Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020
Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020
ΕΝΑΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ- Ο Martin Heidegger για τη σχέση του με το Ναζισμό, Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ SPIEGEL, Μετάφραση-Σχόλια ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΜΕΝΕΤΖΗΣ
Η συνέντευξη του Martin Heidegger στον Spiegel δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1966 και δημοσιεύτηκε, σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο ίδιος, το 1976, μετά το θάνατό του. Αφορμή της συνέντευξης ήταν η επιθυμία του Heidegger να "απαντήσει" στην κατηγορία ότι συνεργάστηκε με το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα. Όμως η συνέντευξη δεν περιορίζεται τελικά στο θέμα αυτό, αλλά επεκτείνεται σε μια γενικότερη έκθεση της στάσης του Heidegger απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, και έτσι προσφέρεται ιδιαίτερα για μια πρώτη εξοικείωση με τη σκέψη του.
Προτάσσεται ένα μικρό κείμενο του παλιού φίλου του Η. W. Petzet, ο οποίος ήταν τότε παρών και περιγράφει το κλίμα της συνομιλίας. Στις περιπτώσεις που οι δηλώσεις του Heidegger δεν συμφωνούν με τα μέχρι σήμερα γνωστά ντοκουμέντα, αυτά παρατίθενται από το πρόσφατο βιβλίο του ιστορικού Hugo Ott, Martin Heidegger: Καθ' οδόν προς τη βιογραφία του. Μετά από τη συνέντευξη ακολουθεί ένα σχόλιο του μεταφραστή: "Γιατί μας αφορά η σχέση του Heidegger με τον Ναζισμό;". (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020
Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020
Τά μαῦρα τετράδια τοῦ Χάιντεγκερ καί ὁ δοκιμιογράφος Ν. Σινιόσογλου – γράφει ὁ Ἀντώνης Ζέρβας
Ο
Αντώνης Ζέρβας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος
και μεταφραστής. Γεννήθηκε στον Πειραιά
το 1953. Σπούδασε Κοινωνιολογία της
Λογοτεχνίας στο Παρίσι και Αγγλική
φιλολογία στο Λονδίνο. Οι δύο μεταπτυχιακές
του εργασίες αφορούσαν στη Λειτουργία
της αναπαράστασης στα Pisan Cantos του ΄Εζρα
Πάουντ και
στα Προβλήματα
των ευρωπαϊκών πρωτοποριών του 20ού
αιώνα: Ιμαγισμός και Βορτικισμός,
αντίστοιχα. Το 1978 άρχισε υπό τη διεύθυνση
του Henri Meschonic τη διδακτορική του διατριβή
με θέμα «Η μετάφραση ως δομική δύναμη
των Cantos του Έζρα Πάουντ», η οποία έμεινε
ατέλειωτη.
Μετά τη στρατιωτική του
θητεία (1980-1982), διετέλεσε σύμβουλος
διευθύνσεως του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού
Κέντρου Δελφών και ανέπτυξε ποικίλη
δράση στον τομέα των πολιτιστικών
θεμάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές
επίπεδο. Σήμερα είναι ανώτερος υπάλληλος
του μεταφραστικού τμήματος της Ευρωπαϊκής
Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
(CESE) στις Βρυξέλλες, όπου και διαμένει
από το 1984.Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1972 με τις δύο ποιητικές συλλογές Τετράδιο και Τελχίνες, ουσιαστικώς όμως το πρώτο βιβλίο του ήταν Η Ανάσταση της Κυρά Τσίνης (Καστανιώτης, 1983). Συνεργάστηκε με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του, αρχής γενομένης από τη Συνέχεια (1973), και συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή των περιοδικών Χώρα (1977) και Ίνδικτος. Έχει συμμετάσχει επίσης ως ομιλητής σε πολλά συμπόσια και συνέδρια. Το μεταφραστικό του έργο συμπεριλαμβάνει Αμερικανούς, Γάλλους και Εγγλέζους ποιητές, φιλοσοφικές και φιλολογικές μελέτες. Τα Άσματα της Πίζας του Έζρα Πάουντ ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Μετάφρασης 1996.
«Προκειμένου
νὰ προστατευθεῖ ἀπὸ τὸν “κακὸ”
ἑαυτό της,
ἡ φιλοσοφία ὀφείλει κάποτε νὰ θυσιάζει κάτι
ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἔντασή της.
Χωρὶς ἕνα τέτοιο φιλοσοφικὸ συμβόλαιο,
ὁ στοχασμὸς γίνεται ἀνενδοίαστος».
Ν. Σ.
ἡ φιλοσοφία ὀφείλει κάποτε νὰ θυσιάζει κάτι
ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἔντασή της.
Χωρὶς ἕνα τέτοιο φιλοσοφικὸ συμβόλαιο,
ὁ στοχασμὸς γίνεται ἀνενδοίαστος».
Ν. Σ.
«Τὰ
βραβεῖα κατὰ βάθος ἐπιβραβεύουν
ἐκείνους ποὺ τὰ ἀπονέμουν», γράφει
ἕνας σύγχρονος φιλόσοφος. Σωστά. Οἱ
θεσμοὶ ἀποβλέπουν στὴ συντήρηση καὶ
τὴν ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ ἑκάστοτε
κράτους δικαίου. Ἔτσι, βραβεύοντας τὰ
ἔργα ποὺ συμπλέουν μαζί τους, ἐπιβραβεύουν
τὸν ἑαυτό τους. Ποῦ τελειώνει ἡ
σύμπλευση καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ δημιουργία;
Ἐπὶ
δεκαετίες δὲν εἶχε βραβευθεῖ κανεὶς
ἀριστερὸς συγγραφέας. Ὁ ἀποκλεισμὸς
ὅμως εἶχε ὡς ἀντιστάθμισμα τὸ
ἀναγνωστικό τους κοινό. Σήμερα, εἶναι
τόσο ἀπίθανο νὰ βραβευθεῖ ἕνα ἔργο
ποὺ δὲν συμπλέει μὲ τὰ πάσης φύσεως
προοδευτικὰ ἰδεολογήματα, ὅσο καὶ νὰ
βρεῖ ἀναγνῶστες ἐκτὸς FB.
Ὁ
Νικήτας Σινιόσογλου εἶναι ἕνας ἀπὸ
τοὺς προοδευτικοὺς δοκιμιογράφους
τῶν Ἀθηνῶν. Χάρη στὸ ἰδιάζον ταλέντο
καὶ τὶς ἀκόμη πιὸ ἰδιάζουσες
ἑρμηνευτικὲς καὶ βιβλιολογικές του
συνήθειες, κέρδισε τὴν ἀναγνωσιμότητα
τῶν ἐντυπώσεων μὲ τὸ «πρῶτο λάκτισμα»,
χωρὶς πολλὲς καὶ ἀνώφελες λογομαχίες.
Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐνδιαφέρουσα, πλὴν πολλὰ
συζητήσιμη, ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας τῶν
παρεκκλίσεων στὸν Ἀλλόκοτο
Ἑλληνισμό (2017),
ἐπανακάμπτει τώρα μὲ μία ἐν πολλοῖς
αὐτοβιογραφικὴ μελέτη, ἀφορμὴ τῆς
ὁποίας στάθηκαν τὰ Μαῦρα
τετράδια (SCHWARZE
HEFTE 1931-1941) τοῦ Χάιντεγκερ καθὼς καὶ τὸ
ἡμερολογιακοῦ χαρακτήρα Glossarium τοῦ
γερμανοῦ νομικοῦ καὶ φιλοσόφου Κὰρλ
Σμίτ. Τὸ ἔργο τοῦ τελευταίου, σὲ πλήρη
ἀντίθεση μὲ τοῦ Χάιντεγκερ, φωτίζει
πολλὲς πτυχὲς τῶν θεωρητικῶν βάσεων
τοῦ Ἐθνοσοσιαλισμοῦ ἀπὸ τὴ σκοπιὰ
κυρίως τῆς ἔννοιας τοῦ Κράτους καὶ
τοῦ Νόμου. Ἔχει συνεπῶς ἰδιαίτερη
σημασία γιὰ τὴν ἱστορία τῆς πολιτικῆς
φιλοσοφίας, ὅσο κι ἕνας Ντὲ Μαίστρ ἢ
ἕνας Κόντ. Εἶχα μελετήσει παλαιότερα
τὰ τρία βασικά του συγγράμματα, δυό
τρία αἰσθητικά δοκίμια καθὼς ἐπίσης
καὶ τὸ ημερολογιακό Ex
Captivitate Salus, Ἐμπειρίες
τῶν ἐτῶν 1945-1947.
Τὸ ἱστορικὸ ζήτημα δὲν μ’ ἐνδιαφέρει
πλέον. Θρηνεῖ
ὁ νικημένος, χάθηκε ὁ νικητής,
λέει ὁ ἀρχαῖος Σιβύλλειος χρησμός. Μ’
ἐνδιαφέρει μόνο αὐτὸ ποὺ ἐξακολουθεῖ
«νὰ μὲ κοιτάζει», δηλ. ἡ σκέψη τοῦ
Χάιντεγκερ.
Σύμφωνα
μὲ τὸ σημείωμα τοῦ ἐκδότη τους Peter
Trawny, τὰ Μαῦρα
τετράδια ἢ
«Σημειωματάρια» συμπεριλαμβάνονται
σὲ πέντε τόμους ποὺ ἐκδόθηκαν κατὰ
τὰ ἔτη 2014, 2015 καὶ 2018 καὶ ἀποτελοῦν
τοὺς ὑπ. ἀριθ. 94 ἕως καὶ 98 τόμους
τῶν Ἁπάντων τοῦ
Χάιντεγκερ (GESAMTAUSGABE, Clostermann). Καλύπτουν
δὲ τὴν περίοδο ἀπὸ τοῦ 1931 ἕως τὰ μέσα
τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, δηλαδὴ λίγο πρὶν
τὸν θάνατο τοῦ φιλοσόφου (1889-1976). Ὁ
τίτλος Μαῦρα
τετράδια δὲν
ὑπονοεῖ τίποτε τὸ σατανικό, ἀντιστοιχεῖ
ἁπλῶς στὸ χρῶμα τοῦ ἐξωφύλλου τους.
Τὸ σύνολο ἀριθμεῖ 34 τετράδια, ἐκ τῶν
ὁποίων τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 θεωρεῖται ὡς
ἀπολεσθέν.
Πρόκειται
λοιπὸν γιὰ ἕνα γιγαντιαῖο ἀνάγνωσμα
γιὰ τὸ ὁποῖο, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς
μου, ἀπαιτοῦνται 4 μὲ 5 μῆνες ἀποκλειστικῆς
ἀνάγνωσης, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση βεβαίως
ὅτι ὁ ἀναγνώστης εἶναι ἀρκετὰ
ἐξοικειωμένος μὲ τὴν ἐξαιρετικὰ
δύσβατη ὁρολογία τοῦ Χάιντεγκερ, ἰδίως
μάλιστα τῆς δεύτερης περιόδου, τοῦ
«νέου ξεκινήματος». Ἐξοικειωμένος
δηλαδὴ μὲ τὴν ἴδια τη σκέψη τοῦ
Χάιντεγκερ.
Tὸ
2017, μὲ τὸν τίτλο PONDERINGS (Λογισμοί),
κυκλοφόρησαν σὲ ἀγγλικὴ μετάφραση
τρεῖς τόμοι τῶν Μαύρων
τετραδίων (ΙΙ-VἹ
1931-1938, VII-XI 1938-1939, XII-XV, 1939-1941) ποὺ συναποτελοῦν
τὸν 94ο τόμο τῶν Ἁπάντων.
Καὶ πέρυσι, ἀκολούθησε ἡ γαλλικὴ
μετάφραση τῶν δέκα πρώτων τετραδίων
σὲ δύο τόμους (ΙΙ-VἹ 1931-1938, VII-XI 1938-1939) ὑπὸ
τὸν τίτλο RéFLEXIONS (Στοχασμοί), Gallimard 2018.
Δὲν
ἔχω προλάβει νὰ διαβάσω παρὰ μόνο τὸν
δεύτερο τόμο 1938-1939 τῆς γαλλικῆς
μετάφρασης, σκόρπιες σελίδες ἀπὸ τὸν
πρῶτο 1931-1938, καθὼς καὶ τὴν ἀγγλικὴ
μετάφραση τῆς συλλογῆς ἐξειδικευμένων
μελετῶν γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ
Ἀντισημιτισμοῦ στὸν Χάιντεγκερ: Heidegger’s
Black Notebooks: Responses to Anti-Semitism,
2017, ἀνεξάντλητη πηγὴ τοῦ Ν. Σινιόσογλου.
Σύμφωνα πάντως μὲ τοὺς εἰδικοὺς
μελετητές, φρονοῦντες καὶ ἀντιφρονοῦντες,
τὸ μόνο τετράδιο στὸ ὁποῖο ἀπαντοῦν
ρητῶς ἀντισημιτικὲς ἀναφορὲς καὶ
μνεῖες εἶναι τὸ Τετράδιο XII-XV, 1939-1941.
Δὲν ἀνευρίσκεται ἄλλο ἴχνος
ἀντισημιτισμοῦ στὰ δημοσιευμένα ἔργα
τοῦ Χάιντεγκερ.
Χωρὶς
περιστροφές· θεωρῶ συγκλονιστικὰ τὰ
τέσσερα Μαῦρα
τετράδια (1938-1939),
ἔχουν δὲν ἔχουν κλείσει οἱ σχετικοὶ
λογαριασμοὶ μαζί τους. Ὄχι μόνο δὲν
μπορεῖ νὰ κατηγορηθοῦν γιὰ φιλοναζισμό,
ἀλλὰ καὶ διαπνέονται ἀπὸ δριμύτατο
πνεῦμα κριτικῆς τῶν θεωρητικῶν βάσεων
τοῦ Ἐθνοσοσιαλισμοῦ, ἔστω κι ἄν μιὰ
πιὸ καχύποπτη ματιὰ θὰ διέκρινε ἴσως
ἕνα αἴσθημα ἀπογοήτευσης ἀπό τήν
“προδοσία” τοῦ Ἐθνοσοσιαλιστικοῦ
κινήματος πού δέν στέκεται στό ὕψος
τῆς φιλοσοφικῆς του θέασης. Στάση
πού διαπιστώνεται ἄλλωστε καὶ σὲ
πολλοὺς ἄλλους γερμανοὺς ἐθνικιστὲς
ἢ συντηρητικούς τοῦ μεσοπολέμου [1], οἱ
ὁποῖοι εἶχαν θεωρήσει ἀρχικὰ ὅτι ὁ
Ἐθνοσοσιαλισμὸς θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως
νὰ ἐνσαρκώσει τὴ γερμανικὴ ἀπάντηση
ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τὸν Μπολσεβικισμὸ καὶ
τὸν κίνδυνο μίας βίαιης σοβιετοποίησης
τῆς Γερμανίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς
τὸν δυτικὸ φιλελευθερισμό [2].
Πρόκειται
γιὰ ἕνα ἱστορικὸ ζήτημα πολὺ πιὸ
σύνθετο ἀπὸ ὅσο νομίζεται συνήθως.
Δὲν προσεγγίζεται μὲ ἰδεολογικὲς
ἁπλουστεύσεις καὶ ἀνεκδοτολογίες. Ὁ
Ἐθνοσοσιαλισμὸς προέκυψε ὡς ἀντίδραση
πρὸς τὸν Μπολσεβικισμό, ἐξοῦ καὶ ἡ
βιαιότητά του, ἐνῶ ἦταν ἠπιότερος
ἔναντι τοῦ δυτικοῦ κοινοβουλευτισμοῦ.
Δυὸ ἀπὸ τὰ πιὸ συναρπαστικὰ
μυθιστορήματα τοῦ μονίμως καταδιωκόμενου
Ernst Von Salomon [3] περιγράφουν τὶς λυσσαλέες
μάχες τῶν γερμανῶν ἐθνικιστῶν τῆς
ἐποχῆς κατὰ μπολσεβίκων, δημοκρατικῶν
ἀλλὰ καὶ ναζιστῶν ἐξίσου. Πῶς τώρα
οἱ ἐθνικιστὲς ταυτίσθηκαν θέλοντας
καὶ μὴ μὲ τοὺς ναζὶ εἶναι ἄλλο θέμα.
Ὅπως καὶ νά ‘χει, θεωρεῖται πλέον
ἱστορικὸ σφάλμα νὰ ταυτίζονται
ἀδιακρίτως ναζί, ἐθνικιστὲς καὶ
συντηρητικοί. Οἱ ἱστορικὲς διακρίσεις
δὲν εἶναι ἀσφαλῶς πρὸς συμφέρον τῶν
ἰδεολόγων. Τοὺς ἀρκεῖ τὸ κατηγόρημα
«φασίστας» γιὰ νὰ δρέψουν γρήγορα
πρόχειρες δάφνες. Ὅταν ἐν ἔτει 2018 ἀκοῦς
ἤ διαβάζεις τοὺς κάθ΄ ὅλα δικαιολογημένους
μύδρους κατὰ τοῦ Φασισμοῦ, πλὴν ἐκτὸς
ἱστορικοῦ πλαισίου, δηλ. χωρὶς τὴν
παραμικρὴ μνεία στὸ ἱστορικὸ φαινόμενο
τοῦ Μπολσεβικισμοῦ, νοιώθεις ἐκ
προοιμίου ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ πολὺ
σοβαρὰ πράγματα. Ἀλλὰ κάθε πνευματικὴ
λιμνοθάλασσα θρέφει συνήθως νόστιμα
χέλια.
Στὴν
Ἑλλάδα, οἱ μελετητὲς τοῦ Χάιντεγκερ
εἶναι λιγοστοὶ καὶ προσηλωμένοι στὰ
ἔργα τους, ἡ δὲ γενικότερη χαϊντεγκεριανὴ
ὀπτικὴ μᾶλλον ἄγνωστη χώρα. Ἡ φιλοσοφία
ἄλλωστε δὲν ἀποτελεῖ ἐθνικό μας σπόρ.
Ἐθνικό μας μέλημα εἶναι οἱ ἰδεολογικὲς
κατατάξεις, οἱ λαχανιασμένες ἀποτιμήσεις
βάσει τῶν εὐρωπαϊκῶν ἢ ἀμερικάνικων
προτιμήσεών μας.

Ἕως
καὶ τὴ δεκαετία τοῦ ΄80, ὁ Χάιντεγκερ
ἐθεωρεῖτο ἀδιαμαρτύρητα ὁ μέγας
στοχαστὴς τοῦ 20οῦ αἰώνα. Δὲν ὑπῆρξε
σκεπτόμενος ποὺ δὲν τὸν ἐμελέτησε.
Ποὺ δὲν καθηλώθηκε ἀπὸ τὴ ματιά του.
Θετικὰ ἢ ἀρνητικά, ρητὰ ἢ ὑπόρρητα,
ἡ μεταπολεμικὴ διανόηση εἶναι πέρα
γιὰ πέρα ἐμποτισμένη ἀπὸ τὴ σκέψη
του. Ἀλλὰ ἐνῶ ὑπάρχει λ.χ ἕνας ἀριστερὸς
καὶ ἕνας δεξιὸς νιτσεϊσμός, ἡ ριζικὰ
καινοτόμος ἀναρώτηση τοῦ Χάιντεγκερ
δὲν εὐνοεῖ προσαρμογὲς τοῦ εἴδους,
παρὰ τὶς ἐνδιαφέρουσες προσπάθειες
τῆς Σχολῆς Φραγκφούρτης.
Κατὰ
τὶς ἑπόμενες δεκαετίες, ἀφοῦ θὰ ἔχει
βγεῖ στὸ φῶς τὸ ἐπεισόδιο τῆς σύντομης
πρυτανείας του ἐπὶ Ἐθνοσοσιαλιστικοῦ
καθεστῶτος, καὶ ἐνῶ τὰ πράγματα στὴν
Εὐρώπη ἀρχίζουν ν’ ἀλλάζουν ραγδαῖα
κάτω ἀπὸ τὶς νέες τεχνικὲς τῆς
χρηστικῆς δεοντολογίας, τῆς
ἀποτελεσματικότητας καὶ τοῦ politically
correct —εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Εὐρωπαϊκὴ
Ἕνωση στρέφεται πρὸς τὸν νεοφιλελευθερισμό—,
θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἀγρίως ἡ ἀποκαθήλωσή
του.
Μὲ
ἐκλαϊκευτικὰ βιβλία [4] μεγάλης ἀπήχησης
καὶ ποικίλες δημόσιες παραστάσεις θὰ
ἐπιτευχθεῖ μιὰ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴ
σκέψη ὄσμωση χαϊντεγκεριανῆς φιλοσοφίας,
Ναζισμοῦ καὶ ἀντισημιτισμοῦ. Ἔκτοτε,
καλοὶ καὶ κακοὶ θὰ ἔχουν πρόχειρη
τὴν ἀπόφανση: «Ποτὲ πιὰ τὰ ἴδια».
«Ποτὲ πιὰ Χάιντεγκερ.» Θὰ περισσεύσει
ἡ τηλεοπτικὴ κακοβουλία καὶ ἀμάθεια,
ἡ ἠθελημένη παρεξήγηση, ἡ ἰδεολογικὴ
λύσσα, ὁ εὐτελισμὸς αὐτοῦ ποὺ ξεπερνάει
τὰ κοινὰ μέτρα. Ὁ Χάιντεγκερ δὲν εἶναι
γιὰ «βιαστικούς». Πάει αὐτό. Εἶναι
ὅμως ἀντιδημοκρατικὸς ὡς ἄνθρωπος
τῶν πνευματικῶν ἱεραρχιῶν καὶ συνεπῶς
ἀντιπαθής.
Τὰ
λίγα τοῦτα δημοσιογραφικὰ δὲν ἔχουν
ἀσφαλῶς μεγάλη σημασία. Ἁπλῶς, μειδιᾶ
κανεὶς μὲ τὸν ντόρο ποὺ ἐπιδιώκεται
σὲ ὁρισμένα δίκτυα τῶν Ἀθηνῶν, σὰν
νὰ ὑπῆρχαν φιλοσοφικὲς σχολὲς
χαϊντεγκεριανῶν καὶ ἀντιχαϊντεγκεριανῶν,
μὲ τοὺς πρώτους νὰ ἀνήκουν στοὺς
ἀντιδραστικοὺς καὶ τοὺς ἄλλους στὴ
φωτεινὴ μερίδα τῆς Προόδου. Ὁ συνήθης
ἐγκλιματισμὸς ἐπίκαιρων ἰδεολογημάτων
δὲν ἀποτελεῖ τεκμήριο προσωπικῆς
ματιᾶς καὶ σκέψης, εἴτε δοκίμιο λέγεται
ὁ φορέας του, εἴτε ἡμερολόγιο. Τὸ θέμα
δὲν φωταγωγεῖται, οὔτε ὁ ἀναγνώστης.
Ἀποσκληραίνει μόνο τὸ πετσὶ τῶν κοινῶν
καὶ παραδεδεγμένων ἀντιλήψεων. Κι αὐτὸ
νομίζω ἔχει κάποια σημασία γιὰ τὴν
τοπικὴ διανόηση ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ
σκέπτεται τὰ παρελθόντα καὶ τὰ παρόντα
ἐξίσου μανιχαϊστικά. Οἱ φιλελεύθεροι
τῆς Εὐρώπης καταδικάζουν πλέον
ἀπερίφραστα καὶ τὸν κόκκινο καὶ τὸν
μουσταρδὶ ὁλοκληρωτισμό. Οἱ δικοί μας
φιλελευθερίζοντες παραμένουν ἐν πολλοὶς
ἀναποφάσιστοι. Ἀσφαλῶς, κάποιος λόγος
θὰ ὑπάρχει.
***
Τὰ Μαῦρα
τετράδια εἶναι
τὰ σημειωματάρια τῆς καθημερινῆς
ἐργασίας τοῦ φιλοσόφου. Διατάσσονται
ὑπὸ μορφὴ στοχαστικῶν ἀποσπασμάτων,
ὅπως τοῦ Νίτσε, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν
ἴδια λογική. Καταγράφονται παράλληλα
με τὴν κυρίως συγγραφὴ καὶ ἀνταποκρίνονται
ὑποβολιμαίως στὴν ἐπικαιρότητα. Δὲν
πρόκειται γιὰ τὰ συνήθη ἡμερολόγια
τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου, καθότι ἡ
χαϊντεγκεριανὴ φιλοσοφία δὲν παραδέχεται
τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, δηλ. τὸ
κυριαρχικὸ καὶ κατακτητικὸ ὑποκείμενο
τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς. Τουναντίον,
ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ ὁραματίζεται ὁ
Χάιντεγκερ εἶναι ὁ «μεταμορφωμένος
ἄνθρωπος» μιᾶς νέας δυτικῆς «χώρας»
ποὺ θὰ ἔχει ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν
μεταφυσική ἀρχὴ τοῦ ὑποκειμένου, στην
ὁποία θεμελιώνονται οἱ ἀντιλήψεις
περὶ ἀλήθειας καὶ ἀντικειμενικότητας
ἀπὸ τὸν Καρτέσιο καὶ μετά. Ἐδῶ λοιπὸν
τίποτε τὸ ἐξομολογητικὸ, τίποτε τὸ
σωματικό, μόνο στοχασμός, πυκνότης καὶ
αὐστηρότητα στὴν προοπτικὴ μιᾶς ἄλλης
ἀλήθειας.
Ἀπὸ
τὴν ἄποψη αὐτή, καὶ τηρουμένων ὅλων,
μὰ ὅλων τῶν ἀναλογιῶν, τὸ μόνο
ἡμερολογιακὸ κείμενο παρόμοιας
ἀ-σωματότητας ποὺ διαθέτει ἡ νεοελληνικὴ
εἶναι τὰ Collectanea τοῦ
Ζήσιμου Λορεντζάτου. Πρόκειται ὅμως
γιὰ κείμενο πίστεως στὶς ἀρχὲς τῆς
παράδοσης καὶ ὄχι γιὰ ριζικὴ καινοτομία
τῆς σκέψης. Στὰ σημειωματάρια, ἡ
ἡμερήσια πνευματικὴ παραγωγὴ τοῦ
Χάιντεγκερ σὲ παραλύει, ὅπως ἀκριβῶς
οἱ ἀσυστηματοποίητοι στοχασμοὶ τοῦ
Νίτσε. Οἱ ἰδέες ἔρχονται, δὲν θηρεύονται.
Ἔρχονται στὴ σιωπή, ἀναταράσσουν καί,
φωταγωγωγικές, πτοοῦν καὶ προκαλοῦν
δέος. Παντοῦ, ὅπως καὶ στὸν Νίτσε,
ἀπηχεῖται ἡ ὁρμὴ τῆς «δημιουργικῆς
σκέψης» ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ ἀντιτίθεται
κριτικὰ πρὸς κάθε γνωστὴ καὶ παγιωμένη
φιλοσοφικὴ ἀντίληψη.
Ὁ
Χάιντεγκερ ξεκινάει ἀπὸ τὴ διαδεδομένη
ἰδέα τῆς ἐποχῆς του ὅτι ἡ Δύση
βρίσκεται σὲ στάδιο παρακμῆς, διότι
ἔπαψε πιὰ νὰ ἀναζητεῖ νόημα. Ἀφήνεται
καὶ πάει ἀπὸ πολέμους σὲ ἀνάπτυξη
καὶ ἀπὸ ἀνάπτυξη σὲ πολέμους. Πρόκειται
γιὰ μιὰ ἰδέα ποὺ βλέπουμε νὰ
ἐπανεργοποεῖται δραστικὰ καὶ στὶς
μέρες μας. Πλὴν ὅμως ὁ Χάιντεγκερ δὲν
ἀναζητεῖ τὴ συνέχεια, ἀλλὰ ἕνα
«δεύτερο ξεκίνημα» στὴν προοπτικὴ
ἑνὸς νέου καὶ ἀσχημάτιστου νοήματος
ποὺ θὰ ἀκολουθήσει μετὰ «τὸ πρῶτο
ξεκίνημα» τῆς δυτικῆς σκέψης, ἡ ὁποία,
κατὰ τὴν ὀπτική του, ὁλοκληρώνει πλέον
τὴ μεταφυσική τοῦ ὑποκειμένου, δηλαδὴ
τὴ μεταφυσική τῆς ἰσχύος. Ὥστε ἡ
παρακμὴ τῆς Δύσης δὲν ἔγκειται στὴ
μειωμένη ἰσχύ της, ἀλλὰ στὴν κολοσσιαία
ἀνάπτυξη τῆς ἰσχύος της. Στὴν
«ὀργάνωση τοῦ γιγαντισμοῦ», ὅπου θα
στηριζόταν ἡ γιγαντιαία ἐξολόθρευση
τῶν Ἑβραίων, ἡ πρώτη ἀτομικὴ βόμβα,
τὸ ἀκατάπαυστο ρήμαγμα τοῦ κόσμου.
Βρίσκουμε
ἐδῶ τὸν Χάϊντεγκερ τῆς «στροφῆς»,
τῶν ἔργων δηλαδὴ ποὺ κυκλοφόρησαν
κατά τὴ δεκαετία τοῦ ’60 καὶ μετά.
Βρίσκουμε τὸν στοχαστὴ τῶν ἀπαιτούμενων
ἀποφάσεων ποὺ θὰ παράσχουν ἐν καιρῷ,
ἄδηλο πότε, τὶς δυνατότητες νὰ κατανοηθεῖ
ἀπολύτως διαφορετικὰ ὁ κόσμος γιὰ
τὸν «ἐπαναπατρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἐν
τῇ πληρότητι τῆς οὐσίας του». Ὁ
ἄνθρωπος, ἤτοι τὸ κτητικὸ ὑποκείμενο,
πρέπει νὰ σπάσει, νὰ διαρραγεῖ.
Μὲ
δεδομένο τὸ ἀπελπιστικὸ θέαμα «τῆς
ἄπειρης ἐκμετάλλευσης ὅλων τῶν μέσων
ὀργανώσεως τοῦ ὄντος, νοουμένου ὡς
παραγώγιμης ὕλης», παρακολουθοῦμε νὰ
συναρμόζεται σιγὰ σιγὰ μία σκέψη γιὰ
τὴν ὑπέρβαση τῆς δυτικῆς ἱστορίας
συνολικῶς, τὴν ὑπέρβαση τοῦ ὑποκειμένου
ποὺ μέσω τῶν λογικῶν κατηγοριῶν
συλλαμβάνει τὸν κόσμο ὡς ἀναπτυξιακὴ
πηγή. «Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ διασωθεῖ
τὸ αἰσθητό;» ρωτάει. «Μόνο μὲ μιὰ
ἀπάντηση πρὸς τὴν ἠθικὴ ποὺ ἀνέκαθεν
τὸ ὑπέβλεπε καὶ τὴν ἐπιστήμη ποὺ τὸ
ἐξηγεῖ». Μόνο δηλαδὴ μὲ τὴν ἔξοδο
ἀπὸ τὶς καταστατικές ἀρχὲς τοῦ
Δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Προϋπόθεση εἶναι
ἡ κρίσιμη «ἀπόφαση» τῆς σκέψης νὰ
ἐξέλθει γιὰ νὰ συναντήσει «αὐτὸ ποὺ
συνεχῶς ἔρχεται» καὶ κανεὶς δὲν
βγαίνει πρὸς συνάντησή του. «Βγαίνω»
σημαίνει λοιπὸν πλανιέμαι ἐκτὸς
ὑποκειμένου καὶ τῶν συναφῶν ἠθικῶν
ἀξιῶν. Σημαίνει ἀναζητῶ τί εἶναι
πλέον ἔγκυρο καὶ τί δὲν εἶναι στὴν
προοπτικὴ τῆς «συνοικείωσης ἀνθρώπου
καὶ κόσμου», ἐκτὸς τοῦ λογικού δικτύου
ποὺ «συλλαμβάνει» τὸν κόσμο καὶ ἄρα
τὸν ὑποτάσσει.
Στὸ
πλαίσιο τοῦ καινοφανοῦς αὐτοῦ
ἐγχειρήματος, ἡ ἀναζήτηση ὰποβαίνει
πράγματι ἄκρως ἐπικίνδυνη, ἀφενὸς
διότι κρίνεται ἡ Νεώτερη δυτικὴ σκέψη
στὸ σύνολό της καὶ ἀφετέρου διότι τὰ
κριτήρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
τεκμηριωθοῦν βάσει τῶν παραδοσιακῶν
τρόπων σκέψεως περὶ «ἀνθρώπου», ἀφοῦ
στὴ βάση τους ὑπάρχει, κατὰ Χάϊντεγκερ,
τὸ «ἄνευ θεμελίου θεμέλιο, ἡ θέση πού,
ἄν καὶ κανεὶς δὲν ξέρει ποιὸς δρόμος
ὁδηγεῖ ἕως ἐκεῖ, νοιώθεται ἐντούτοις
ἀπὸ τοὺς ἀπομονωμένους ποιητὲς και
στοχαστὲς, γιατὶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ
ξεκινοῦν ὅλοι οἱ δρόμοι πρὸς ἀναζήτηση
τοῦ ἀνθρώπινου πεπρωμένου». Ὅλες οἱ
ἀδογμάτιστες καὶ στιγμιαῖες διαισθήσεις
ποιητῶν καὶ στοχαστῶν τῆς παράδοσης
ἐνσωματώνονται στὴν «κατεπείγουσα»
σκέψη, τὴν ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ διατυπώσει
ὁ Χάιντεγκερ. Τὸ κατεπεῖγον ὅμως δὲν
νοεῖται μὲ τὴ χρονικὴ ἔννοια ποὺ
ἀντιλαμβανόμαστε συνήθως.
Βρίσκουμε
λοιπὸν τὶς προκαταρκτικὲς σημειώσεις
τῆς συνταρακτικῆς πραγματείας τῶν
χρόνων ἐκείνων BEITRÄGE ZUR PHILOSOPHIE (VOM EREIGNIS)
(Συμβολὲς
στὴ φιλοσοφία, (Περὶ αὐτοῦ πού μᾶς
κοιτάζει),
τὸ δεύτερο μέγα βιβλίο τοῦ Χάϊντεγκερ
μετὰ τὸ Εἶναι
καὶ Χρόνος,
ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ, καὶ ποὺ ὥς
τὸν θάνατό του εἶχε κρατηθεῖ ἀνέκδοτο.
Ἀκοῦμε
τὶς σιωπηρὲς διαμαρτυρίες του σχετικὰ
μὲ τὴν ἀπαγόρευση τῆς διδασκαλίας
τῶν ποιητῶν ποὺ δὲν εἶναι Γερμανοί.
Τὴν ἀπόφασή του νὰ σωπάσει, νὰ
ἀποτραβηχθεῖ ἀπὸ τὸν δημόσιο λόγο.
Νὰ καυτηριάζει μὲς στὴ σιωπή του τοὺς
ὑμνητὲς τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας:
«Ποιὸς εἶναι σὲ θέση νὰ βεβαιώσει μιὰ
γιὰ πάντα τί εἶναι γερμανικὸ καὶ τί
εἶναι λαὸς σὲ μία ἐποχὴ ὅπου κυβερνάει
ἡ σύγχυση, ἀπόρροια τῆς ἐθνικιστικῆς
ἀντίληψης ἡ ὁποία καὶ ἀγνοεῖ παντελῶς
τί εἶναι γερμανικό;». Νὰ ἀντιδρᾶ στὶς
καθεστωτικὲς ἀπόψεις περὶ τῆς διδακτέας
ὕλης στὸν κλάδο τῆς φιλοσοφίας.
«Ἡ
σκέψη ριζώνει ἐκτὸς φιλοσοφίας» γράφει
μία μέρα. Εἶναι ἀπαράδεκτο ὅμως νὰ
ἐπιδιώκεται ἡ ἀποβολὴ τοῦ Κὰντ ἀπὸ
τὴν ὕλη τοῦ καθεστωτικοῦ Πανεπιστημίου.
Διότι χωρὶς τὴ φιλοσοφικὴ μάθηση τῆς
παράδοσης, εἶναι ἀδύνατο νὰ καταρτισθεῖ
ἡ «νέα σκέψη» δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ
μεταμορφωθεῖ τὸ ὑποκείμενο σὲ dasein,
δηλ. σὲ ὄν τελείως ἀποδεσμευσμένο ἀπὸ
τὸν κλασικὸ ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ὡς
λογικοῦ ζώου. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει
«νὰ διατηρηθεῖ ὁρατὴ ἡ ἱστορία τῆς
μεταφυσικῆς». Δὲν πρόκειται λοιπὸν
γιὰ καμμιὰ ἐξολόθρευση τῆς φιλοσοφικῆς
παράδοσης, ὅπως διαμαρτύρεται ὁ Ν.
Σινιόσογλου, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ
μιᾶς νέας φάσης της. Τὸ νέο σέρνει πάντα
μαζὶ καὶ τὴ σκιά του, σημειώνει ὁ
Χάιντεγκερ. Σκέψη καὶ ἐπαναστατικὴ
αὐθαιρεσία δὲν εἶναι ταυτόσημες.
Οἱ
στοχασμοὶ προχωροῦν μὲ μοναδικὲς
ἐκλάμψεις. Διαταράσσουν τὶς βεβαιότητες,
ἀνατρέπουν τὰ προφανῆ, δοκιμάζουν τὶς
εὐκαιρίες τῆς ἱστορικῆς στιγμῆς,
θέλουν νὰ τὶς ἐκμεταλλευτοῦν ὅσο
ἀντέχουν, ὥσπου νὰ ἀποδειχθοῦν
ἀλυσιτελεῖς. Εἶναι τάχα ἡ Γερμανία
σὲ θέση νὰ πρωτοστατήσει στὸ νέο
«ἄνοιγμα», στὴν κίνηση τῆς Δύσης πρὸς
μιὰ νέα ἐποχή; Ὄχι. Ἡ κριτικὴ κατὰ
τῆς ναζιστικῆς ἀνθρωπολογίας εἶναι
ἀμείλικτη. Ἀπορρίπτονται ὅλες οἱ
βιολογικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ἀξίες
της: τὸ αἷμα, ἡ φυλή, ἡ ἐθνικὴ ταυτότητα,
ὁ ἐθνικισμός, ἡ ἴδια ἡ γερμανικότητα,
τὸ πεπρωμένο της, ἡ ἐργασία, ὁ ψυχικὸς
ζῆλος, ὅλα ὅσα μάθαμε νὰ βλέπουμε στὶς
μεταπολεμικὲς ταινίες γύρω ἀπὸ τὸν
Β΄ΠΠ. Ὁ Ἐθνοσοσιαλισμὸς μὲ τὴν
«ὀργάνωση τοῦ γιγαντισμοῦ» δὲν εἶναι
παρὰ μιὰ μεταμόρφωση τῆς χριστιανικῆς
σωτηριολογίας ἀπ’ ὅπου, διὰ μέσου τῆς
ἐκκοσμικεύσεώς της ἀπὸ τὸν Ἕγελο,
ἀπέρρευσαν ὅλες οἱ ἐγκόσμιες ἰδεολογίες.
Γιὰ τὸν Χάιντεγκερ, μαρξισμοί, ναζισμοί,
φιλελευθερισμοὶ δὲν ἔχουν οὐσιαστικὴ
διαφορὰ μεταξύ τους. Εἶναι ἀπότοκοι
τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ κυριαρχεῖ σὲ
πλανητικὴ κλίμακα, μεταλλαγμένος σὲ
ὀρθολογικὴ τεχνοκρατία. Μιὰ βόλτα ὥς
τὴ Σιγκαπούρη πείθει, ἂν βλέπει κανείς.
Πράγματι,
τὸ κέντρο τῶν φωτόμαυρων αὐτῶν σελίδων
δονεῖται ἀπὸ τὸ ἐρώτημα ποιά εἶναι
ἡ οὐσία τῶν Νεώτερων χρόνων καὶ ποιές
οἱ προϋποθέσεις ἐνόψει τοῦ μεγάλου
«ἀνοίγματος», τῆς «μετάβασης» ἐκείνης
πού, ὁλοκληρώνοντας τὴν παρακμὴ τῆς
μεταφυσικῆς Εὐρώπης, θὰ διανοίξει καὶ
νέα ἐποχή. Ἡ σκέψη τοῦ Χάιντεγκερ εἶναι
ἀκόμη(;) καθαρῶς εὐρωκεντρική. Ἐφόσον
ἡ Οἰκουμένη ζεῖ καὶ θὰ ζεῖ μέσω τοῦ
δυτικοῦ τεχνικοῦ ὀρθολογισμοῦ, μόνο
μέσω τῆς Δύσης μπορεῖ νὰ ἐπιτελεσθεῖ
ἕνα τέτοιο «ἄνοιγμα» πρὸς τὸν κόσμο.
Μὲ
βαθειὰ ἐπίγνωση ὅτι ἡ νεώτερη
τεχνοκρατικὴ περίοδος ποὺ διανύουμε
δὲν εἶναι ἀναστρέψιμη, καὶ συνεπῶς
δὲν πρέπει νὰ κατακωλύεται μὲ ἰδεολογικὲς
ἐνστάσεις, ἀλλὰ νὰ ἀφεθεῖ στὴν ὁλικὴ
ἐκδίπλωση τῆς οὐσίας της, ὁ Χάιντεγκερ
προσπαθεῖ νὰ παρακάμψει τὸ δέλεαρ τῶν
ὁριστικῶν προτάσεων. Δὲν ὑπάρχουν
ἕτοιμες λύσεις, ἐπαναλαμβάνει. Ὑπάρχουν
μόνο ἀτραποί, κι ἂς μὴ βγάζουν σὲ
ξέφωτα. Μόνο δρομάκια στοχασμοῦ μὲ
προσήλωση καὶ ὑπομονὴ στὸ κρίσιμο
ἐρώτημα περὶ Εἶναι καὶ ὄντος. Δηλαδή,
ἐπικίνδυνες διαπορεύσεις μὲς ἀπὸ
συγχύσεις καὶ συμφυρμούς. Δὲν
διασκεδάζονται εὔκολα. Οὔτε
συνειδητοποιοῦνται αὐτομάτως. Ὅλα
ὅμως πρέπει νὰ δοκιμασθοῦν ἀπὸ τὴ
σκέψη. Ἐδῶ, θυμᾶται κανεὶς τὸν Μπατάιγ
καὶ τὴν ἀκρότητα τῆς δικῆς του
πνευματικότητας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς
λιγοστοὺς μοντέρνους ποὺ ἔνοιωσε στὸ
πετσί του τί ὄντως σημαίνει «σκέπτομαι
καὶ νοῶ».
Κοροϊδευόμαστε,
γράφει ὁ Χάιντεγκερ, μὲ τὰ σύγχρονα
πνευματικὰ ἔργα, ἐνῶ ἀπουσιάζει
παντελῶς ἡ «δημιουργικὴ σκέψη». Καὶ
κοροϊδευόμαστε, γιατί μοίρα τῆς νεώτερης
συνθήκης εἶναι νὰ μεταβάλλει τὰ πάντα
σὲ βιωματικὲς ἐμπειρίες πολιτισμοῦ,
νὰ μένει δηλαδὴ ἀνέπαφη ἡ κυριαρχικὴ
προέκταση τοῦ ὑποκειμένου πάνω στὰ
πράγματα, ἀνεξαρτήτως πολιτεύματος.
Κανόνας ἀπαράβατος, ἡ ἀναγωγὴ τοῦ
ἀγνώστου σὲ γνωστὸ μέσω τῶν γνωσιολογικῶν
μεθόδων ὑποταγῆς τοῦ κόσμου μὲ
ἀποτέλεσμα νὰ ἐξουδετερώνεται κάθε
ἀληθινὸ ἐρώτημα καὶ ἑπομένως κάθε
δυνατὴ ἀπάντηση πού, λογικῶς ἢ
διαισθητικῶς, ἀντιλαμβάνεται ἢ νοιώθει
τὴ «διαφορά». Καὶ σὰν τὸν Νίτσε, μὰ
ἐναντίον τοῦ αἰσθητικοῦ «ὕφους»,
κοροϊδεύει μὲ τὴ σειρά του καλλιτέχνες,
συγγραφεῖς καὶ στοχαστὲς ποὺ δὲν
φιλοδοξοῦν ἐν τέλει παρὰ νὰ ἐγγραφοῦν
στὰ δημοτολόγια τῆς σύγχρονης συνθήκης.
Καὶ πράγματι, τί μένει ἄραγες ἀπὸ τὰ
χιλιάδες βιβλία ποὺ ὅλα πάνω κάτω λένε
τὸ αὐτὸ καὶ τὸ ἴδιο; Τί μένει ἀπὸ
τὴν ἀκατάσχετη ἀνεκδοτολογία περὶ
τοῦ τάδε καὶ τοῦ δείνα; Ρίξτε π.χ. μία
γρήγορη ματιὰ στὴ σύγχρονη βιωματικὴ
ποίηση μὲ ρίμες καὶ χωρὶς ρίμες.
Ὅποιος
εἶναι εἰλικρινὴς μὲ τὸν ἑαυτό του,
θὰ ἔχει νοιώσει τὴν ἀπόγνωση μπροστὰ
στὴν ἀπουσία ἀπόγνωσης ποὺ χαρακτηρίζει
τὴν ἐποχή μας. Θὰ ἔχει νοιώσει τὴν
ἀπελπισία ἀπὸ τὶς παντὸς εἴδους
πολιτισμικὲς δραστηριότητες τοῦ
σύγχρονου, «καλλιεργημένου» ἀτόμου
πού, κατὰ βάθος, τελεῖ ἐν πλήρει
πνευματικῆ ἀφασία. Ὅλοι ἔχουμε στὸ
στόμα τὴ λέξη «βίωμα» νομίζοντας ὅτι
κατοικοῦμε στὴν ἀλήθειά μας, χωρὶς
νὰ διανοούμαστε ὅτι μᾶς φέρει ἀδιάγνωστα
ἕνας συγκεκριμένος Πολιτισμὸς καὶ
συνεπῶς ὅτι ἡ ἁπλή, βιωματική μας
μαρτυρία δὲν ἔχει ξεχωριστὸ προσωπικὸ
βάρος, ὅπως εἶχαν λόγου χάρη οἱ Λατίνοι
ἐλεγειογράφοι τῆς μεγάλης ἐποχῆς τοῦ
Αὐγούστου, ἀποστρεφόμενοι τὴ Ρωμαϊκὴ
ἰσχύ.
Πέρασα
πολὺ ὡραῖα. Εἶδα κάτι πολὺ ὡραῖο.
Διάβασα κάτι πολὺ καλό. Καὶ λοιπὸν!
Ἐπιστροφὴ στὸ κενό, ὅπως ἀκριβῶς
ὅταν ἐπιστρέφεις σπίτι μετὰ ἀπὸ μία
παρουσίαση βιβλίου. Μολαταῦτα, ἐπειδὴ
κατὰ Χάιντεγκερ, πολιτισμὸς εἶναι «ἡ
ὀργάνωση τῆς βιωματικῆς ἐμπειρίας»,
δὲν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος ἀπὸ τὴν
πολιτισμικὴ καὶ πολιτικὴ πολυπραγμοσύνη
καὶ τὸν ἀνάλογο συγχρωτισμό. Εἶσαι
ἀναγκασμένος νὰ ὑποστεῖς τὴ διάρκεια
τῆς παρούσας φάσης μὲ προσωπικὲς
ἐπιλογὲς βίου καί, ἂν εἶσαι ἀρκετός,
νὰ τὴν σκεφθεῖς. Τὸ τίποτε δὲν εἶναι
ἁπλῶς τίποτα, περικλείει δυνατότητες.
Αὐτὸς
εἶναι ὁ πνευματικὸς πυρήνας τῶν Μαύρων
τετραδίων 1931-1939,
ὅπως τὸν καταλαβαίνω μὲ τὴ βοήθεια
βεβαίως χαϊντεγκεριανῆς σκέψης.
Χάρη στὰ Τετράδια ὅμως,
πολλὰ ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ σημεῖα τῶν
διεξοδικῶν ἔργων του ἀποκτοῦν τώρα
ἰδιαίτερη σαφήνεια. Πράγμα ποὺ γιὰ
μένα εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερο.
***
Οἱ Μαῦρες
διαθῆκες τοῦ
Ν. Σινιόσογλου θέλουν να ἐξορκίσουν τὴ
μαύρη γοητεία τῶν δαιμόνων τῆς σκέψης.
Μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἀρθρώνουν λόγο
προσωπικῆς ἀλήθειας, καὶ μάλιστα λόγο
κριτικό, ἀντιπροτάσσουν τὴ βιωματικὴ
ἐμπειρία τῶν ἰδεῶν (sic) καὶ τὴ βιωματικὴ
συνάντηση μὲ τὸν κόσμο. Μὲ θάρρος καὶ
ἀποφασιστικότητα, λαμβάνουν θέση στοὺς
ἀντίποδες τοῦ Χάιντεγκερ : «… ἡ γενικὴ
γραμμὴ τοῦ βιβλίου (μου) εἶναι … ἀπὸ
τὸ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, ἀπὸ τὴν παρατήρηση
στὴν ἐμπειρία, ἀπὸ τὴν κριτικὴ στὸ
βίωμα.» Ἀλλὰ τί μπορεῖ νὰ σημαίνει
«ἀπὸ τὸ ἔξω πρὸς τὰ μέσα», ἂν ὄχι
κατὰ τρόπον ἀντικειμενικό; Δηλαδή ὅτι
βιώνω καὶ κάνω κτῆμα μου τὴν ἀλήθεια
τῶν πραγμάτων∙ ἐντάσσομαι ἀσυνειδήτως
σὲ μιὰ γνωστὴ καὶ ἀσφαλῆ ὀπτική.
Μὲ
λίγα λόγια, ἀκολουθοῦν εἰρηνικὰ καὶ
ἀναμάρτητα τὴ γραμμὴ τῆς δυτικῆς
λογικῆς, σὰν μὴν εἶχε φανεῖ οὔτε ὁ
Νίτσε, οὔτε κανεὶς ἀπὸ τοὺς λοιποὺς
κριτὲς τοῦ Διαφωτισμοῦ∙ λὲς καὶ ἡ
ἀντικειμενικότητα εἶναι τὸ ἀντίθετο
τῆς ὑποκειμενικότητας∙ λὲς καὶ σκοπὸς
τῆς «ὕπουλης», τῆς σατανικῆς σκέψης
τοῦ Χάιντεγκερ εἶναι νὰ μᾶς πετάξει
δολίως ἔξω ἀπὸ τὸν κτιστό μας παράδεισο.
Καὶ τί σοβαρότερο πνευματικὸ «βίωμα»
ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη τῶν σκοτεινῶν καὶ
ἐπικίνδυνων ἰδεῶν, δυνάμει τῆς
προφανοῦς ἐξίσωσης : Χαϊντεγκεριανὴ
φιλοσοφία = Φασισμὸς !
Ἰδού
τί ἔχει διαφύγει «τὴν προσοχὴ τῶν
εἰδικῶν μελετητῶν», τονίζει ὁ Ν.
Σινιόσογλου, προφανῶς διότι δὲν εἶχαν
δημοσιευθεῖ τὰ Μαῦρα τετράδια. Καὶ
ἰδού τί ἔρχεται στὸ φῶς, χάρη στὴν
ἄκρως προσωπικὴ καὶ πρωτόφαντη
ἀναλυτικὴ τῆς ἡμερολογιακῆς γραφῆς:
«Ἐπειδὴ εἶναι ὑπεράνω ὑποψίας, ἡ
ἡμερολογιακὴ γραφὴ (δηλ. ὡς ἀτομικὸ
βίωμα τῆς ἀλήθειας) μπορεῖ νὰ διαδίδει
τὶς πιὸ σκοτεινὲς ἰδέες». Ἑπομένως
λοιπόν, χωρὶς τὴ δημοσίευση τῶν Μαύρων
τετραδίων,
ὁ Χάιντεγκερ θὰ περνοῦσε ἁπλῶς ὡς
ἕνας ἐκ τῶν σεβαστῶν καθηγητῶν
φιλοσοφίας!
Ἔτσι,
μὲ θαυμαστὴ ἄνεση γιὰ ἕναν ἀναγνώστη
τοῦ Μπατάιγ ὑποθέτω, ὁ Σινιόσογλου
ἐκθέτει ὡς ἑξῆς τὸν δικό του πνευματικὸ
πυρήνα :
«Προκειμένου νὰ προστατευθεῖ ἀπὸ τὸν “κακὸ” ἑαυτό της, ἡ φιλοσοφία ὀφείλει κάποτε νὰ θυσιάζει κάτι ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἔντασή της. Χωρὶς ἕνα τέτοιο φιλοσοφικὸ συμβόλαιο, ὁ στοχασμὸς γίνεται ἀνενδοίαστος».
Τί
παράδοξο, ἂν ὄχι ἀλλόκοτο, νὰ
ἐπιστρατεύονται κριτήρια ἀντιδραστικῶν
χρόνων πρὸς στήριξη τοῦ μοντέρνου
πλαισίου ἀμοιβαίων συμβιβασμῶν καὶ
δεοντολογικῶν συμβολαίων συνύπαρξης!
Ἀλλὰ ποῦ θεμελιώνεται ἡ ἀντίληψη
σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ τάξη τῆς σκέψης
εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν
τάξη τῆς κοινωνίας καὶ ἡ τάξη τῶν
πνευματικῶν ἔργων ἀρρήκτως συνδεδεμένη
μὲ τὴ βιογραφία, ἄν ὄχι στὴν μεταφυσικὴ
ἀρχὴ τοῦ ὑποκειμένου καὶ τῶν ἠθικῶν
ἀξιῶν ποὺ ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τῆς
χαϊντεγκεριανῆς κριτικῆς; Καὶ πῶς
εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ λαμβάνεται ὑπόψη
ἡ νεώτερη κριτικὴ τῶν σχετικῶν θεωριῶν
στὸν τομέα τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν;
Ἂν
«ἀνενδοίαστος» σημαίνει ἄνευ ἐνδοιασμῶν
ὡς πρὸς τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας
ποὺ κρύβει κάθε φορὰ ἡ ἀλήθεια, τότε
ναὶ ! ὁ στοχασμὸς πρέπει νὰ γίνεται
ὄντως ἠθικὰ ἀνενδοίαστος. Διαφορετικά,
εἶναι κατάλληλος μόνο γιὰ τὴν περιτοίχιση
τῶν κεκτημένων καὶ ἄσχετος μὲ τὴν
ἄκρως ἐπώδυνη ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς
σκέψης. Ὅσο περισσότερο ἐπιδιώκεται
ὁ μετριασμὸς τοῦ ἀνθρώπινου πόνου,
τόσο μειώνεται καὶ ἡ χαρά, ἔγραφε ὁ
Νίτσε. Σκέψη ἀπαράδεκτη, ἀντιπροοδευτική,
ἀντιρεαλιστική, ἀλλὰ πόσο φωτίζει!
Εἶναι
φανερὸ ὅτι ὁ ταλαντοῦχος δοκιμιογράφος
ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν παρωχημένη, πλὴν
βολικότατη, αἰτιακὴ σχέση μεταξὺ
σκέψεως καὶ πράξης. Ἔχουμε πείρα πιὰ
ὅτι ἡ σκέψη δὲν κρίνεται ἀπὸ τὶς
ἐπακόλουθες πράξεις, ὅσο κι ἂν τὶς
ἐπηρεάζει. Ἡ σκέψη ἔχει νόημα, ὅταν
ἀκριβῶς διαταράσσει τὶς προφάνειες
τῆς συλλογικῆς καὶ ἀτομικῆς συνείδησης
μὲ τὴν ἁρμόδια διατύπωση κρίσιμων
ἐρωτημάτων. Αὐτὸ ζητοῦμε ἀπὸ τὴ
σκέψη, ὄχι νὰ μᾶς χτίσει παλάτια. Αὐτὸ
ζητοῦμε ἀπὸ τὴ Λογοτεχνία, ὄχι τὶς
ποικίλες, συναισθηματικὲς ἐπιβεβαιώσεις
τοῦ δεδομένου. Εἶναι ἀστεῖο νὰ πιστεύει
κανεὶς ὅτι ἡ σκέψη καὶ ὁ στοχασμὸς
ὑλοποιοῦνται μὲ τὸν τρόπο ποὺ
ἐκπονεῖται καὶ ὑλοποιεῖται ἕνα
πρόγραμμα.
Ἐπὶ
τοῦ προκειμένου, μιὰ ἀπορία: πῶς
ἐξηγεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ δοκιμιογράφος
μας θαυμάζει μὲν τὸν «ἀνενδοίαστο»
Μπουκόφσκι, μὰ ταυτοχρόνως στιγματίζει
συνολικὰ τὴν «ἀνενδοίαστη» σκέψη; Ἐὰν
ἦταν συνεπὴς ἢ ἀποφασιστικός, δὲν θὰ
ὄφειλε τάχα νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι τὰ
κριτήρια ποὺ ἐφαρμόζει στὸν Μπουκόφσκι,
ἰσχύουν ἀπολύτως καὶ γιὰ τὸν Χάιντεγκερ;
Ἡ ἐπαφὴ μὲ πράγματα καὶ θεσμοὺς
μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο ἀκραία, ὅσο καὶ
ἡ σκέψη. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθεια, ποιὸς
σοβαρὸς συγγραφέας ἢ διανοητὴς δὲν
εἶναι κατὰ βάθος ἐπικίνδυνος; Ποῦ
ἔγκειται λοιπὸν ἡ εἰδοποιὸς διαφορά;
Στὴ βολικὴ αἰτιοκρατία ἰδεολογικῆς
χρήσεως. Ἂς ποῦμε: ὁ ἕνας εἶναι μιὰ
βιωματικὴ περίπτωση ἀπολιτικοῦ
συγγραφέα πού μας ἀφήνει στὴν ἡσυχία
μας, μόλις πάψει τὸ μικρό μας πολιτισμικὸ
γλέντι. Ἀντιθέτως, ὁ δεύτερος, ὡς
φιλόσοφος, ἀποβλέπει στὴ λογικὴ
θεμελίωση ἑνὸς ὁλοκληρωτισμοῦ ὑπὸ
τὴ μοιραία μορφὴ τῆς γερμανικῆς
παγκυριαρχίας. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο δὲν
ἔπραξαν καὶ οἱ θεωρητικοί τοῦ σοβιετικοῦ
μπολσεβικισμοῦ;
Ἡ
παραδοσιακὴ ἱστορικὴ ἐξήγηση παραθεωρεῖ
τὴν ἔννοια-κλειδὶ τῆς χαϊντεγκεριανῆς
φιλοσοφίας, τὴν ἔννοια τῆς «ἱστοριακῆς»
θεώρησης, οὐσία τῆς ὁποίας εἶναι ἡ
παροντοποίηση τοῦ κρίσιμου ἐρωτήματος
περὶ Εἶναι (ποὺ εἶναι Χρόνος). Πράγμα
ποὺ στὰ γρήγορα ἐδῶ θέλει νὰ πεῖ:
Μπολσεβικισμός καὶ Ἐθνοσοσιαλισμὸς
εἶναι ἀδιαχώριστοι ἀπὸ τὶς θεωρητικές
τους βάσεις, καὶ αὐτὲς μὲ τὴ σειρὰ
τοὺς ἀδιαχώριστες ἀπὸ τὴ δυτικὴ
μεταφυσική. Τουναντίον, ἡ ἀποφασιστικὴ
ἀναρώτηση τοῦ Χάιντεγκερ δὲν ἐξαντλεῖται
ἀπὸ τὶς ἐνδεχόμενες ἱστορικὲς
ἀπαλλοτριώσεις της. Εἴμαστε ἐλεύθεροι
νὰ ἀπορρίψουμε ὁποιοδήποτε φιλοσοφικὸ
ἐρώτημα. Δὲν μποροῦμε ὅμως καὶ νὰ τὸ
ἀμαυρώνουμε μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες,
ἐπειδὴ τρομάζει. Πρὸς τί οἱ φρικτοὶ
ἐξορκισμοί, ἄν ὄντως ἀρκοῦσε ὁ
Διαφωτισμὸς γιὰ τὴν τελειοποίηση τοῦ
ἀνθρώπου;
Κατὰ
τὸν Χάιντεγκερ, οἱ ἐπαναστάσεις
θρέφονται μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι
ἐγκαινιάζουν νέα ἀρχή, ἐνῶ κατ’ οὐσίαν
δὲν κάνουν παρὰ νὰ ἐπεκτείνουν τὴ
διάρκεια τῆς ἴδιας τῆς Ἱστορίας στοὺς
κόλπους τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς. Τὸ
ζητούμενο εἶναι ἀκριβῶς ἡ προετοιμασία
γιὰ τὴ διάνοιξη μιᾶς ἐποχῆς ἡ ὁποία
θὰ ἀφήσει πίσω της ὁριστικὰ τὴν
ἱστορία τοῦ δυτικοῦ ὑποκειμένου ποὺ
κατέληξε στὸν σύγχρονο τεχνοκρατικὸ
γιγαντισμὸ καὶ στὴν καταστροφή τοῦ
ἀνθρώπινου καταλύματος. Δὲν εἶναι
καιρὸς ἄραγε νὰ συνειδητοποιηθοῦν
οἱ ἀρχὲς ποὺ διέπουν τὴν κατεύθυνση
αὐτή; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὴ ἡ
συνειδητοποίηση χωρὶς ριζικά, «ἀνενδοίαστα
καὶ ἐπικίνδυνα» ἐρωτήματα;
«Ἱστοριακὴ»
θεώρηση σημαίνει «ὅτι ἡ ἑστία τῆς
ἱστορίας καθορίζεται ἐκ νέου βάσει
αὐτοῦ ποὺ μᾶς κοιτάζει». Μᾶς κοιτάζει
ὁ κόσμος, ὅπως κοίταζε τὸν ὁμηρικὸ
ἄνθρωπο, χωρὶς τὶς διχοτομήσεις τοῦ
μέσα καὶ ἔξω. Ἐδῶ ἔγκειται τὸ φιλοσοφικὸ
κέντρο τοῦ Χάϊντεγκερ καὶ ἐδῶ ἀρχίζει
ἡ συζήτηση. «Βάσει αὐτοῦ πού μᾶς
κοιτάζει». Αἴσθηση ἀρχαϊκή! Ἀνατριχίλα
συγκλαδοκορμόριζη, θὰ ‘λεγε ὁ Πεντζίκης!
Αὐτὸ ποὺ ἀνέκαθεν κοιτοῦσε καὶ
ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς κοιτάζει στὸ παρόν
μας. Διότι ἄν ἡ ἀλήθεια, ὅπως καὶ ἡ
Ιστορία, εἶναι ἁπλῶς δημιουργήματα
τῆς λογικῆς τοῦ ἀνθρώπου, τότε δὲν
ἰσχύει καμμία ἔνσταση ὡς πρὸς τὸν
ὑπὸ συνεχῆ διαμόρφωση κόσμο. Δὲν
μετράει τότε παρὰ μόνο ἡ δύναμη καὶ ἡ
ισχύς.
Οἱ
μεταφυσικὲς κυριαρχίες μὲ τὶς κάθε
λογὴς ὑλοποιήσεις τοῦ Πνεύματος
φοβίζουν κι ἐμένα. Δὲν ἔχουν πάψει
ὡστόσο νὰ ἄρχουν μὲ ἀλλαγμένο ὄνομα.
Ὅτι ὑπάρχει ἴσως ἕνας κρυφός, ἂν καὶ
ἀντιεγελειανός, μεσσιανισμὸς στὸν
Χάιντεγκερ ποὺ καταργεῖ τὸ κοινωνικό
παρόν, εἶναι κάτι ποὺ ἀρχίζει νὰ
αἰσθάνεται κανεὶς μὲ τὰ χρόνια καὶ
ὅσο περισσότερο μελετᾶ τοὺς Ἀρχαίους.
Ἐπανέρχομαι στὰ ἀνεκδοτολογικά.
Στὴν
περίφημη μελέτη του Περὶ
Κοσμοαντιλήψεων,
ὁ Χάιντεγκερ σημειώνει μὲ προφανὴ
δυσαρέσκεια:
«…οἱ θλιβεροὶ συρφετοὶ παράλογων ἰδεῶν, ὅπως οἱ φιλοσοφίες τῶν Ἐθνοσοσιαλιστῶν, μόνο σύγχυση προκαλοῦν.» (HOLZWEGE).
Δὲν
ξέρω ἂν ἔχει ἤδη ἐπισημανθεῖ ἡ φράση
αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ 1962, οὔτε ἂν
προστέθηκε μετὰ τὴν ἀρχικὴ διάλεξη
τοῦ 1938. Ξέρω μόνο πὼς εἶναι αὐτούσιος
λόγος τοῦ φιλοσόφου ποὺ τὸν πρωτοβρίσκω
τώρα στὸ Τετράδιο τοῦ 1938. Τὸν παραθέτω
ξανά: «Ποιὸς εἶναι σὲ θέση νὰ βεβαιώσει
μιᾶς διὰ παντὸς τί εἶναι γερμανικὸ
καὶ τί εἶναι λαὸς σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου
κυβερνάει ἡ σύγχυση, ἀπόρροια τῆς
ἐθνικιστικῆς ἀντίληψης, ἡ ὁποία καὶ
ἀγνοεῖ παντελῶς τί εἶναι γερμανικό;»
Γερμανικὸ εἶναι μεταξὺ ἄλλων ὁ
Χαίλντερλιν, ὁ Νίτσε, ὁ Ρίλκε ἀλλὰ καὶ
ἄλλοι ποὺ δὲν εἶναι διόλου Γερμανοὶ
καὶ τοὺς ὁποίους ἐξακολουθοῦμε νὰ
μελετᾶμε σὲ πεῖσμα τῶν «τριῶν αἰώνων
Διαφωτισμοῦ»!

Ἔχω
κι ἐγὼ ὑπόψη κάτι ἀπὸ τὶς σοφὲς
δολιότητες τῆς Ἱστορίας ἀλλὰ καὶ τῶν
φιλοσόφων. Χαμογελάω μόνος μου ἀλλὰ
καὶ χαίρομαι, ὅταν μοῦ δίνουν τροφὴ
στοχασμοῦ. Ὁ Ἀντονὲν Ἀρτὼ λ.χ. δὲν
ἀπέσυρε ποτὲ τὴν τυπωμένη ἀφιέρωση
τοῦ βιβλίου του στὸν Χίτλερ. Ὁ Φρόυδ
ἀπέκρυψε τὴν ἰδιόχειρη ἀφιέρωση στὸν
Μουσσολίνι. Ὁ Φουκὼ στήριξε τοὺς
ἀγιατολάδες τοῦ Ἰράν. Ἀναρίθμητα τὰ
συναφῆ παραδείγματα τοῦ 20οῦ αἰώνα
ποὺ κάνουν αἰσθητὴ μιὰ τραγικὴ
ἀνεπάρκεια καὶ μαζἰ τὴ μοιραία σύγχυση
τοῦ ἰδεολογικοῦ γίγνεσθαι. Ἐὰν ὅμως
οἱ συγγραφεῖς καὶ στοχαστὲς κρίνονταν
μόνο καὶ μόνο ἀπὸ ἱστορικὴ καὶ
ἰδεολογικὴ σκοπιά, θὰ ἔπρεπε νὰ
ἀπορρίπτονται ἕνας ἕνας στὴ σειρά,
καὶ κατὰ προτεραιότητα, οἱ καθαρὰ
ἰδεολόγοι, ὅσοι δηλαδὴ ἐκλαμβάνουν
τὴ σκέψη ἁπλῶς καὶ μόνο ὡς πολιτικὴ
συνείδηση καὶ δράση. Κάτι ἄλλο μᾶς
τραβάει κοντά τους, ἄν ὄντως ἀξίζουν,
καὶ μάλιστα τὸ σφάλμα τους. Αὐτὸ
ὀφείλει νὰ φωτίσει ἕνας δοκιμιογράφος,
ἂν δὲν εἶναι σὰν τὸν κυριακάτικο
ἄμβωνα τοῦ Τόμας Χάρντυ.
Ἄλλο
πράγμα ἡ ἱστορικὴ προσέγγιση, ἄλλο ἡ
«ἱστοριακή» ἑρμηνεία, (ἢ κατὰ Γκάνταμερ,
ἡ συνείδηση τῆς πρακτήριας ἱστορίας:
wirkungsgeschichtliches Bewusstsein). Γιὰ νὰ τὸ πῶ
ἁπλούστερα. Ὡς σύγχρονος ἀναγνώστης
δὲν ἀποδίδω πρωτεύουσα σημασία στὴν
πολιτικοκοινωνικὴ κατάσταση τῆς
Ἰλιάδας, μ’ ἐνδιαφέρει ἡ ἀκραία
συμπεριφορὰ τοῦ Ἀχιλλέα ποὺ μὲ
κοιτάζει καὶ σήμερα μὲς ἀπὸ διαφορετικὸ
κοινωνικὸ ἔνδυμα. Δὲν κολλάω στὸν
ἱστορικὸ φασισμὸ τοῦ Πάουντ, προσπαθῶ
νὰ σκεφθῶ ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς
ἰδεατῆς πόλης καὶ οἱ τραγικοὶ ὅροι
τῆς ἐπὶ γῆς οἰκοδομήσεώς της. Μὲ
ἀπωθεῖ ὁ σκαιὸς ἀντισημιτισμὸς τοῦ
Σελίν, δὲν ξεχνῶ ὅμως πὼς ἦταν ἀνέκαθεν
ὁμοούσιος τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῶν
ἐπακόλουθων παραλλαγῶν του. Ἂς θυμηθοῦμε
μόνο τὸν ἱδρυτὴ τῆς κοινωνιολογίας
καὶ θεωρητικό του θετικισμοῦ Αὔγουστο
Κόντ. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Μὰρξ διαπνέεται
ἀπὸ ἀντισημιτικὰ αἰσθήματα. Δὲν θὰ
ἀπαλλαγοῦμε ποτὲ ἀπὸ τὸ θλιβερὸ
φαινόμενο τοῦ ἀντισημιτισμοῦ, ἐὰν
δὲν κατανοηθοῦν μὲ ψυχραιμία τὰ
περίπλοκα πνευματικά του αἴτια.
Ἔτσι
κι ἀλλοιῶς, ὁ χριστιανικὸς μεσσιανισμὸς
παραμένει ὁλοζώντανος μὲ τὴν ἐγκόσμια
μορφὴ τῆς Προόδου. Μὲ τὴν πίστη καὶ
τὴν ἐλπίδα στὸ μέλλον. Ἀλλὰ μὲ μόνη
τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ μέλλον,
δὲν διαφαίνεται πλέον περιθώριο γνήσιας
ἀτομικῆς ἐμπειρίας παρὰ μόνο στὸν
τομέα τῶν ἐπιστημῶν τῆς ζωῆς μὲ
τρομακτικές, καὶ ὄντως «ἀνενδοίαστες»
ἀποφάσεις. Αὐτὰ θὰ ἔπρεπε νὰ φοβᾶται
ἡ ἠθικολογικὴ στάση του Ν. Σινιόσογλου.
Τί κατέστησε δυνατὴ τὴ μεταλλαγὴ τῆς
Ἐπιστήμης σὲ Τεχνολογία. Ὑφίσταται
ἄραγε σχέση μεταξὺ ἀνενδοίαστης
ἐπιστημονικοτεχνικῆς λογικῆς καὶ
ἀνενδοίαστου φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ
καὶ ποιὰ εἶναι ἡ διαφορά τους, ἄν
πράγματι ὑπάρχει διαφορά;
Στὴν
Ἱστορία, ὅπως καὶ στὸν ἄνθρωπο, τὸ
καλὸ καὶ τὸ κακὸ εἶναι σύμφυτα,
ἀπολύτως ἀντιδιαλεκτικά. Οἱ κατατρεγμένες
καὶ ἀνυπεράσπιστες Ἱκέτιδες
μεταμορφώνονται σὲ στυγνὲς φόνισσες
μόλις τοὺς δοθεῖ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία.
Ἡ πάλη τῶν ἀξιῶν εἶναι μοιραῖο νὰ
διαιωνίζει καὶ νὰ μηδενίζει ἐν ταυτῷ
τὶς ἀξίες. Ὁ Χάιντεγκερ, ὅπως καὶ
ὁρισμένοι ἄλλοι, ἐπιχείρησε νὰ
διανοίξει πεδία πνευματικῶν προϋποθέσεων
ἐνόψει μελλοντικῶν ἐπιλογῶν καὶ
ἀποφάσεων πέρα ἀπὸ τὴν ἀλεξίσφαιρη
μεταφυσικὴ τῶν ἀξιῶν. Καὶ μιὰ ἀπὸ
τὶς ἐν λόγῳ προϋποθέσεις εἶναι ἀκριβῶς
ὁ «ἀνενδοίαστος στοχασμός», τὸ ξύπνημα
ἀπὸ τὴν ἰδεολογικὴ νηπιότητα, ἔστω
κι ἂν ὕστατο τίμημα εἶναι καὶ πάλι τὸ
τραγικό.
Πάντως,
ἂν ἡ πνευματικὴ ἔνταση εἶναι τὸ
ἀλάθητο κριτήριο τῆς δημιουργίας, ὅπως
πιστεύω, στὰ Μαῦρα
τετράδια ποὺ
πρόλαβα νὰ διάβασω, ἀποτυπώνεται ἡ
ἀγωνιώδης πορεία, ὁ ὀργιαστικὸς χορὸς
τῆς ἴδιας της δημιουργικῆς σκέψης.
Ἐμμέσως, ἄλλωστε, ὁμολογεῖται καὶ
ἀπὸ τὸν Σινιόσογλου. Ὁπωσδήποτε, τὰ
ἱστορικὰ παραστρατήματα, τὰ
«Παραπατήματα», ποὺ θά ‘λεγε κι ὁ
Μπλανσό, ἦταν σοβαρὰ καὶ ἐνίοτε μάλιστα
σοβαρότατα. Δὲν γίνεται ἀλλοιῶς, ἂν
δὲν θέλουμε νὰ πλαντάξουμε τελείως
στὰ πολιτιστικὰ μαθήματα κοπτικῆς-ραπτικῆς
ἐδῶ καὶ στὴ Σιγκαπούρη. Ὁ ἀναμάρτητος
πρῶτος τὸν λίθο βαλέτω. Ὅσα ἔγιναν,
ἔγιναν καὶ κατὰ πᾶσα πιθανότητα, θὰ
ξαναγίνουν, ἔστω καὶ ὑπὸ μορφὴ
ἀνέκδοτη, εἴτε προοδευτικοὶ εἴμαστε,
εἴτε ὄχι. Πὲς τὸ Μοίρα ἢ ὅπως ἀλλοιῶς
θέλεις. Μὰ ἡ ἀληθινὴ σκέψη θὰ εἶναι
πάντα ἐπικίνδυνη, ὅσο καὶ ἡ ἔννοια
τοῦ ἱεροῦ. Θὰ ἦταν ἰδεολογικὸ
κακούργημα νὰ κλείσει ἤ νὰ ἀπαγορευθεῖ
ἡ εἴσοδος στὸ γήπεδό τους.
Ἡ
Ἑλλάδα εἶναι ἴσως ἡ μόνη χώρα τῆς
Εὐρώπης ποὺ δὲν ἔχει καταφέρει ἀκόμη
νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸ ἐμφυλιακὸ
παρελθόν της, ἐνῶ τὰ ἤθη της ἔχουν
μεταλλαχθεῖ ἀπολύτως. Στὸν τόπο μας,
ἡ ἧττα τῆς Ἀριστερᾶς ἀποδείχθηκε
μεγαλειώδης θρίαμβος. Ἀποσυνδέθηκε
ἀπὸ τὸ ΚΚΕ καὶ κάλυψε δυναστικὰ τὸ
πνευματικό μας σύμπαν μὲ τὴ μορφὴ
προοδευτικοῦ πνεύματος. Πῶς γίνεται
τώρα νὰ συντηρεῖται ἄμωμη ἡ ἰδέα τῆς
κόκκινης ἐπανάστασης καὶ τῶν ἀγωνιστῶν
της εἶναι νομίζω ἕνα ἀπὸ τὰ σοβαρότερα
ἐρωτήματα τοῦ παρόντος.
Ἀσφαλῶς,
οἱ ἐπικίνδυνες σκέψεις αἴρουν τὴν
πνευματική μας ἀσφάλεια, μᾶς κάνουν
νὰ χάνουμε τὸν μπούσουλα. Θέτουν
ζητήματα ἀναθεώρησης τῆς ἱστορικῆς
μας συνείδησης. Ἄρα εἶναι καὶ ἀπορριπτέες
βάσει τοῦ «φιλοσοφικοῦ συμβολαίου»
ποὺ προστατεύει τὴ σκέψη ἀπὸ τὸν
ἑαυτό της. Ἕνα εἶδος κοινωνικῆς
βαλβίδας, δηλαδή, ἀλλὰ καὶ πόσο
εὔθραυστης. Καὶ ἐπειδὴ ἡ φιλοσοφία,
κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ δοκιμιογράφου,
ἔχει ἕναν «κακὸ ἑαυτό, ὀφείλει κάποτε
νὰ θυσιάζει κάτι ἀπὸ τὴν ἐλευθερία
καὶ τὴν ἔντασή της», διαφορετικὰ «ὁ
στοχασμὸς γίνεται ἀνενδοίαστος».
Δηλαδή,
γίνεται ἀληθινὰ δημιουργικὸς καὶ
συνεπῶς ἐξοβελιστέος, θὰ πρόσθετα.
Ἀθήνα,
26 Ἰαν. 2019
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.
Βλ. μεταξὺ ἄλλων: Moeller Van Den Bruck, Le
Trosième Reich (1922),
Sorlot, Paris 1981· Oswald Spengler, Années
Décisives (1933),
Copernic 1979· Hosrst Möller, La
République de Weimar 1919-1933 (1985),
Tallandier 2007· Ernst Nolte, La
geurre civile Européenne 1917-1945 (1987),
Syrtes 2000.
2.
Βλ. ἐνδεικτικῶς: Stefen Breuer, Anatomie
de la Révolution conservatrice,
Paris 1996, ὅπου ἀσκεῖται κριτικὴ στὰ δυὸ
σχετικὰ ἔργα τοῦ Π. Κονδύλη.
3. Les
Réprouvés (1930),
πρόλογος Μichel Tournier, BARTILLAT 2007. La
Ville (1932),
Imaginaire-Gallimard, καθὼς καὶ τὸ
αὐτοβιογραφικὸ Le
destin de A D (1960),
Imaginaire-Gallimard.
4.
Βλ. τὸ πρῶτο πρῶτο χρονολογικῶς: Victor
Farias, Heidegger
et le nazisme, 1987
καὶ Α. Ζέρβα, «Χάνα Ἀρεντ – Μάρτιν
Χάϊντεγκερ», περ. Ἴνδικτος τ.
6, 1996 καὶ Ἐπισκέψεις
2,
Ἴνδικτος 2001.
[Τελευταῖο
βιβλίο του Α. Ζέρβα, Στάση
Λυσσιατρείου [Περὶ ἐκδιαιτήσεως, ἤτοι
τὸ αὐτοξερρίζωμα],
Περισπωμένη 2018.]
Συνέντευξη: Νικήτας Σινιόσογλου “Στη σκοτεινή πλευρά του σύγχρονου στοχασμού”
Ο Νικήτας Σινιόσογλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Μονάχου και Κέμπριτζ (PhD). Είναι εντεταλμένος ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών) και έχει διδάξει σε ελληνικά και βρετανικά πανεπιστήμια.Έχει εκδώσει τα βιβλία: “Plato and Theodoret: The Christian Appropriation of Platonic Philosophy and the Hellenic Intellectual Resistance” (Cambridge University Press 2008), “Radical Platonism in Byzantium: Illumination and Utopia in Gemistos Plethon” (Cambridge University Press 2011), “Αλλόκοτος Ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών” (Κίχλη 2016, Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού Ο Αναγνώστης 2017), “Μαύρες Διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής” (Κίχλη 2018).
Γράφει για την αστική περιπλάνηση και για τα όρια δοκιμιακού και λογοτεχνικού λόγου. Λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου από τις εκδόσεις Κίχλη “Λεωφόρος ΝΑΤΟ. Δοκιμή περιπλάνησης” που επικοινωνεί με το τρίτο μέρος των Μαύρων Διαθηκών (Κίχλη 2018), μιλήσαμε για τα όρια της ημερολογιακής γραφής όπως αυτή καταγράφεται στα Μαύρα Τετράδια του Μάρτιν Χάιντεγκερ και στο Glossarium του Καρλ Σμιτ, δύο από τα πιο σκοτεινά ημερολόγια στην Ιστορία της Φιλοσοφίας.
1
«Είναι γραφή ύπουλη και περήφανη,
μαεστρική και πρωτεϊκή». Πότε αισθανθήκατε
ότι αυτή η γραφή, η ασκούσα τόση επιρροή,
έπρεπε να διοχετευτεί σε μια νέα φόρμα,
αυτής της δοκιμιακής μορφής, υπό τον
τίτλο Μαύρες
Διαθήκες;
Οι Μαύρες
Διαθήκες αποτελούν
μια εξερεύνηση της σκοτεινής πλευράς
του σύγχρονου στοχασμού. Την αφορμή
έδωσαν τα ημερολόγια του Μάρτιν Χάιντεγκερ
και του Καρλ Σμιτ. Γι’ αυτούς η παρακμή
της Δύσης είναι τέτοια, ώστε ο Χίτλερ
έγινε ο φορέας μιας κάποιας λύτρωσης ή
τέλος πάντων της «δημιουργικής
καταστροφής» που απαιτείται για την
αποκατάσταση μιας αυθεντικής –τάχα–
σχέσης με το έδαφος και την κοινότητα.
Ακόμη και μετά την ήττα της Γερμανίας,
οι ημερολογιογράφοι Χάιντεγκερ και
Σμιτ προφητεύουν πως ο κόσμος που
αναδύεται θα αποδειχθεί χειρότερος από
εκείνον των ναζί – κι εννοούν τον κόσμο
της τεχνολογίας και του καπιταλισμού
όπου ζούμε τώρα, τον κόσμο του διαβρωμένου
κοινοβουλευτισμού και της ευτελούς
δημοσιογραφίας, έναν κόσμο εν πολλοίς
εικονικό, όπου η σχέση με τον χώρο
εξαϋλώνεται κι ο χρόνος επιταχύνεται.
Στα ημερολόγια αυτά καταγράφονται
οριακές στιγμές του στοχασμού και του
συναισθήματος. Μιλώ για «όριο», πρώτον,
επειδή τα στοχαστικά ημερολόγιά τους
είναι κείμενα υβριδικά στο μεταίχμιο
διαφορετικών ειδών και ακατάτακτα
(ενσωματώνουν δηλαδή στοιχεία από τη
φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, την τέχνη του
αφορισμού) και, δεύτερον, επειδή οι ιδέες
και το συναισθηματικό τους φορτίο είναι
πολύ έντονα, σχεδόν αβάσταχτα: μνησικακία,
μένος, αποστροφή κινούν μια γραφή εντελώς
προσωπική και μια καταβύθιση απωθητική,
η οποία ωστόσο έχει κάτι νοσηρά ανθρώπινο
στον πυρήνα της. Εξαρχής ένιωσα πως
μόνον ένας λόγος δοκιμιακός μπορεί να
προσεγγίσει τέτοια βιώματα και τέτοια
κείμενα– η ιστορία της φιλοσοφίας δεν
ήταν αρκετή. Θα έλεγα μάλιστα πως σε
τέτοιες οριακές περιπτώσεις το δοκίμιο
αποδεικνύεται ένας επιστημονικότερος
τρόπος από την περιγραφική ανάλυση, η
οποία εξ ορισμού αδυνατεί να φτάσει στο
βαθύτερο ψυχικό απόθεμα συγγραφέων
όπως ο Σμιτ και ο Χάιντεγκερ. Επιχείρησα
να συνομιλήσω με τα κείμενα του Χάιντεγκερ
και του Σμιτ, να τους πλησιάσω, κι ας με
απωθούν. Γι’αυτό, ενώ στα δύο πρώτα (και
πιο τεχνικά) κεφάλαια τηρώ εξ ορισμού
αρνητική και απορριπτική στάση απέναντι
στην κοσμοαντίληψη των δύο φιλοσόφων,
και εργάστηκα μάλλον ως ιστορικός της
φιλοσοφίας, το τρίτο κεφάλαιο είναι ένα
δικό μου ημερολόγιο πάνω στη σχέση μου
με τα ημερολόγιά τους. Επομένως, οι Μαύρες
Διαθήκες
είναι ένα δοκίμιο για την ημερολογιακή
γραφή που τρέπεται στο αντικείμενό του,
δηλαδή γίνεται ημερολόγιο – με όλο το
ρίσκο που ενέχει ένα τέτοιο παιχνίδι
με τα είδη του λόγου.
2
Μιλώντας για τα βάθη του στοχασμού, στις
πρώτες σελίδες, βρίσκετε δύο αντίθετες
λειτουργίες, της όρμισης και της
καταφυγής.
Η
ημερολογιακή γραφή είναι το ιδανικό
καταφύγιο για όποιον αναγκάζεται να
κρύψει τον πυρήνα του εαυτού. Το μόνο
που απαιτείται είναι ένα σημειωματάριο
και μια πένα, αλλά εκτός από καταφύγιο
η ημερολογιακή γραφή είναι κάποτε και
ορμητήριο, όπου συντηρούνται οι πιο
αποκρουστικές ιδέες αναμένοντας την
επανάχρησή τους. Τόσο ο Σμιτ όσο και ο
Χάιντεγκερ χρησιμοποιούν την ημερολογιακή
γραφή με αυτόν τον διττό τρόπο: γίνονται
απόξενοι, και συνάμα εφορμούν στο μέλλον.
Η γοητεία της γραφής τους απορρέει
ακριβώς από το ότι χρησιμοποιώντας το
ημερολόγιο ως καταφύγιο και ορμητήριο
ωθούν την ημερολογιακή γραφή σε ένα
απόκρημνο σημείο, όπου δεν γνωρίζω να
έχει φτάσει κανείς άλλος συγγραφέας.
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο με απασχόλησε
αυτή ακριβώς η οριακή αντανάκλαση του
εαυτού δια της πολύ προσωπικής γραφής,
η γένεση ενός γραπτού ειδώλου του εαυτού,
που ξεκόβει από τον κόσμο όλο, όπως αυτός
εξελίχθηκε από το 1789 και δώθε, κι όμως
πασχίζει να επιβιώσει παρασιτώντας
στον κόσμο που έρχεται. Αυτό είναι το
πραγματικό θέμα του βιβλίου – ο Σμιτ
και ο Χάιντεγκερ δίνουν την αφορμή για
την προσέγγισή του.
“Σε έναν κόσμο όπου ο φυσικός χώρος δεν σχετικοποιείται απλώς αλλά αφανίζεται ανακαλύπτει κανείς διαθλάσεις του εαυτού εκεί που δεν το περιμένει”
3
Εν τέλει το ταξίδι στη Σιγκαπούρη πόσο
ανακάλυψε ή εξάλειψε τις θεωρίες των
δύο στοχαστών;
Η
Σιγκαπούρη θα ήταν ο ορισμός της δυστοπίας
για τον Χάιντεγκερ και τον Σμιτ. Είναι
ένα κράτος που αντιπροσωπεύει ό,τι
εκείνοι απεχθάνονταν και ό,τι κατέκριναν
στο πνεύμα της οικονομικής ανάπτυξης
και του εργαλειακού ορθολογισμού. Μα
ακριβώς γι’ αυτό επέλεξα να περιπλανηθώ
στους δρόμους της· υπήρξε ο ιδανικός
χώρος για να ολοκληρώσω το βιβλίο
γράφοντας ένα τρίτο ημερολόγιο,
πρωτοπρόσωπο αυτήν τη φορά, το οποίο
συνομιλεί με τα δικά τους. Στους δρόμους
της Σιγκαπούρης έγινα ό,τι ο Σμιτ και ο
Χάιντεγκερ αποστρέφονταν: άρριζος και
ξένος, δεν ανήκα πουθενά. Κι όμως, ενώ
γινόμουν πλάνης ερχόμουν πιο κοντά σε
κάποιες όψεις της κριτικής τους. Στις
Kasseler Vorträge του 1927 ο Χάιντεγκερ σημειώνει
προφητικά πως η ζωή ολοένα αφομοιώνεται
στην εμπειρία της μητρόπολης, όπου οι
άνθρωποι κινούνται άρριζοι ή ξερριζωμένοι
(entwurzelte Menschen). Έκτοτε, ο Χάιντεγκερ
επιστρέφει συχνά στην ιδέα μιας ύπαρξης
δίχως πρόσδεση στο έδαφος (Bodenlosigkeit) και
μιας πτώσης σε έναν μη χώρο που μοιάζει
πολύ με τον διαδικτυακό και εικονικό
κόσμο, όπου περνάμε σήμερα τόσες ώρες.
Εντέλει, το ημερολόγιο περιπλάνησης
που κράτησα στη Σιγκαπούρη ήταν ο
καθρέφτης της παρατεταμένης εμπειρίας
μου στην Ελλάδα. Σε έναν κόσμο όπου ο
φυσικός χώρος δεν σχετικοποιείται απλώς
αλλά αφανίζεται ανακαλύπτει κανείς
διαθλάσεις του εαυτού εκεί που δεν το
περιμένει –ο ένας τόπος φυτοζωεί μέσα
στον άλλον, όπως συμβαίνει καμιά φορά
με τα πρόσωπα και με τα βιβλία που
μελετάμε.
4
Στον πρόλογο σας αναφέρετε ότι και οι
δύο στοχαστές δηλώνουν τυχοδιώκτες της
σκέψης, επικαλούμενοι την «οργιώδη
ελευθερία της σκέψης». Ο τυχοδιωκτισμός,
παραφράζοντας έναν άλλο στοχαστή, τον
Νίτσε δεν συνεπάγεται την διαίρεση
των ανθρώπων σε υποχείρια και εχθρούς;
Πως βλέπετε αυτή την άνευ όρων «ασυδοσία»
στοχασμού των δύο;
Θα
έλεγε κάποιος πολύ βιαστικά ότι η
φιλοσοφία είναι συνώνυμη της απόλυτης
ελευθερίας του νου. Μόνον που τα πράγματα
είναι πιο σύνθετα, αν θέλουμε να αποφύγουμε
μια πλάνη adabsurdum·διότι προφανώς δεν
συνιστά φιλοσοφία κάθε σκέψη παρορμητική,
φαύλη ή απλώς μια εσφαλμένη κρίση που
μου περνά από το μυαλό. Αντιθέτως, η
φιλοσοφία προϋποθέτει έναν κριτικό
έλεγχο των παθών και μια αντίσταση στις
ενστικτώδεις τροπές της σκέψης. Φιλοσοφία
δεν είναι η ασυδοσία, αλλά πρωτίστως ο
έλεγχος της βλακείας. Δεν φιλοσοφούν
οι καιροσκόποι και οι αδίστακτοι
άνθρωποι, αλλά όσοι αντιστέκονται στις
ευκαιρίες να γίνουν τέτοιοι. Αυτός είναι
ο λόγος που στις Μαύρες
Διαθήκες ισχυρίζομαι
ότι η φιλοσοφία παραμένει ελεύθερη στον
βαθμό ακριβώς που καταφέρνει η ίδια να
ελέγχει τον εαυτό της – ώστε να μη
βρίσκουν αφορμή να το κάνουν άλλοι εξ
ονόματός της, όπως ακριβώς συμβαίνει
στην καθημερινή μας ζωή: μπορώ να κάνω
ένα σωρό σκέψεις, που όμως τις απορρίπτω
ως εξωφρενικές ή άτοπες – αν δεν το
κάνω, τότε παραδίδομαι στα πάθη μου και
στις τυχαίες τροπές του στοχασμού,
πράγμα διόλου φιλοσοφικό, όπως δείχνει
η εμπειρία μας. Στοχασμός χωρίς ευθύνη
δεν είναι γνήσιος στοχασμός, αλλά πάθος
– ένα πάθος εγωιστικό και ανορθολογικό.
Στην περίπτωση του Σμιτ και του Χάιντεγκερ
υπεισέρχεται επιπλέον ο παράγοντας
ενός πολιτικού «καπελώματος» της
φιλοσοφίας για λόγους προσωπικής
φιλοδοξίας. Εφόσον συντάχθηκαν με τον
ναζισμό υπήρξαν κονφορμιστές και
αριβίστες μάλλον παρά θιασώτες της
ελευθερίας της σκέψης. Εκτός συστήματος
βρέθηκαν μόνο μεταπολεμικά και όχι για
πολύ. Είναι αυτή η περίοδος που με
ενδιαφέρει στα ημερολόγιά τους, όταν
κάποτε κατάντησαν πρόσωπα σε σύγκρουση
με την εποχή τους, αποσυνάγωγοι, ωστόσο
τη δεκαετία του τριάντα συμβιβάστηκαν
εντελώς με το πιο ελεεινό κατεστημένο.
5
Στις περιπτώσεις των Σμιτ και Χάιντεγκερ
πώς αξιολογείτε τη δράση τους;
Άλλοτε
ήταν διαδεδομένη η άποψη ότι μπορούμε
να διαχωρίσουμε το έργο του Χάιντεγκερ
και του Σμιτ από τις πολιτικές επιλογές
τους. Μια πρώτη ένσταση είναι ότι μια
τέτοια κίνηση είναι αντι-χαϊντεγκεριανή
και αντιβαίνει στον πυρήνα της φιλοσοφίας
του. Τι μας λέει ο Χάιντεγκερ; Ότι οι
ιδέες μας είναι ριγμένες στον κόσμο κι
ότι είναι δεμένες με τον κόσμο μας
αξεδιάλυτα. Ο Μαρκούζε έχει πολύ δίκιο
όταν γράφει στον Χάιντεγκερ (στα 1947) και
του υπενθυμίζει ότι ακριβώς γι’
αυτό οφείλει να αναλάβει προσωπικά την
ευθύνη των καταστροφικών επιλογών του,
αν δεν θέλει να είναι ανακόλουθος και
να ακυρώσει την ουσία της φιλοσοφίας
του – γιατί δεν γίνεται να χωρίσει
κανείς τον φιλόσοφο Χάιντεγκερ από τον
άνθρωπο Χάιντεγκερ. Τι να τον κάνουμε
έναν Χάιντεγκερ αντι-χαϊντεγκεριανό;
Έπειτα,
ένα δεύτερο ζήτημα αφορά την εκδίπλωση
του στοχασμού τους μέσα στον συγκεκριμένο
ιστορικό ορίζοντα. Ο Χάιντεγκερ ζητεί
την επανεκκίνηση της φιλοσοφίας την
εποχή που ο Χίτλερ ζητεί την αναγέννηση
του γερμανικού μεγαλείου – αυτός είναι
ένας λόγος που του αρέσει να σημειώνει
στα τετράδιά του πως γεννήθηκε το ίδιο
έτος με τον Αδόλφο Χίτλερ (1889). Στο
συγκείμενο των παραδόσεων του Χάιντεγκερ
τη δεκαετία του 1930 η αυτοφανέρωση του
Είναι συμπίπτει με την ιστορική κατίσχυση
των ναζί. Η φιλοσοφία του παίρνει μορφή
μέσα στην ιστορική συγκυρία. Γι’ αυτό
και δεν είναι διόλου τυχαίο ολίσθημα η
διαβόητη φράση που ο Χάιντεγκερ αφαίρεσε
από την «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» στα
1953, όταν αναφερόταν στο εσωτερικό
μεγαλείο του Εθνικοσοσιαλισμού· ούτε
εκείνη η δήλωση το 1933, πως «το άτομο δεν
έχει σημασία, δεν μετρά καθόλου».
Πραγματικά πίστευε ότι το «αυθεντικό
Είναι» συνδέεται με την μοίρα του
γερμανικού λαού. Τι σημαίνει αυτό; Για
να το πούμε πολύ απλά: ο Σμιτ και ο
Χάιντεγκερ δεν ενδιαφέρονται για την
αυτονομία του προσώπου, προέχει η υπαγωγή
του ατόμου στη μοίρα του έθνους. Ο Σμιτ
και ο Χάιντεγκερ είναι εχθροί της
αυτονομίας. Απεχθάνονται την αυτονομία
του λόγου (το πρόταγμα του Διαφωτισμού)
και συγχρόνως την αυτονομία του προσώπου:
γι’ αυτό καταλήγουν αφενός σε μια εκδοχή
φιλοσοφικής παρα-θεολογίας κι αφετέρου
γίνονται κρατιστές και φασίστες –
φοβούνται το άτομο και τις δυνάμεις
του. Ορίστε τι με απωθεί σε αυτούς:
πως τόσο το ύφος του γραπτού λόγου όσο
και η εκδίπλωση των εννοιών τους γίνεται
σε ένα προφητικό κλίμα που περιορίζει
ή μηδενίζει τον διάλογο, κι αυτό δεν
είναι άσχετο με τις πολιτικές επιλογές
τους ούτε με την καχυποψία τους απέναντι
στον ορθό λόγο.
Ο
Κασσίρερ επισήμανε εγκαίρως πως όλη
αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης στον
ανθρώπινο λόγο άνοιξε τον δρόμο για
τους ναζί – και είχε δίκιο. Για τον
Κασσίρερ, ο Χάιντεγκερ είναι κατά βάθος
μοιρολάτρης, ένας φαταλιστής που αρνείται
να αποδεχθεί την αυτονομία του ανθρώπινου
λόγου, την ικανότητά μας να γινόμαστε
καλύτεροι. Για τον Χάιντεγκερ το Dasein
είναι ήδη ριγμένο στον κόσμο και απομένει
η ανάσυρσή του· όπως περίπου για έναν
πιστό η αλήθεια είναι αποκεκαλυμμένη
και απομένει η εμπειρία της.
Μου
αρέσει πολύ ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου
που λέει:«ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων», δηλαδή
πως ο χαρακτήρας του ανθρώπου, η νοοτροπία
κι η προσωπικότητά του καθορίζουν τη
ζωή και τη μοίρα του. Μολονότι σπουδαίος
γνώστης του Ηράκλειτου, ο Χάιντεγκερ
δεν αποδέχθηκε ποτέ αυτήν τη συνάρτηση
φιλοσοφίας και προσωπικής αυτονομίας.
Παραμένει μικροαστός, και τον τρομάζει
η πνευματική αριστοκρατία ενός Ηράκλειτου.
Αυτό δεν σημαίνει πως ο Χάιντεγκερ δεν
θέτει εμφατικά ένα υπέροχο ερώτημα, αν
και με λάθος τρόπο: μήπως εντέλει κάτι
πέρα από τον λόγο, οι μύθοι, τα σύμβολα
κι η ποίηση, έχουν μεγαλύτερη ισχύ από
την περατή γνώση ή πάντως μια ισχύ εξίσου
αναγκαία;
6
Ο Σμιτ στην απολογία του υποστήριξε ότι
οι ιδέες και οι θεωρίες μπορεί να ασκούν
επίδραση στην πολιτική, αλλά είναι
δύσκολο να τις θεωρήσουμε υπαίτιες για
συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις.
Υπάρχει σίγουρα κάποιο ψήγμα αλήθειας
στην τοποθέτησή του, αλλά πού πιστεύετε
πως έγκειται το «δυναμόμετρο» της
επιρροής; Η υποδαύλιση «παθών» δεν
συνιστά καθοδήγηση;
Οι
νόμοι της Νυρεμβέργης της 15ης Σεπτεμβρίου
1935 άνοιξαν τον δρόμο για τα στρατόπεδα
συγκέντρωσης· ο Σμιτ έπαιξε σημαντικό
ρόλο στη νομική θεμελίωση των νόμων
αυτών γράφοντας (τον Οκτώβριο και τον
Νοέμβριο του ίδιου έτους) δήθεν τεχνικά
άρθρα που λίγο πολύ έθεταν τους Εβραίους
εκτός δικαίου (καθώς ο «εσωτερικός
εχθρός» δεν έχει και πολλά δικαιώματα…).
Είναι αλήθεια πως οι ιδέες δεν δικάζονται,
όπως είχε πει ο Ντε Σαντ. Όπως είναι
αλήθεια ότι, τυπικά μιλώντας, δεν
υφίσταται έγκλημα αν δεν έχει παραβιαστεί
κάποιος νόμος. Μοιάζουν λογικά αυτά που
λέει ο Σμιτ, κι όμως η δουλειά του ως
νομικού νομιμοποίησε τη συζήτηση για
την «τελική λύση» σε θεωρητικό επίπεδο
και συνέβαλε στη θεσμική θωράκισή της:
η λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης
θεωρήθηκε τεκμηριωμένη χάρις στις
νομικοφανείς διατυπώσεις και τις
«επιστημονικές δημοσιεύσεις» ανθρώπων
σαν τον Σμιτ. O ίδιος κατάφερε να απαλλαγεί
από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης
(παρόλο που τέθηκε υπό κράτηση για μήνες
και ανακρίθηκε), επειδή εξαρχής
περιπλανιόταν σε μια πολύ γκρίζα ζώνη
μεταξύ θεωρίας και πράξης, που ομολογουμένως
είναι εξόχως γοητευτική από την οπτική
γωνία της ιστορίας της φιλοσοφίας και
της φιλοσοφίας του δικαίου.
7
Ο Σμιτ, λέτε σε κάποιο σημείο, σαγηνεύει
πλέον και τη μεταμοντέρνα ριζοσπαστική
Αριστερά (παρακάτω τα προσδιορίζετε
και ως αριστεροδεξιά υβρίδια). Οριοθετείστε
μας τα σημεία που μια άκρως εθνικοσοσιαλιστική
θεώρηση επικοινωνεί με τον… αριστερισμό
κάποιων μορφωμάτων.
Ο
Σμιτ έγραψε πως τίποτα δεν ανταλλάσσει
κανείς ευκολότερα όσο τη Δεξιά με την
Αριστερά. Νομίζω πως ο χώρος όπου τα
άκρα συναντώνται κι οι ανταλλαγές αυτές
διευκολύνονται εντοπίζεται στον χώρο
του θυμικού· το κοινό σημείο επαφής
είναι η γενικευμένη δυσθυμία για την
πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η
αίσθηση μιας παρακμής της κοινοβουλευτικής
δημοκρατίας και μιας απόλυτης κυριαρχίας
του οικονομικού φιλελευθερισμού. Ένα
ερώτημα που θέτει επίμονα ο Σμιτ είναι
αν η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο
κοινοβουλευτισμός είναι πράγματι η
καλύτερη δυνατή επιλογή μας· μήπως,
νομίζοντας πως είναι, ανανεώνουμε άθελά
μας μια συνθήκη που σταδιακά θα αποβεί
χειρότερη και από το Τρίτο Ράιχ; Τέτοιοι
προβληματισμοί συμβαδίζουν με την
αίσθηση πως η καπιταλιστική και
φιλελεύθερη Δύση παρακμάζει, ότι στέκει
μετέωρη εδώ και δεκαετίες αναμένοντας
το τέλος της παρασέρνοντας και μας μαζί
της, ότι ο κόσμος που γνωρίζουμε αξίζει
να καταρρεύσει: από τον OswaldSpengler μέχρι
την επαναστατική Αριστερά συναντά
κανείς συχνά μια τέτοια αντίληψη των
πραγμάτων. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο
ανθρώπων που αμφιρρέπουν συνεχώς μεταξύ
δεξιών και αριστερών στοχαστών χωρίς
να αντιλαμβάνονται το γελοίο του
πράγματος – αρκεί ότι υπάρχει ένας
ξεκάθαρος αντίπαλος για να ξεσπαθώνουν,
που είναι η «Δύση» (ακόμη και αν οι ίδιοι
κάποτε ψωμίζονται από την Ευρώπη). Το
πρόβλημα είναι πως αν ο κοινοβουλευτισμός
κι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι τόσο
φαύλα πράγματα πια, αν ζούμε σε μια
παρακμή μεσσιανική σχεδόν, τότε ο
ανορθολογισμός και ο ολοκληρωτικός
τρόπος σκέψης γίνονται αυτομάτως πιο
φιλικοί. Νομίζω πως είναι λάθος να
«ξεπλένονται» ο Σμιτ και ο Χάιντεγκερ
–ακόμη κι από σοβαρούς στοχαστές της
Αριστεράς – προκειμένου να διασωθεί η
σκληρή κριτική που ασκούσαν στη
νεωτερικότητα. Στην πραγματικότητα,
ακόμη κι όταν η κριτική του Σμιτ και του
Χάιντεγκερ βρίσκει τον στόχο της, αυτό
συμβαίνει για τους λάθος λόγους: διότι
η κριτική αυτή όχι μόνον προκύπτει
οργανικά μέσα από την φασιστική
κοσμοαντίληψη των στοχαστών αυτών, αλλά
επιζητεί και την αναγόμωση της αντίληψης
αυτής, κάτι που είναι ιδιαιτέρως εμφανές
στα ημερολόγιά τους. Εδώ αποδεικνύεται
πόσο σημαντική υπήρξε η δουλειά της
Σχολής της Φρανκφούρτης, όπου βρίσκει
κανείς μια φιλοσοφικά ισχυρότερη κριτική
στη νεωτερικότητα χωρίς παραχωρήσεις
στον τυχοδιωκτισμό, τις θυμικές εξάρσεις
και τον ανορθολογισμό του Σμιτ και του
Χάιντεγκερ.
8
«Χάνω τον χρόνο μου και κερδίζω τον χώρο
μου», μια φράση που συγκεφαλαιώνει την
εμπειρία του Σμιτ. Ομολογουμένως
εξαιρετικής σύλληψης και ιδιαίτερης
αλήθειας στην σύγχρονη εποχή. Θα ήθελα
την εξέλιξη της σκέψης από μέρους σας.
Ο
χώρος είναι ισχύς. Αυτός είναι ο βασικός
άξονας της κοσμοαντίληψης του Καρλ
Σμιτ: der
Raum ist die Macht –
και τα σύνορα δεν είναι παρά ο τρόπος
των ανθρώπων να δίνουν μορφή στον χώρο
τους, ώστε να αντιστέκονται στην διάβρωση
του χρόνου. Για τον Σμιτ, «ο χώρος είναι
ο παράδεισος και ο χρόνος είναι η
κόλαση», τα δε σύνορα είναι ένα είδος
«μαγείας». Προσέξτε το λεξιλόγιο, που
αντανακλά μια σκέψη προνεωτερική και
μαγικοθρησκευτική. Σε μια εποχή
ρευστότητας των ορίων κάθε τύπου η ιδέα
μιας πρόσδεσης στον χώρο μοιάζει λογικό
αίτημα. Το πρόβλημα είναι ότι η σύλληψη
του Σμιτ δεν προκύπτει στο κενό, αλλά
συμβαδίζει με μια προνεωτερική αντίληψη
για τη σχέση της εξουσίας με το έδαφος
και τους πολίτες. Για να το καταλάβουμε
αυτό πρέπει να γνωρίζουμε ότι για τον
Σμιτ και τον Χάιντεγκερ βρίσκεται πάντα
σε εξέλιξη μια σύγκρουση κοσμοαντιλήψεων
(που ξεκινά πολύ πριν την κήρυξη του
πολέμου και εξελίσσεται ως σήμερα).
Αφενός έχουμε τη γραμμή του Καρτέσιου,
όπου ο άνθρωπος προσδιορίζεται κυρίως
ως έλλογο ον (cogito ergo sum)· αφετέρου έχουμε
την αντίληψη πως ο άνθρωπος προσδιορίζεται
από τη θέση του στον κόσμο, από το «να
έχεις έναν κόσμο» κι από αυτό που ο
Χάιντεγκερ ονομάζει in-der-Welt-sein, το να
βρίσκεσαι μέσα στον κόσμο. Συγκροτώντας
κοινωνίες νεωτερικές, λένε, χάσαμε τις
κοινότητές μας και μαζί την «εντοπιότητά»
μας, την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου κι
ότι έχουμε έναν κόσμο. Ακολουθώντας τον
ορθό λόγο, χάσαμε τον τόπο. Απολυτοποιώντας
τη λογική, βρεθήκαμε σε μια κατάσταση
εκκρεμότητητας. Από την άποψη αυτή, οι
πλάνητες και οι αποσυνάγωγοι δεν έχουν
κόσμο, είναι εκτοπισμένοι κι απειλούν
να διαβρώσουν όσους έχουν μια «υγιή»
σχέση με το έδαφος. Εδώ έχει τις ρίζες
του ένας αντισημιτισμός πνευματικού
τύπου. Οι Εβραίοι που λογίζονται ως
κατεξοχήν πλάνητες θεωρούνται αυτομάτως
μη αυθεντικοί και κίβδηλοι άνθρωποι, ο
εσωτερικός εχθρός που προωθεί τάχα την
Entrassung του γερμανικού λαού. Για τον Σμιτ
μάλιστα αυτό που μας προσδιορίζει είναι
η σχέση μας με έναν εχθρό. Ακόμη κι αν
δεν είχαμε έναν εχθρό θα έπρεπε να τον
εφεύρουμε. Κάπως έτσι, ο χώρος/ισχύς που
ζητεί να (ξανα)κερδίσει ο Σμιτ εντέλει
έρχεται σε σύγκρουση με τον καθαρό λόγο
του Διαφωτισμού, ο οποίος είναι πλάνης
και πλανητικός κι ουδόλως ετεροπροσδιορίζεται
από τους «εχθρούς».
9
Συμπερασματικά ο Σμιτ πίστευε πως ο
ανθρωπισμός είναι μια μορφή απάτης και
προσομοίωσης. Πείτε μας περιληπτικά με
ποια επιχειρήματα στήριζε τη θέση του;
Έχετε
δει κάτι θεατρίνους που μοιράζουν
φιλάκια σε όλον τον κόσμο; Εντέλει δεν
υπάρχει καμιά δέσμευση, καμιά ανάληψη
μιας ορισμένης ευθύνης απέναντι σε
συγκεκριμένα πρόσωπα και δεδομένες
ιδέες. Αν αγαπάς τους πάντες, δεν αγαπάς
κανέναν! Το πρόβλημα με τον σύγχρονο
κόσμο, λέει ο Σμιτ, είναι ακριβώς ότι
χάνονται οι υπαρξιακές δεσμεύσεις. Δεν
υπάρχουν σύνορα ή όρια, άρα anything goes –
και όλα αυτά στο όνομα των δικαιωμάτων
του «ανθρώπου». Αν υπάρχει μόνον ένας
γενικός «άνθρωπος», τότε καταργούνται
οι επιμέρους διαφορές μεταξύ των λαών,
και κυρίως η διαφορετική τους εμπειρία
μες στον κόσμο. Ένα σφάλμα του Σμιτ (και
του Χάιντεγκερ) είναι πως παραβιάζουν
ανοιχτές θύρες: επιλέγουν να επιτεθούν
σε μια ακραία εκδοχή του ανθρωπισμού,
η οποία ουδέποτε υπήρξε ζητούμενο στο
πλαίσιο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Ιστορικοφιλοσοφικά μιλώντας, η
νεωτερικότητα και ο ανθρωπισμός δεν
αντιστοιχούν στις καρικατούρες που
τους φτιάχνουν – για δικούς τους
ιδεολογικούς λόγους – ο Σμιτ και ο
Χάιντεγκερ.
10
Η απορριπτική διάθεση του Χάιντεγκερ
προς οποιαδήποτε εξέλιξη της ευρωπαϊκής
φιλοσοφίας από τη μία και το άνισο
μερίδιο αποδοχής του Χέντερλιν από την
άλλη. Δυο σημεία που αφορούν το άμετρο.
Θα ήθελα μια σύντομη έκθεση σας αυτής
της περίεργης προσωπικότητας.
Ο
Γιάσπερς αναφέρει ένα περιστατικό από
το 1933. Ρώτησε τον Χάιντεγκερ: «Πώς γίνεται
ένας άνθρωπος τόσο αμόρφωτος όσο ο
Χίτλερ, να κυβερνά τη Γερμανία;».Ο
Χάιντεγκερ απάντησε ότι η παιδεία είναι
εντελώς άσχετο ζήτημα, αρκεί κανείς να
δει πόσο υπέροχα είναι τα χέρια του
Αδόλφου… Εδώ φαίνεται όλη η έξαλλη
αντίδραση μιας βιταλιστικής αντίληψης
για τον κόσμο απέναντι στη γαλλική και
αγγλοσαξονική νοησιαρχία – τα χέρια
πρέπει να είναι οι φορείς της μοίρας
και όχι οι εκλεπτυσμένες ιδέες! Σε
στοχαστές όπως ο Χάιντεγκερ και ο Σμιτ
αναπτύσσεται πολύ φυσικά μια τέτοια
διπολική λογική, όπου η ζωή αντιτίθεται
στον νου (εξού η απέχθεια του Σμιτ για
τους «υπερ-διανοούμενους» Εβραίους), ο
λαός αντιτίθεται στο άτομο, το «αυθεντικό»
τάχα «Είναι» αντιτίθεται σε μια
ψευδο-ιστορία των κατακερματισμένων
όντων – και βεβαίως η γερμανικότητα
αντιτίθεται στην εβραϊκότητα, όπως η
πολυθρύλητη εντοπιότητα στην άρριζη
ύπαρξη της νεωτερικότητας. Λίγο πολύ,
αυτή η διπολική λογική αντανακλά το
δίπολο αμαρτία/λύτρωση, πτώση/αποκατάσταση.
Ο Χέλντερλιν και κάποιες μυστικιστικές
τάσεις της γερμανικής ποίησης έμοιαζαν
να δίνουν την πρώτη ύλη για μια νέα
εμπειρία της γλώσσας και της «γερμανικότητας»
απαλλαγμένη από το διανοητικό φορτίο
της κλασικής μεταφυσικής, και κυρίως
από τη φιλοσοφική αμφιβολία. Νομίζω πως
πρόκειται για παρερμηνεία του Χέλντερλιν
και για μια ιδεολογική χρήση της ποίησης.
11
Βάζοντας στην άκρη τις «Μαύρες Διαθήκες»
ποιος είναι ο επόμενος στόχος δοκιμασίας
των …ορίων σας; Θα δούμε σύντομα κάποιο
νέο σας βιβλίο;
Δύο
θέματα που με απασχολούν στον Αλλόκοτο
Ελληνισμό όσο
και στις Μαύρες
Διαθήκες είναι
η περιπλάνηση και η ανεστιότητα, και με
αυτά καταπιάνομαι σε ένα νέο βιβλίο που
ετοιμάζεται αυτήν την εποχή. Ο τίτλος
είναι “Λεωφόρος
ΝΑΤΟ”, και
θα κυκλοφορήσει μέσα στο φθινόπωρο από
τις εκδόσεις Κίχλη. Το βιβλίο αναπλάθει
την εμπειρία μιας περιπλάνησης στην
οδό ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει
τον Ασπρόπυργο με την Ελευσίνα αλλά και
στις παρόδους και τις παρακάμψεις της.
Στις σελίδες του καταγράφω σκέψεις και
συναισθήματα που μου γεννήθηκαν in situ,
δηλαδή εν μέσω σύγχρονων ερειπίων,
ημιτελών κατασκευών και κελύφων που
αναμένουν κάποιου είδους επανάχρηση ή
την κατάρρευσή τους. Πρόκειται για
κείμενο υβριδικό και για πείραμα
ψυχογεωγραφίας πάνω στη σχέση ενός
ρευστού δημόσιου χώρου με την ιδιωτική
πρόσληψή του. Στη λεωφόρο ΝΑΤΟ είδα να
κατοπτρίζεται μια εκδοχή της νεότερης
Ελλάδας, ωστόσο στον βαθύτερο πυρήνα
του βιβλίου βρίσκεται η εμπειρία της
απώλειας – μήπως κάθε περιπλάνηση δεν
ξεκινά με μια απώλεια;
– Σας
ευχαριστώ πολύ για την τιμή αυτής της
συνέντευξης. Εύχομαι το συγγραφικό σας
μέλλον να έχει τόσο εξαιρετικές
παρακαταθήκες όσο αυτές.
– Κι εγώ σας ευχαριστώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


