36 του προγράμματος του Σεμιναρίου.

7. Τσιαντής Γ.: «Το μέλλον της φιλοσοφίας και η φιλοσοφία της τεχνολογίας», Ανακοίνωση στο 15o Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Φιλοσοφίας με θέμα “Αντιλήψεις για τη φιλοσοφία – Από τους προσωκρατικούς μέχρι σήμερα”, Ουρανούπολις-Χαλκιδική, 1-7 Αυγούστου 2003. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 116-118 του προγράμματος του Συνεδρίου.

8. Τσιαντής Γ.: «Οριακή οντολογία και τεχνολογία – Σκιαγραφώντας τα θεμέλια μιας δημοκρατικής πολιτικής για την τεχνολογία», Διάλεξη που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2004. Βλ. παρουσίαση της διάλεξης στο περιοδικό Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, Τόμος 21, Τεύχος 62, Μάιος 2004, σελ. 214-215.

9. Τσιαντής Γ.: «Η οντολογική θεμελίωση των οικονομικών αντιλήψεων του Αριστοτέλη και η πολιτική ως πρόταγμα», Ανακοίνωση στο 1ο Παγκόσμιο Ολυμπιακό Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα: “Φιλοσοφία, ανταγωνιστικότητα και αγαθός βίος”, Αθήνα-Σπέτσες: 27 Ιουνίου – 4 Ιουλίου 2004. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 244-245 του προγράμματος του Συνεδρίου.

10. Τσιαντής Γ.: «Από την αριστοτελική έννοια της τέχνης στην μαρξική διαλεκτική τεχνικής και αναγκών», Eισήγηση στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Φρόνηση» του ΤΕΙ Αθηνών, Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2005. Βλ. σχετική ιστοσελίδα του προγράμματος: www.fronisi.gr.

11. Τσιαντής Γ.: «Εκλείψεις του Λόγου και είδωλα πολιτισμού – Γνώση, τεχνική και αξίες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», Ανακοίνωση στο 17o Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα “Η φιλοσοφία του πολιτισμού”, Σάμος-Πάτμος: 1-7 Αυγούστου 2005. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 198-199 του προγράμματος του Συνεδρίου. 

12. Τσιαντής Γ.: «Μεταξύ επιστημολογίας και οντολογίας: Το φάντασμα της καθαρής γνώσης και οι προκλήσεις της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης», Ανακοίνωση στο 10o Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα: «Φιλοσοφία των επιστημών», Θεσσαλονίκη: 6-8 Μαΐου 2006. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 97-98 του προγράμματος του Συνεδρίου.

13. Τσιαντής Γ. : «Είναι, ισχύειν και αξίζειν: Το αίτημα της οντολογικής θεμελίωσης των αξιών στην εποχή της οικουμενικότητας», Ανακοίνωση στο 18o Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα “Η φιλοσοφία των αξιών και οι αντιλήψεις για τη δικαιοσύνη στην εποχή της οικουμενικότητας”, Καβάλα-Άβδηρα: 20-27 Ιουλίου 2006. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης, σελ. 157-158 του προγράμματος του Συνεδρίου.          

14. Τσιαντής Γ.: «Παιδεία χωρίς παιδιά, πολιτική χωρίς πολίτες: Εκπαιδεύοντας κοσμοπολίτες ή “υπηκόους” μιας μεταμοντέρνας οικουμενικής συνθήκης;», Ανακοίνωση στο 19ο Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας, Σάμος: 15-21 Ιουλίου 2007. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης σελ. 187-188 του προγράμματος του συνεδρίου. 

15. Τσιαντής Γ.: «Η φιλοσοφία στο απόσπασμα – Η παρουσία της φιλοσοφίας στη σύγχρονη ελληνική εκπαίδευση και κοινωνία». Ανακοίνωση που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, την Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008, στο πλαίσιο σχετικής εκδήλωσης της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας.

16. Τσιαντής Γ.: «Πώς θεμελιώνονται τα όρια; - Το μετέωρο βήμα ενός σύγχρονου ηθικού προτάγματος», Εισήγηση που έγινε στο τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης (αίθουσα Μιχελή), την Πέμπτη 8 Μαΐου 2008.

  17. Τσιαντής Γ.: «Ο ρόλος της αρχαίας οντολογίας στη θεμελίωση των ορίων της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης», Ανακοίνωση στο 20ο Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα «Η ελληνική φιλοσοφία και τα προβλήματα της εποχής μας», Χανιά – Κρήτη: 12-18 Ιουλίου 2008. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης σελ. 168 - 169 του προγράμματος του συνεδρίου.
18. Τσιαντής Γ.: «Από την κοινωνία του θεάματος στην εικονική δημοκρατία – Ανιχνεύοντας τους μετασχηματισμούς του σύγχρονου πολιτικού υποκειμένου», Ανακοίνωση στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα «Η έννοια του υποκειμένου και οι μετασχηματισμοί της», Πάτρα: 17-19 Οκτωβρίου 2009. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης στον σχετικό τόμο με το πρόγραμμα και τις περιλήψεις του συνεδρίου.

ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ

1.      Τσιαντής, Γ.: «Η έννοια της ακρασίας στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη», μελέτη στο πλαίσιο σχετικής μεταπτυχιακής έρευνας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, Αθήνα 1993.
2.      Τσιαντής Γ.: «Είναι και πρέπει – Η οντολογική θεμελίωση της ηθικής», φιλοσοφική πραγματεία στο πλαίσιο εκπόνησης της διδακτορικής διατριβής.
3.      Τσιαντής, Γ.: «Χρόνος και ναρκωτικά – Ορισμένες ουσιώδεις διαστάσεις του προβλήματος με ειδική αναφορά στην αντιμετώπισή του στο πλαίσιο του Στρατού», εργασία που κατατέθηκε στο ΓΕΣ στο πλαίσιο διαγωνισμού για την αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών στο Στρατό, Ιούνιος 1997.
4.      Τσιαντής Γ.: «Εισαγωγή στη φιλοσοφία», Σημειώσεις Παραδόσεων, ΑΣΠΑΙΤΕ, Αθήνα 1998.
5.      Τσιαντής Γ.: «Θεωρία της γνώσης», Σημειώσεις Παραδόσεων, ΤΕΙ Αθηνών, Αθήνα 2006.
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ  

1. Τσιαντής, Γ.: Περίληψη διατριβής «Ακρασία - Χρόνος – Ήθος: Φιλοσοφική προσέγγιση του προβλήματος των ναρκωτικών», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 39, Σεπτ. 1996, σελ. 308-314.

2. Τσιαντής, Γ.: «H έννοια της ιστορικότητας στον M. Heidegger ως ορίζοντας ερμηνευτικής και αυτογνωσίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 50, Μάιος 2000, σελ. 124-142.

3. Τσιαντής, Γ.: «Λόγος – αίσθημα και ενσυναισθητική κριτική θεώρηση της αισθητικής του Hume ως μια δυνατότητα διαλεκτικής υπέρβασης του σκεπτικισμού του», Παλίμψηστον, Β’ περίοδος, Τόμος 18, Ηράκλειον Κρήτης 2003, σελ. 17-28. 

4. Τσιαντής, Γ.: «“O Θεός είναι νεκρός”: Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός και το πρόβλημα της μεθοδολογικής προσέγγισής του», Θρησκειολογία, τεύχος 1, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2000, σελ. 57-72.

5. Τσιαντής, Γ.: «Ορθός λόγος κατά αποκάλυψης: Η εκκοσμίκευση στη νεώτερη φιλοσοφία», στο περιοδ. Αφιέρωμα (ένθετο της εφημερ. Ελευθεροτυπία), τεύχος 78, Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2000, σελ 8-11.

6. Τσιαντής, Γ.: «Ο θάνατος στη σκέψη του M. Heidegger», Θρησκειολογία, τεύχος 2, Ιανουάριος-Μάρτιος 2001, σελ. 185-200.

7. Τσιαντής Γ.: «Η υποθετική συμβουλή της σύνεσης ως μια εναλλακτική της κατηγορικής προστακτικής ηθική πρόταση»,  Παρνασσός, τόμος ΜΒ΄, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2000, σελ. 191-202.

8. Τσιαντής Γ.: «Η μεταφυσική της πληροφορίας και η αναγκαιότητα μιας άλλης οντολογίας», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κωνσταντίνου Βουδούρη (επιμ.), Ρητορική, επικοινωνία, πολιτική και φιλοσοφία, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2002, σελ. 272-296.                                 

9. Τσιαντής Γ.: «Ποια ηθική; Για ποιους πολίτες; - Η διαπλοκή ηθικής και πολιτικής στη σκέψη του Σωκράτη», Θρησκειολογία, 3o τεύχος Απρίλιος-Ιούνιος 2002, σελ. 7-22.

10. Τσιαντής Γ.: «Χρόνος και ψυχότροπες ουσίες – Η υπέρβαση της καθημερινότητας», περιοδ. Αφιέρωμα, τεύχος 131, Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2001, σελ. 12-13. 

11. Τσιαντής Γ.: «Το αίτημα της θεμελίωσης της ηθικής στην εποχή της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 57, Σεπτέμβριος 2002, σελ. 293-324.

12. Τσιαντής Γ.: «Το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης – Προς μια ηλεκτρονική ή εικονική δημοκρατία;», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κωνσταντίνου Βουδούρη (επιμ.), Πόλις, κοσμόπολις και παγκοσμιοποίηση, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2003, σελ. 301-324.

13. Τσιαντής Γ.: «Θρησκευτικότητα και μεταφυσική στο έργο του Χρήστου Μαλεβίτση», Θρησκειολογία, 4o τεύχος, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2003, σελ. 23-32.

14. Τσιαντής Γ.: «Παιδεία και Δημοκρατία – Από τον Καστοριάδη στον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα σ’ εμάς», στον συλλογικό τόμο Φιλοσοφίας αγώνισμα – Μελέτες προς τιμήν του καθηγητού Κωνσταντίνου Βουδούρη, επιμ. Ευαγγελία Μαραγγιανού, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2004, σελ. 625-657. 

15. Τσιαντής Γ.: «Φυσικό και τεχνητό: Μεθοδολογική διάκριση ή οντολογικό πρόταγμα; – Προς μια μεθερμήνευση του αριστοτελικού παραδείγματος», στο περιοδικό Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 61, Ιανουάριος 2004, σελ. 59-69.

16. Τσιαντής Γ.: «Το μέλλον της φιλοσοφίας και η φιλοσοφία της τεχνολογίας», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κωνσταντίνου Βουδούρη (επιμ.), Αντιλήψεις για τη φιλοσοφία – Από τους προσωκρατικούς μέχρι σήμερα, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2004, σελ. 276-287.

17. Τσιαντής Γ.: «Η έννοια της βίας ως προπολιτικού στοιχείου στην αρχαία ελληνική διανόηση», στο περιοδικό Θρησκειολογία, 5ο τεύχος, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2004, σελ. 103-115.

18. Τσιαντής Γ.: «Η οντολογική θεμελίωση των οικονομικών αντιλήψεων του Αριστοτέλη και η πολιτική ως πρόταγμα», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κ. Βουδούρη & Ε. Μαραγγιανού (επιμ.), Φιλοσοφία, ανταγωνιστικότητα και αγαθός βίος, Τόμος Α΄, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2005, σελ. 360-382.

19. Τσιαντής Γ. «Εκλείψεις του Λόγου και είδωλα πολιτισμού – Γνώση, τεχνική και αξίες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κ. Βουδούρη (επιμ.), Η φιλοσοφία του πολιτισμού, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2006, σελ. 226-235.

20. Τσιαντής Γ. «Μεταξύ επιστημολογίας και οντολογίας: Το φάντασμα της καθαρής γνώσης και οι προκλήσεις της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Δήμητρα Σφενδόνη-Μέντζου (επιμ.), Φιλοσοφία των επιστημών, εκδ. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 335-343.

21. George Tsiantis, “The Request of Direct Democracy in the Era of Globalization: Towards an Electronic or Virtual Democracy?”, in Konstantine Boudouris (ed.), Polis and Cosmopolis: Problems of a Global Era – Vol. II, Ionia Publications, Athens 2003, pp. 165-176.

22. George Tsiantis, “The Future of Philosophy and the Philosophy of Technology”, in Konstantine Boudouris (ed.), Conceptions of Philosophy – Ancient and Modern, Ionia Publications, Athens 2004, pp. 387-395.

23. Τσιαντής, Γ.: «Το έργο τέχνης ως τόπος της α-λήθειας στον M. Heidegger», (άρθρο υπό δημοσίευση στο περιοδ. Περίπλους).

24. Τσιαντής Γ.: «Πολιτισμός versus ανάπτυξη – Οι φιλοσοφικές και πολιτικές συνδηλώσεις μιας ριζικής αντίθεσης» (άρθρο υπό δημοσίευση στο περιοδ. Ίνδικτος).

25. Τσιαντής Γ.: «Επιστήμη, εικονικό και ιερό – Η μεταφυσική τεχνο-λογική της υπέρβασης και η οριακή οντολογία» (δοκίμιο υπό δημοσίευση στο περιοδ. Θρησκειολογία).

26. Τσιαντής Γ.: «Η έκλειψη του όντος – Για μια οντολογικά θεμελιωμένη γνωσιοθεωρία», στο περιοδικό Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 70, Ιανουάριος 2007, σελ. 26-65. 

27. Τσιαντής Γ. : «Είναι, ισχύειν και αξίζειν: Το αίτημα της οντολογικής θεμελίωσης των αξιών στην εποχή της οικουμενικότητας», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κ. Βουδούρη και Ε. Μαραγγιανο0ύ (επιμ.), Αξίες και δικαιοσύνη στην εποχή της οικουμενικότητας, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2007, σελ. 250-261.

28. Τσιαντής Γ.: «Παιδεία χωρίς παιδιά, πολιτική χωρίς πολίτες: Εκπαιδεύοντας κοσμοπολίτες ή “υπηκόους” μιας μεταμοντέρνας οικουμενικής συνθήκης;», στον τόμο με τις ανακοινώσεις συνεδρίου Κ. Βουδούρη (επιμ.), Παιδεία – Η εκπαίδευση στην εποχή της οικουμενικότητας, εκδ. Ιωνία, Αθήνα 2008, σελ. 362-380.

29. Τσιαντής Γ.: «Ο ρόλος της αρχαίας οντολογίας στη θεμελίωση των ορίων  σύγχρονης τεχνοεπιστήμης», Ανακοίνωση στο 20o Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα «Η ελληνική φιλοσοφία και τα προβλήματα της εποχής μας», Χανιά – Κρήτη: 12-18 Ιουλίου 2008. Βλ. την περίληψη της ανακοίνωσης σελ. 168 - 169 του προγράμματος του συνεδρίου. (Το πλήρες κείμενο υπό δημοσίευση στον τόμο με τα πρακτικά του συνεδρίου).

ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΒΙΒΛΙΑ

 

ΓΙΏΡΓΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ: Φιλοσοφία και τεχνολογία – Δοκίμιο οριακής οντολογίας, εκδ. ΄Ελλην, Αθήνα 2004.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ: Λόγος – αίσθημα και ενσυναισθητική κριτική θεώρηση της αισθητικής του Hume ως μια δυνατότητα διαλεκτικής υπέρβασης του σκεπτικισμού του, Ανάτυπο από τον 18o τόμο του περιοδικού Παλίμψηστον, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειον 2003 .

ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ: Η έκλειψη του όντος – Για μια οντολογικά θεμελιωμένη γνωσιοθεωρία, (υπό έκδοση φιλοσοφικό δοκίμιο).

ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ: Η μεταφυσική των ναρκωτικών – Δοκίμιο εφαρμοσμένης ηθικής, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Λευκωσία-Κύπρος 2008.


ΛΟΙΠΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

1. Τσιαντής Γ.: «Το παιχνίδι των αναγκών – Στα όρια της αυταπάτης». Κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Ivan Illich Για τις ανάγκες του ανθρώπου σήμερα (εκδ. Νησίδες, Σκόπελος 1999), στην εφημερ. Ορθοδοξία 21os αιώνας, 3, Δεκέμβριος 1999, σελ. 42.

2. Τσιαντής Γ.: «Από το μύθο στο λόγο; Πλανητικές μεταμορφώσεις του κόσμου και του ανθρώπου». Φιλοσοφικό δοκίμιο με αφορμή την κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Αξελού Μεταμορφώσεις / Κλείσιμο – Άνοιγμα (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1998), στην εφημερ. Ορθοδοξία 21os αιώνας, 4, Φεβρουάριος 2000, σελ. 37-39.  

3. Τσιαντής Γ.: «Έχουμε λόγους να “επαναστατούμε”; Ο ρόλος του διανοούμενου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης – Ρόλος του ενεργού πολίτη». Κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Pierre Bourdieu Αντεπίθεση πυρών – Λόγοι για την ενίσχυση της αντίστασης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη εισβολή (εκδ. Πατάκης, Αθήνα 1998), στην εφημερ. Ορθοδοξία 21os αιώνας, 5, Απρίλιος 2000, σελ. 23-24.

4. Τσιαντής Γ.: «Μεταξύ ρεφορμισμού και επαναστατικότητας: Το ζήτημα της πολιτικής παρέμβασης και το πρόβλημα της μεθόδου – Μια αναπάντητη πρόκληση». Πολιτικό δοκίμιο μέρος του οποίου υπό τον τίτλο «Μια διαφορετική πρόταση για τα ΜΜΕ» δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Πριν, αρ. φ. 438, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 1999, σελ. 18.

5. Τσιαντής Γ.: «Θεωρία του χάους», άρθρο στο ένθετο «millennium 2000» (εφημερίδα  Ορθοδοξία 210ς αιώνας, 3, Δεκέμβριος 1999, σελ. 35).

6. Τσιαντής Γ.: Κριτική παρουσίαση του βιβλίου της καθηγήτριας Αθανασίας Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, Συστήματα καλών τεχνών στη νεοελληνική αισθητική (εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2002, σελ. 276), στο περιοδικό Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τεύχος 64, τόμος 22, Ιανουάριος 2005, σελ. 83-89. 

 

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Ηθική και πολιτική φιλοσοφία, θεωρία της γνώσης, επιστημολογία και φιλοσοφία της τεχνολογίας, αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, φιλοσοφία της παιδείας, θέματα εφαρμοσμένης ηθικής, σχέσεις ηθικής και οντολογίας.

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ-ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Οκτώβριος 1998 έως και Ιανουάριο 2006: Καθηγητής στην ΑΣΠΑΙΤΕ (πρώην ΣΕΛΕΤΕ) Αθηνών, με γνωστικό αντικείμενο «Φιλοσοφία της Παιδείας» και «Κοινωνιολογία της Παιδείας». Φεβρουάριος 2009 έως σήμερα: Καθηγητής στην ΑΣΠΑΙΤΕ με γνωστικό αντικείμενο «Φιλοσοφική και κοινωνιολογική θεώρηση της εκπαίδευσης». Μάρτιος 1999 έως και Ιούνιο 2002: Καθηγητής στο μεταπτυχιακό τμήμα Γενικής Τεχνολογίας - ΓΕΤΕ της ΑΣΠΑΙΤΕ Αθηνών, με γνωστικό αντικείμενο «Φιλοσοφία της Τεχνολογίας». (Αυτοδύναμη διδασκαλία με εξεταστικά και βαθμολογικά καθήκοντα). [Συνημμένες βεβαιώσεις].
Οκτώβριος 2006 έως Ιούνιος 2008: καθηγητής στα ΤΕΙ Αθηνών, με γνωστικό αντικείμενο «Θεωρία της γνώσης». (Αυτοδύναμη διδασκαλία με εξεταστικά και βαθμολογικά καθήκοντα). [Συνημμένη Βεβαίωση].
Οκτώβριος 2007 έως σήμερα: Καθηγητής – Σύμβουλος (ΣΕΠ) στο Ελληνικό Ανοικτό  Πανεπιστήμιο, με γνωστικό αντικείμενο «Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία».