Κυριακή 19 Μαΐου 2024
Παρασκευή 17 Μαΐου 2024
Τετάρτη 15 Μαΐου 2024
Μετοχή και ιδιωτεία Του Χρήστου Γιανναρά
Μετοχή και ιδιωτεία
Του Χρήστου Γιανναρά
ταν μιλάμε για ελληνική παράδοση -τότε που λειτουργούσε- δεν εννοούμε μια συλλογική ιδεοληψία, κυρίαρχη ιδεολογία παρατεινόμενη σε διάρκεια αιώνων. Θα τολμούσα την αποφθεγματική, αλλά όχι αυθαίρετη διατύπωση ότι «παράδοση» για τους Ελληνες ήταν η πείρα που παραδινόταν από γενιά σε γενιά. Και είχε κριτικό χαρακτήρα αυτή η μεταβίβαση πείρας: κάθε γενιά ξεσκαρτάριζε ό, τι περιττό και ανώφελο από τα όσα παραλάμβανε και πρόσθετε τις δικές της εμπειρικές εκτιμήσεις για το αναγκαίο και για την ποιότητα.
Στην ελληνική, λοιπόν, παράδοση ήταν πραγματικά αδιανόητος ο ατομικός, ιδιωτικός χαρακτήρας της μεταφυσικής αναζήτησης. Αυτό συνάγεται καταφανέστατα από τις γραπτές απομνημειώσεις, τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις, τις εθιμικές πρακτικές της παράδοσης. Δυσκολευόμαστε σήμερα να το αντιληφθούμε, γιατί οι δικοί μας εθισμοί, μαζί με τις εντολές «πολιτικής ορθότητας» που μας επιβάλλει η νατοϊκή Νέα Τάξη πραγμάτων, απωθούν τη μεταφυσική αναζήτηση στο πεδίο του αποκλειστικά ιδιωτικού, της στεγανά ατομικής επιλογής. Η μεταφυσική σήμερα είναι εξ ορισμού ιδεολόγημα και ψυχολογική μόνο καταφυγή, επομένως ατομική καθαρά υπόθεση. Η κρατική νομοθεσία αναγνωρίζει την ανάγκη των ατόμων να ικανοποιούν τα θρησκευτικά τους ορμέμφυτα, γι’ αυτό και προστατεύει ως «δικαίωμα» την οποιαδήποτε (αδιαφοροποίητα) θρησκευτική ιδεοληψία.
Με άλλα λόγια, η σημερινή νομοθεσία και νοοτροπία αποκλείουν καισαρικά τον τρόπο οργάνωσης του κοινού βίου με τον οποίο σημάδεψε κάποτε την πανανθρώπινη ιστορία η ελληνική παράδοση: Αποκλείουν την ελληνική «πόλιν», το «κοινόν άθλημα» του «πολιτικού βίου», τη δημοκρατία ως μετοχή όλων των πολιτών στην πραγμάτωση του «αληθούς».
Στον γεωγραφικό χώρο που ορίζουν οι ακτές του Αιγαίου και το ενδιάμεσο αρχιπέλαγος, γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κριτική σκέψη.
Δηλαδή η ανάγκη να επαληθεύεται η γνώση, να διακρίνεται το σωστό από το λάθος, η πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση, την πλάνη, το ψεύδος. Και «κριτήριον αληθείας» για τους Ελληνες ήταν πάντοτε το «κοινωνείν»: η εμπειρική συμμαρτυρία, ο γλωσσικός συντονισμός της εμπειρίας – «όταν πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί».
Με την «πόλιν» και το «πολιτικόν άθλημα» έκαναν οι Ελληνες το άλμα μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς»: Η συλλογική συνύπαρξη να μην αποβλέπει πια μόνο ή πρωτευόντως στη χρεία – στον καταμερισμό της εργασίας για την πληρέστερη κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Να αποβλέπει κυρίως στην επιδίωξη μίμησης του «όντως υπαρκτού»: του αθάνατου «τρόπου» της λογικής κοσμιότητας και αρμονίας των υπαρκτών. Και αυτή την επιδίωξη την έκαναν οι Ελληνες «γλώσσα», δηλαδή πράξη αποκαλυπτική του στόχου: Γλώσσα θεσμών της «πόλεως», γλώσσα της τραγωδίας, του αγάλματος, της αρχιτεκτονικής – του Παρθενώνα.
Η μεταφυσική αναζήτηση για τον Ελληνα ήταν μετοχή, εμπειρία συνάθλησης, κοινωνία λογικών ψηλαφήσεων – όχι ατομική επιλογή και ιδιωτικές «πεποιθήσεις». Στην «εκκλησία του δήμου» συνάζονταν οι πολίτες για να συγκροτήσουν και φανερώσουν την «πόλιν» ως «κόσμον» – κόσμημα «κατά λόγον» τάξεως, αρμονίας και κάλλους. Και στην «εκκλησία των πιστών» συνάζονταν στη συνέχεια οι χριστιανοί Ελληνες για να συγκροτήσουν και φανερώσουν την καινούργια τώρα «πόλιν» της αγαπητικής κοινωνίας της ζωής, τον τρόπο του «όντως υπαρκτού» που τώρα τον ψηλαφούσαν στην υπαρκτική ελευθερία της Τριαδικής Αγάπης.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο της μεταφυσικής αναζήτησης, τόσο για τον αρχαίο όσο και για τον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό, δεν ήταν μια υπερβατική πληροφορία, αλλά ένας «τρόπος υπάρξεως»: η εμπειρία, η βίωση του «τρόπου» χάριζε τη γνώση της αλήθειας. Και ο «τρόπος» ήταν πάντοτε κοινωνικός, τρόπος κοινωνίας, μετοχής – κοινωνούμενης εμπειρίας, μετοχικής γνώσης. «Κατά μετοχήν του κοινού λόγου και θείου γινόμεθα λογικοί», έλεγε ο Ηράκλειτος. Ο δεδομένος τρόπος της λογικής κοσμιότητας του κόσμου ήταν για τον αρχαίο Ελληνα η οδός για την εμπειρική ψηλάφηση της αλήθειας. Και η ελευθερία του τρόπου της ερωτικής αυθυπέρβασης, η αγάπη όχι ως ατομική αρετή, αλλά ως κατόρθωμα ελευθερίας από τον ατομοκεντρισμό της φύσης και της ανάγκης -κατόρθωμα κοινωνίας της ζωής και της ύπαρξης- είναι για τον χριστιανό Ελληνα η οδός εμπειρίας του αληθούς.
Αν είχαν αρκεστεί και οι Ελληνες στην κατασφάλιση των ορμέμφυτων ατομοκεντρικών αναγκαιοτήτων, αν είχαν εκλάβει τη μεταφυσική αναζήτηση σαν ιδιωτική επιλογή και ατομική αρέσκεια, η ανθρωπότητα δεν θα είχε γνωρίσει την πολιτική και τη δημοκρατία: το κοινόν άθλημα να αληθεύει ο βίος. Δεν θα είχε γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία τον Παρθενώνα και την Αγια-Σοφιά, το αρχαιοελληνικό άγαλμα και την εκκλησιαστική Εικόνα, την τραγωδία και την ορθόδοξη λειτουργική δραματουργία.
Ομως, η ελληνική παράδοση ήταν έκπληξη και η έκπληξη δεν αντέχεται: Η μεσαιωνική (βαρβαρική τότε) Δύση φρόντισε να τη φέρει στα μέτρα του ορμέμφυτου ατομοκεντρισμού, να την παραχαράξει στα καίρια. Και ο Ελληνισμός, περιθωριοποιημένος ιστορικά, υποτάχθηκε μιμητικά στην παραχάραξη, έπαψε να υπάρχει ως πρόταση ή έκπληξη πολιτισμού. Οι άνθρωποι σήμερα λέμε «μεταφυσική» και εννοούμε ατομικές πεποιθήσεις, ιδεολογήματα και ψυχολογήματα. Λέμε «πίστη» και εννοούμε ιδιοκτησία απόψεων, όχι αγώνισμα εμπιστοσύνης. Λέμε «πολιτική» την εμπορευματοποιημένη μαφιόζικη εξουσιολαγνεία, λέμε «δημοκρατία» τα ολιγαρχικά προϊόντα μαγειρέματος των εκλογικών νόμων και «επικοινωνιακής» διαβουκόλησης ανέγνωμων ψηφοφόρων.
Ο Ελληνισμός έχει ιστορικά τελειώσει, η διαιώνιση του ελληνικού ονόματος από το ελλαδικό κρατίδιο είναι μόνο ντροπή: συσκότιση και διασυρμός μιας πρότασης πολιτισμού με πανανθρώπινη εμβέλεια. Σώζεται, ωστόσο, αλλοτριωμένη η πρόταση προκλητικά περιφρονημένη, αλλά ως ενεργός λαϊκή πράξη, στη δραματουργία και στην ποίηση του λατρευτικού εκκλησιαστικού γεγονότος. Και κορύφωμα των εόρτιων κύκλων αυτού του γεγονότος είναι η Μεγάλη Εβδομάδα – από σήμερα ώς και την επόμενη Κυριακή.
Αν κάποιος θέλει να ψηλαφήσει εμπειρικά τη μεταφυσική αναζήτηση ως άθλημα κοινωνίας και όχι ως ιδιωτική αρέσκεια, μπορεί να αξιοποιήσει το λείμμα: Ας ξεχωρίσει μιαν εκκλησιά, όσο γίνεται λιγότερο «εκσυγχρονισμένη». Και να χώνεται εκεί, σε μια γωνιά, εφτά μέρες, πρωί – βράδυ.
Εφ. Καθημερινή 12.04.2009
Τρίτη 14 Μαΐου 2024
Σάββατο 11 Μαΐου 2024
Πέμπτη 9 Μαΐου 2024
Τετάρτη 8 Μαΐου 2024
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κωστή Παλαμά σε μετάφραση του Μανώλη Αλυγιζάκη
Manolis Aligizakis
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κωστή Παλαμά σε μετάφραση μου για πρώτη φορά στη Β. Αμερική. Το πιο δύσκολο έργο που έχω μεταφράσει ποτέ. Παρ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα είναι υπέροχο όσο και το πρωτότυπο. /// The Twelve Narratives of the Gypsy, by Kostis Palamas, in my translation for the first time in N. America; the most difficult translation I’ve ever done. Yet the end result stands as gracefully and as beautifully as its original.
Τρίτη 7 Μαΐου 2024
Σάββατο 4 Μαΐου 2024
Πέμπτη 2 Μαΐου 2024
Τετάρτη 1 Μαΐου 2024
Τρίτη 30 Απριλίου 2024
Βασίλη Τσαμπρόπουλου : ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, 2023.
ΑΥΘΟΡΜΗΤΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ''ΠΑΡΝΑΣΣΟ''
'Ενα ξεχωριστό βιβλίο παρουσιάστηκε χθες βράδυ στην αίθουσα «Παρνασσός», στην οποία πριν από τέσσερις δεκαετίες περίπου ένα 10χρόνο παιδί- θαύμα καθήλωνε το ακροατήριο με τους ήχους που έπαιζε στο πιάνο. Ήταν ο παγκόσμια γνωστός σήμερα μεγάλος συνθέτης, μουσουργός και δεξιοτέχνης των πλήκτρων Βασίλης Τσαμπρόπουλος, ο οποίος ωστόσο δεν δέχτηκε το χαρακτηρισμό ''θαύμα'' ούτε τότε που ήτανε μικρός ούτε βέβαια σήμερα όπου ξεχωρίζει όχι μόνο για την παρουσία του στο χώρο της μουσικής αλλά και για την φιλοσοφική του προσπάθεια να μας λευτερώσει από ''το παρελθόν και τη ρύθμιση του πνεύματος'' που μας διακατέχει. Το φιλοσοφικό του αισθητήριο, που τον απέτρεψε τότε να αποδεχτεί το χαρακτηρισμό, καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε έκτοτε σε με διαρκή αμφισβήτηση, γνώση, εμπειρία και υπαρξιακή αναζήτηση του ζητήματος της αλήθειας, η οποία στην ιστορική μας ύπαρξη (όπως ο Παρμενίδης προσημαίνει) μόνο κατ' όνομα υπάρχει ως αλήθεια. 'Ετσι το πρόσφατο φιλοσοφικό του δοκίμιο που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ θα λάβει τον τίτλο ''ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ''.
Η
παρουσίαση του βιβλίου αυτού έγινε χθες
στον Παρνασσό από τον Αθανάσιο Αντωνόπουλο
(καθηγητή κοινωνικής κοινωνιολογίας
και θρησκειολογίας στο ΕΚΠΑ), τον κ.
Γιώργο Μονεμβασίτη (κριτικό και ιστορικό
τέχνης) και τον κ. Θεοδόσιο Πελεγρίνη
(πρώην πρύτανη και υπουργό, Ομότιμο
καθηγητή του ΕΚΠΑ). Οι ομιλίες των ανωτέρω
πνευματικών ανθρώπων μας βοήθησαν
αποφασιστικά ν' αποκτήσουμε πρόσβαση
στο βιβλίο και την προσωπικότητα του
συγγραφέα, και ιδιαίτερα να τοποθετήσουμε
το ζήτημα της αλήθειας στο χώρο του
φιλοσοφικού, κοινωνικού, και θεολογικού corpus και υπαρξιακού
προβληματισμού.
Ο
συγγραφέας λαβάνοντας το λόγο λειτούργησε
και στο χώρο της φιλοσοφίας με μαεστρία
και ρητορική δεξιοτεχνία στη βάση μιας
αφετηρίας πλατωνικής και χεγκελιανής
με σκεπτικιστικές επιρροές και μιας
αμφισβήτησης καρτεσιανού και αντορνικού
τύπου, δίνοντας τόπο και νόημα στο
γεγονός της καλλιτεχνικής δημιουργίας
και επιστρέφοντας πίσω στο ερωτών
υποκείμενο το ερώτημα της αλήθειας ως
ανοικτής δυνατότητας.
''Η
έκφραση, προς απογοήτευση των φίλων
καλλιτεχνών'', τονίζει ο Τσαμπρόπουλος,
''δεν είναι το χαρακτηριστικό δείγμα
της υπέρτατης υπαρκτικής τους ελευθερίας
ή κάποιας άλλης υπερβατικής προαιώνιας
υπερ-έμπνευσης, που ταυτίζεται εκ των
προτέρων με την αλήθεια. Παραμένει, προς
απογοήτευση πολλών, η μηχανική αποδέσμευση
και η φυσιολογική οδός της εξωτερίκευσης
των ήδη καταγεγραμμένων εικόνων και
εντυπώσεων, που απλώς ενυπάρχουν, με
ταξινομημένο τρόπο, στον αποθηκευτικό
χώρο της ανθρωπινης μνήμης.''. Και κλείνει
με τα λόγια: ''Ο απελευθεωμένος ενεργητικός
νους, αδέσμευτος από κάθε νοητική
προκατάληψη, άκριτη πεποίθηση, ανάμνηση
και επιθυμία προσκόλλησης στη γνωσιακή
τροχοπέδη του παρελθόντος, είναι εκείνος
που κατέχει τη δύναμη να αναζητήσει το
ιερό μονοπάτι της αλήθειας, της αιώνιας
θεϊκής αγάπης και της υπέρτατης υπαρκτικής
μακαριότητας''.
Στο
βιβλίο του Τσαμπρόπουλου χαίρεται
κανείς τη σαφήνεια, την κυριολεξία και
τη γλαφυρότητα της γραφής. Υπάρχουν
βεβαίως σημεία τα οποία εγείρουν
ερωτήματα. Για παράδειγμα: Ο Τσαμπρόπουλος
επιμένει για την ανάγκη να απελευθερωθούμε
από το παρελθόν. Αλλά πώς εννοιολογείται
αυτό το αίτημα; Τί συμβαίνει όταν ο
χρόνος δεν είναι μονοδιάστατος (δεν
παριστάνεται με μια ευθεία γραμμή- στο
αριστερό κομμάτι της οποίας τοποθετείται
το παρελθόν, το δεξιό το μέλλον, και στο
ενδιάμεσο το παρόν;) αλλά
είναι 4-διάστατος έτσι που η βιούμενη
στιγμή βλέπει συγχρόνως παρελθόν, παρόν
και μέλλον; Αυτό και άλλα ερωτήματα
καθιστούν τη συζήτηση με τον Βασίλη
Τσαμπρόπουλο μια δημιουργική πρόκληση
στον φιλοσοφικό αναστοχασμό και στην
κατανόηση της ετερότητας, ενώ παράλληλα
καθιστούν το βιβλίο σπόρο αφετηριακό
για περαιτέρω έρευνες και διατριβές
ικανές να οδηγήσουν στην αναγέννηση
της σύγχρονης ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτά σαν πρώτες σκέψεις. Θα επανέλθουμε.
Κώστας
Τσιαντής, Παν. Δυτικής Αττικής.


