Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016
Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης
Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης: Απόψεις, Επιστήμες, Ιστορία - Γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η μελέτη του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να εκδοθεί μόλις σήμερα (εκδόσεις Πόλις). Εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (/μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις.
Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016
Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016
Δημήτρης Σ. Πατέλης Φιλοσοφικοί στοχασμοί για την σύγχρονη τεχνολογία. Αναφορά στο βιβλίο του Γιώργου Ι. Τσιαντή
Φιλοσοφία και τεχνολογία
Κωδικός: 85797Δοκίμιο οριακής οντολογίας
Συγγραφέας: Τσιαντής, Γιώργος Ι.
Εκδότης: Έλλην
ISBN: 960-286-828-7
Έτος Έκδοσης: 2004
Κωδικός προϊόντος: 85797
Φιλοσοφία
& Τεχνολογία. Δοκίμιο οριακής οντολογίας. (Εκδοτικός όμιλος ΙΩΝ. Εκδόσεις ΕΛΛΗΝ. Αθήνα 2004).
Τα τελευταία χρόνια, η ραγδαία ανάπτυξη των τεχνικών μέσων και της
τεχνολογίας και οι ποικίλες επιπτώσεις τους στην φύση και στην κοινωνία,
προσελκύουν ιδιαίτερα έντονα το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών και της
φιλοσοφίας.
Το βιβλίο του Γ.Τσιαντή είναι αφιερωμένο σε καίρια ζητήματα του
φιλοσοφικού αναστοχασμού της προβληματικής που αφορά την θέση και τον ρόλο της
τεχνολογίας στην σύγχρονη κοινωνία. Η φιλοσοφική παιδεία επιτρέπει στον
συγγραφέα να προτείνει μια κριτική θεώρηση της τεχνολογίας, που εδράζεται στις
εννοιολογήσεις και νοηματοδοτήσεις ευρύτατου φάσματος της φιλοσοφικής
κληρονομιάς, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αρθρώνεται σε τρία μέρη – σχετικά
αυτοτελή δοκίμια.
Το Α΄ μέρος, είναι μια
εισαγωγή στην φιλοσοφία της πληροφορίας. Εδώ
ο κυβερνοχώρος εξετάζεται ως σύγχρονο μεταφυσικό εργαστήριο, όπου «το
Διαδίκτυο ως επικοινωνιακό μέσο ενέχει
[…] ήδη στη λειτουργία του ένα μήνυμα, διέπεται a priori από μια συγκεκριμένη
λογική που –μη όντας απλά τυπική ή δυαδική– παραπέμπει σε μια αντίστοιχη
πνευματική και ευρύτερα πολιτισμική παρακαταθήκη, καθορίζοντας τον πολιτιστικό
κώδικα σημασιών, τη γλώσσα, την ίδια τη λειτουργία της επικοινωνίας στο σύνολό
της. Στη βάση αυτής της λογικής κείται η πληροφορία ως η νέα μεταφυσική
κατηγορία της μετανεωτερικότητας. Καθώς δηλαδή «η μεταφυσική καθεαυτή γίνεται η
φυσική της εικονικής πραγματικότητας», η εικονική-δυνητική πραγματικότητα
αποβαίνει το αναπόφευκτο πειραματικό πεδίο ακόμη και του
εμπειριστή»(σ.20).
Ο συγγραφέας αναφέρεται κριτικά σε ιδιότυπες ιδεαλιστικές απόψεις
που ανέκυψαν με την ανάπτυξη της κυβερνητικής και της σύγχρονης βιολογίας (όπως
του P. Sloterdijk), κατά τις οποίες «η έννοια του αντικειμενικού πνεύματος μετατρέπεται στην αρχή της πληροφορίας», δεδομένου ότι με τις έξυπνες μηχανές και τις
γενετικές τεχνολογίες, «το πνεύμα, ο
στοχασμός ή η σκέψη διαχέεται μέσα στην ύλη και παραμένει εκεί έτοιμη να
ανακαλυφθεί εκ νέου και να καλλιεργηθεί περαιτέρω», και ως εκ τούτου εκπίπτει
πληθώρα «λανθασμένων» παραδοσιακών αντιλήψεων περί υποκειμένου και
αντικειμένου, περί ύλης και πνεύματος, κυριαρχίας και υποταγής, κ.ο.κ. (σ.22).
Παρόμοια τοποθέτηση, αν και εκκινεί από αντικειμενικές διαδικασίες και
παρουσιάζει ενίοτε ενδιαφέρον, «ειδικά
όσον αφορά στην προσπάθεια ανάδειξης της πληροφορίας ως νέας φιλοσοφικής
κατηγορίας της μετανεωτερικότητας (μέσω της έννοιας του υβριδίου ή της
συσχέτισης γονιδίου - πληροφορίας) το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει περί άρσης
της σχέσης κυριαρχίας-υποταγής, εξαιτίας της κατάργησης της αντίστοιχης
διάκρισης υποκειμένου-αντικειμένου είναι αρκετά συζητήσιμο, αν όχι υπερβολικά
αισιόδοξο και πολιτικά αφελές»(σ.24).
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Γ.Τσιαντή στην
λογική της πληροφορίας και στον (μαθηματικής προέλευσης) δυαδικό κώδικα ως
μεταγλώσσα όλων των γλωσσών, που καθιστά την πληροφορία «αλλοτριωμένη
εμπειρία». Η αναγωγή της γνώσης σε πληροφορία και η απόθεση-διαχείριση της
τελευταίας σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και δίκτυα, οδηγεί σε κατάργηση της
επίγνωσης και γενικότερα της συνειδησιακής διάστασης της γνώσης και της
συνακόλουθης ηθικής και πολιτικής ευθύνης που συνδέεται με την παραγωγή και την
χρήση γνώσεων, αλλά και σε έκπτωση των μνημονικών λειτουργιών της νόησης στην
γνωστική διαδικασία, με ορατό τον κίνδυνο μιας διανοητικής αναπηρίας, είτε της
ατροφίας της νοητικής δημιουργικότητας «ως αποτέλεσμα ατροφίας της ζωντανής
ανθρώπινης μνήμης– που δεν είναι βέβαια άσχετη με την σωματική αναπηρία που υπολανθάνει της χρήσης (ή κατάχρησης) του
υπολογιστή στο πλαίσιο του Διαδικτύου»(σ.33). Ο υποθετικός-εικονικός και
α-τοπικός χαρακτήρας του κυβερνοχώρου και η δυνατότητα ακαριαίας
προσβασιμότητας στην πληροφορία, ενέχει τον κίνδυνο της παθητικοποίησης του
ανθρώπου, με την εμπλοκή του σε αέναες «καταστρώσεις», και την συνακόλουθη
αναβολή της πράξης (αν όχι και την αγκύλωση σε υποκατάστατα πράξης). Η απόλυτη
κυριαρχία της επιτάχυνσης των ροών πληροφορίας, και η εμμονή στην επιδοσιακή
χρονικότητα, μπορεί να οδηγήσει σε αντιλήψεις, κατά τις οποίες «η σκέψη, η
φαντασία και η ονειροπόληση απορρίπτονται ως μη αποδοτικές και ελεγχόμενες
παρεκκλίσεις που διαταράσσουν την κυρίαρχη ομοιομορφία» (σ.36). Το άμεσα
προσπελάσιμο εικόνων σωματικά απροσπέλαστων πραγμάτων, η γενικευμένη
προσομοίωση της πραγματικότητας, περιπεπλεγμένη με τον καταιγισμό εικόνων χωρίς
αντίκρισμα και σημαινόντων χωρίς
σημαινόμενα, ενέχει τον κίνδυνο εμπλοκής σε υποκατάστατα (θέαμα) επικοινωνίας.
Η ραγδαία πληροφορικοποίηση των τεχνικών,
γνωστικών και επικοινωνιακών διαδικασιών, ενέχει τον κίνδυνο της περαιτέρω απόσπασης αυτονομημένων νοητικών διεργασιών
από την λογική του ίδιου του αντικειμένου και από τα φυσικά και κοινωνικά του
όρια, γεγονός που αναπαράγει και
μεγεθύνει σε πρωτοφανές επίπεδο μιαν άνευ όρων και ορίων την
εργαλειακή-ληστρική σχέση προς την φύση και τον άνθρωπο: «η όλη διαδικασία
αναπαράστασης του κόσμου με πληροφοριακούς όρους με αποκλειστικό στόχο τον
έλεγχο ενισχύει την α-φυσική και
καθαρά εργαλειακή θεώρηση της φύσης
ως πρώτης ύλης που μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να διαμορφωθεί και να
χειραγωγηθεί κατά τη βούλησή μας. έτσι ώστε η κυβερνητική
προσομοίωση της φύσης να έχει ως τελικό στόχο όχι απλά τη μίμησή της, αλλά τη μεταβολή και αντικατάστασή της. καθώς η φυσική δημιουργία
επαναπροσδιορίζεται τώρα ως ένα κωδικό, ψηφιακό παιχνίδι το οποίο παίζεται με όρους και τρόπους που η ίδια η Φύση
δεν θα επέτρεπε ίσως ποτέ να αναπτυχθούν (βλ. για παράδειγμα το πρόβλημα της
σύγχρονης οικολογικής κρίσης, ή την πρόκληση της γενετικής μηχανικής)»(σ.45). Τα παραπάνω φαινόμενα, στοιχειοθετούν κατά τον συγγραφέα την ανάγκη
συγκρότησης «μιας άλλης οντολογίας, η οποία μπορεί, […] να αντιπαρατεθεί στην μεταφυσική της πληροφορίας»,
κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι «η
υπέρβαση των ορίων ως παράκαμψη,
ήγουν η μη αναγνώριση και θέση ορίων»(σ.43).
Στο Β΄ μέρος του βιβλίου, ο
συγγραφέας προσεγγίζει το πλαίσιο μιας οντολογίας των ορίων, της «οριακής
οντολογίας», αναδεικνύοντας εμφατικά τις ηθικές διαστάσεις της ανάπτυξης της
τεχνικής, στο πνεύμα της κλασικής ρήσης του Αϊνστάιν: «η
ανάπτυξη της Τεχνικής μεταβάλλει στην εποχή μας το ηθικό αίτημα σε ζήτημα
υπάρξεως για τη σημερινή εκπολιτισμένη ανθρωπότητα». Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης, ο συγγραφέας ασκεί κριτική στον
«μύθο περί ουδετερότητας της τεχνικής», αξιοποιώντας ιδέες των Marcuse,
Καστοριάδη, Heidegger, Ellul, κ.ά., για να περάσει στην εξέταση της λογικής και
ηθικής της πληροφορίας, δίνοντας έμφαση στους κινδύνους που ενέχει η σύμφυση
κυβερνητικής και βιολογίας στην βιοπληροφορική, όπου «η κυβερνητική
προσομοίωση της φύσης φαίνεται να έχει ως στόχο όχι απλά τη μίμησή της, αλλά τη μεταβολή και αντικατάστασή
της, καθώς η φυσική δημιουργία επαναπροσδιορίζεται τώρα ως ένα κωδικό, ψηφιακό παιχνίδι το οποίο παίζεται με όρους και τρόπους που η ίδια η φύση δεν θα επέτρεπε ίσως ποτέ ν’ αναπτυχθούν»(σ.68). Το εν λόγω παιχνίδι, δεν είναι τόσο
άδολο, καθώς ανάγεται σε πειραματισμούς, μέσω των οποίων επαναπροσδιορίζονται οι
θεμελιώδεις κανόνες της βιολογικής ανάπτυξης, υπαγόμενοι στις ανάγκες των
κυρίαρχων δυνάμεων της αγοράς. Οι
επιπτώσεις αυτών των πρακτικών είναι έκδηλες με την εμφάνιση νέων ιών
που δεν υπήρχαν προηγουμένως στη φύση, εξαιτίας των ανθεκτικών σε παρόμοιους
ιούς διαγονιδιακών καλλιεργειών, με την δραπέτευση στη βιόσφαιρα των ανασυνδυασμένων-τροποποιημένων
γονιδίων και την μεταφορά τους καταρχήν σε άγρια συγγενικά είδη, δημιουργώντας
ζιζάνια που αναπτύσσουν αντιστάσεις στα ζιζανιοκτόνα, στα έντομα και στους ιούς
ή με το πέρασμα της αντοχής των αντιβιοτικών από τα διαγονιδιακά φυτά σε
παθογόνα μικρόβια, αλλά και με την χρήση βιολογικών, γενετικών και
βακτηριολογικών όπλων. Τα παραπάνω, «είναι μερικές μόνο από τις δυνατότητες που
τείνουν να γίνουν πραγματικότητα συμβάλλοντας σε μια γενικευμένη γενετική ρύπανση του πλανήτη με ζοφερές
για όλους μας συνέπειες»(σ.69).
Κατά τον συγγραφέα, «το κρίσιμο ερώτημα […] δεν είναι απλά εάν η έννοια του ανθρωπισμού
έχει υποστεί μεταπτώσεις από το ιδεώδες της ολόπλευρης προσωπικότητας (ανάπτυξη
της ανθρωπιάς ή της ουσίας του ανθρώπου ως προσώπου μέσω της
ανθρωπιστικής παιδείας) στο ιδεώδες
της συλλογικής επιβίωσης του ανθρώπου και της φύσης, […] αλλά εάν μπορεί
καν να νοηθεί ή να υπάρξει συλλογική επιβίωση χωρίς μια παιδεία που ενσωματώνοντας την τεχνική ταυτόχρονα
την υπερβαίνει ανθρωπιστικά»(σ.72). Ωστόσο, «δεν μπορεί να
γίνεται λόγος περί ανθρωπισμού αν στην ουσία του δεν επανενταχθεί η έννοια της παιδείας, με το ευρύτερο νόημα του όρου,
που αφορά στη δια-μόρφωση του
ανθρωπίνου ήθους, […] (που σήμερα έχει πλήρως ατονήσει εν μέσω της
μεταμοντέρνας ιδιώτευσης και του γενικευμένου κομφορμισμού), και στην οριοθέτηση της γνώσης που δημιουργεί η
σύγχρονη τεχνοεπιστήμη. κάτι που βέβαια προϋποθέτει μια επαρκή εκ των έσω σχέση με την μη τεχνική ουσία της, που δεν μπόρεσε να
αναπτύξει η παραδοσιακή φιλοσοφία ως μεταφυσική
στο βαθμό που περιορίστηκε σε μια εξωτερική
σχέση με το φαινόμενο της τεχνικής (βλ. παραδοσιακός
ανθρωπισμός) και άρα έμεινε εγκλωβισμένη σε μια τεχνοκρατική αντίληψη που αν δεν απορρίπτει στο σύνολό της την
τεχνική ως ‘‘διάβολο’’ ή δεν την υιοθετεί πλήρως ως “Θεό”, επιδιώκει ανεπιτυχώς
να την συνθέσει εκ των έξω –άρα τεχνητά– με τα όποια εναπομένοντα
φαντάσματα του εξατμιζόμενου ανθρωπισμού. […] Αποδοχή λοιπόν ενός «κολοβωμένου
ανθρωπισμού» σημαίνει κατ’ ουσίαν αποδοχή μιας αυτονομημένης τεχνικής που κινείται ξέφρενα εκτός ορίων, εφόσον οι
αναγκαίες πολιτικές παρεμβάσεις ενός τέτοιου ανθρωπισμού που θα οριοθετούσαν την πορεία της εξαντλούνται
–τις περισσότερες φορές πια κατ’ ανάγκην– σε μια εκ των υστέρων νομιμοποίηση ή
μεταμοντέρνα ωραιοποίηση (βλ. αισθητική
αντιμετώπιση) των ήδη ειλημμένων εκτός πολιτικής κοινωνίας αποφάσεων.
ή σε μια αντίστοιχα υποκριτική ηθική της
φιλανθρωπίας»(ό.π.).
Δέσμια της μεταφυσικής και του συνακόλουθου αφηρημένου
δεοντολογισμού είναι και η απόπειρα
επανεμφάνισης της ηθικής ως «βιοηθικής», η οποία εκφράζεται αποκλειστικά
μέσω επιτροπών βιοηθικής και «εξαντλείται στη σύνταξη σχετικών κωδίκων
δεοντολογίας, χωρίς να συναντά τους πολίτες
και τα ευρύτερα προβλήματά τους (διαπροσωπικά, πολιτικά, οικονομικά,
πολιτιστικά κ.α.) στο πλαίσιο της κοινωνίας και του κόσμου, χωρίς να ταυτίζεται
δηλαδή με μια διευρυμένη πολιτική ηθική
του βίου -βιοπολιτική, αποτελεί απλά μια εφαρμοσμένη εκδοχή της απρόσωπης λογικής και ηθικής της
πληροφορίας, ολοκληρώνοντας μαζί της τον εκτοπισμό της κλασικής πολιτικής ηθικής, ήγουν της μόνης ηθικής που μπορεί να δικαιώσει την ανθρώπινη παρουσία ως φύσει
κοινωνικής και πολιτικής ή –όπως έλεγε ο Marx– τον άνθρωπο ως «το σύνολο των
κοινωνικών του σχέσεων»(σ.73).
Με τον ορισμό της ζωής στο πλαίσιο της εργαλειακά εννοούμενης
κυβερνητικής, «ως εν εξελίξει πληροφορίας
(όπου η δομή διαλύεται στη λειτουργία και η λειτουργία ανάγεται σε
ροές πληροφοριών), “η φιλοσοφία του γίγνεσθαι παραγκωνίζει τη φιλοσοφία του
είναι”, καθώς –σε πλήρη αντιστοιχία με την κυριαρχία του επιταχυνόμενου χρόνου του νανοδευτερολέπτου– η Φύση (το Ον στο
σύνολό του) δεν αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο φυσικών –και άρα αποδεκτών–
περιορισμών, αλλά ως μια μετα-φυσική διαδικασία
“δημιουργικής προώθησης”, κατά την οποία ως μόνη διαχρονική αλήθεια
(καλύτερα αξία) αποτιμάται “αυτή καθ’
εαυτή η αλλαγή”»(σ.75-76). Όπως ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας, από τα παραπάνω
δεν συνάγεται «ότι θα πρέπει οποιαδήποτε απόπειρα
θεμελίωσης της ηθικής να εξαντληθεί
σε μια αναλυτική μεταηθική των
γλωσσικών παιχνιδιών και των μορφών ζωής τους»(σ.76). Απορρίπτοντας ως
ανεδαφικά τα εγχειρήματα υπερβατικής, θρησκευτικής, είτε μυστικιστικής
«θεμελίωσης» της ηθικής, ο Γ.Τσιαντής προτάσσει ως θεμέλιο μιαν «οριακή
οντολογία», η οποία δεν επιδιώκει να πάρει τη θέση ούτε της “επιστήμης” ούτε
της “μεταφυσικής”, αλλά παραπέμπει στο «έστι γαρ είναι» του
Παρμενίδη»(σ.77). Από αυτήν την «οριακή οντολογία» (οντολογία συνείδησης των
ορίων), προκύπτει η «οντολογική ηθική των πολιτών», δεδομένου ότι «η πολιτική συνιστά εν τέλει τη μόνη διάσταση
που μπορεί να δικαιώσει την ηθική, εφόσον διασώζει στις ρίζες της τη συλλογικότητα, ως όρο εκ των ων ουκ άνευ
της όποιας εν δυνάμει καθολικευσιμότητας»(σ.79-80).
Ουσιώδες
δομικό στοιχείο της ανθρωπότητας είναι η θεμελιωδώς διαφορετική έναντι των ζώων
στρατηγική επιβίωσης του ανθρωπίνου γένους. Ο
άνθρωπος, ως επιστέγασμα και διαλεκτική άρση της προγενέστερης βιολογικής
ανάπτυξης, αντί να προσαρμόζεται στις
αλλαγές του περιβάλλοντος, μεταστρέφει αυτή την στρατηγική επιβίωσης στο
αντίθετό της: αλλάζει, μετασχηματίζει δια
της εργασιακής του επενέργειας το περιβάλλον του, την φύση, ώστε να επιβιώσει
ικανοποιώντας τις ανάγκες του. Δημιουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα
ανθρωπογενές, ένα τεχνητό περιβάλλον, αναπτύσσοντας ένα σύστημα τεχνολογικά και
ευρύτερα κοινωνικά διαμεσολαβημένου μηχανισμού ικανοποίησης των βιοτικών του
αναγκών μέσω της άγρας (συλλογής, θήρας, αλίευσης,
εξόρυξης, άντλησης πόρων) και της παραγωγής. Το
γεγονός αυτό διαφορίζει ουσιωδώς τον μηχανισμό ανταλλαγής ύλης του ανθρώπου με
την φύση από τον αντίστοιχο των ζώων: ενώ τα ζώα μεταβολίζουν ενστικτωδώς (κατ’
άτομα είτε κατά αγέλες), ο άνθρωπος μεταβολίζει κοινωνικά διαμεσολαβημένα, με
την βοήθεια τεχνικών μέσων άγρας και παραγωγής, μέσω του κοινωνικού
καταμερισμού της εργασίας, ως ον με συνείδηση και αυτοσυνειδησία.
Εξυπακούεται, ότι η αλόγιστη εργαλειακή χρήση τεχνολογικών
παρεμβάσεων που υποτάσσονται στην κερδοφορία του κεφαλαίου και στην λογική της
ληστρικής εκμετάλλευσης ανθρώπων και φύσης έχει ολέθρια αποτελέσματα, τα οποία
απειλούν την ίδια την ύπαρξη της βιόσφαιρας και της ανθρωπότητας. Στα πλαίσια
αυτής της λογικής, η φύση (μαζί με τη φύση του ανθρώπου) αντιμετωπίζεται ως
ανεξάντλητο σύνολο αναλώσιμων πόρων. Ωστόσο, η φύση δεν είναι ο αποκλειστικά
παθητικός πόλος αυτής της αλληλεπίδρασης, διότι διέπεται από δικούς της νόμους,
και ως εκ τούτο, «ανθίσταται» και «εκδικείται». Σημαίνει άραγε αυτό ότι ο
άνθρωπος θα πρέπει να αναστείλει το σύνολο των επιστημονικοτεχνικώς
διαμεσολαβημένων επενεργειών του στην φύση, να απαρνηθεί την ειδοποιό
στρατηγική επιβίωσής του, ή μήπως να επανεξετάσει την ουσία του ιστορικά
συγκεκριμένου εκμεταλλευτικού τρόπου παραγωγής που είναι εγγενώς καταστροφική
για τον άνθρωπο και την φύση; Είναι άραγε αναγκαία η υιοθέτηση μιας
ενατενιστικής παθητικής στάσης έναντι του είναι, ή μήπως μια κριτική και
αναστοχαστική στάση επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και αντίστοιχου
επαναπροσδιορισμού της σχέσης της με την φύση; Κατά την γνώμη μου, δεν είναι
ιδιαίτερα πειστική η θέση του συγγραφέα, κατά την οποία, εν όψει των
καταστροφικών κινδύνων, «η μόνη δυνατή και αρμόζουσα στάση απέναντι στο Είναι είναι απλά η αποδοχή του ως
τέτοιου, η κατάφασή του, που προϋποθέτει όχι
την επ’ άπειρον γνώση αλλά την ανα-γνώρισή του ως πλήρους και τετελεσμένου»(σ.83), θέση η οποία θα μπορούσε να
θεωρηθεί ως στάση (παθητικής) αποδοχής μιας αμετάβλητης πραγματικότητας, ενός
«είναι ως έχει».
Ο Γ.Τσιαντής θεωρεί ότι στον αιώνα που διανύουμε επανέρχεται «το
ζήτημα της παραίτησης του ανθρώπου
από δυνατότητες που αν και μπορεί δεν
θα πρέπει να ασκήσει.
αυτές συγκεκριμένα αφορούν στον περιορισμό της τεχνοεπιστημονικής έρευνας και
του πειραματισμού σε πεδία (παλιότερα της πυρηνικής τεχνολογίας, σήμερα
επιπλέον της γενετικής μηχανικής και βιοτεχνολογίας) άκρως επικίνδυνα για την
ατομική και συνολική επιβίωση.[…] Αυτό συνεπάγεται την εμπλοκή και τον κριτικό
έλεγχο των ενημερωμένων σχετικά πολιτών σε όλα τα πιθανά στάδια ανάπτυξης και
εφαρμογής της συγκεκριμένης υπό αίρεση
τεχνολογίας. κάτι που προϋποθέτει –ως όρο εκ των ων ουκ άνευ– αφενός
το φιλοσοφικό στοχασμό επί της
τεχνολογίας, αφετέρου την ανάδειξη της τεχνολογίας ως του κατεξοχήν πολιτικού ζητήματος για τον αιώνα που διανύουμε»(σ.84).
Το Γ΄ μέρος του βιβλίου
αφορά ζητήματα μιας λανθάνουσας μεταφυσικής της αντιπροσώπευσης, σε συνδυασμό με
πολιτικές διαστάσεις της οικολογικής προβληματικής και της τεχνολογίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του συγγραφέα στην κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας,
που εκδηλώνεται π.χ. στο γεγονός, ότι «ο
πρόεδρος της σημαντικότερης για τον διεθνή ρόλο της δημοκρατίας στον κόσμο,
δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, εκλέγεται σταθερά στις δύο
τελευταίες αναμετρήσεις από μια μειοψηφία (40-49%) των ψηφοφόρων, ενώ
αντίστοιχη καθοδική τάση συμμετοχής στις εκλογές παρατηρείται και στις χώρες
της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κρίση συμμετοχής στις διαδικασίες της
αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας διαφαίνεται επίσης από την αποψίλωση των κομμάτων
(ακόμη και των κομμάτων εξουσίας) από ενεργά ή τυπικά μέλη και μια καθολική
πολιτική απογοήτευση που αν δεν κατευθύνεται πάντα σε ατομικιστικές λύσεις
αυτοκαταστροφής (βλ. ναρκωτικά), οδηγεί στην εγκληματικότητα, ή –στην καλύτερη
περίπτωση– στην παραίτηση από κάθε συλλογική προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης,
ήγουν στην ιδιώτευση, την πολιτική απάθεια και τον γενικευμένο
κομφορμισμό»(σ.93-94).
Στο βιβλίο υπάρχουν εκτεταμένες
σημειώσεις και βιβλιογραφία.
Η προβληματική που αναδεικνύει ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα
ενδιαφέρουσα και επίκαιρη. Μέσω αυτής της προβληματικής καταδεικνύεται η αναγκαιότητα συστηματικής θεωρητικής και
μεθοδολογικής διερεύνησης της θέσης και του ρόλου της τεχνικής και της
τεχνολογίας στην δομή και στην ιστορία της κοινωνίας ως ολότητας, στην λογική
της ιστορίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία προβάλλει ως ιστορικό-πολιτισμικό μόρφωμα, ως διαμεσολάβηση-συνιστώσα
της εργασιακής επενέργειας του ανθρώπου στη φύση, που αλληλεπιδρά διαλεκτικά με
τις εκάστοτε σχέσεις παραγωγής, σε μια νομοτελή διαδικασία. Ως εκ τούτου, η
τεχνολογία δεν μπορεί να εξετάζεται ανιστορικά ως ουδέτερη και αυτενεργός
δύναμη, που δρα εκτός της αντιφατικής διαδικασίας του όλου πλέγματος των
σχέσεων του ανθρώπου με την φύση και των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, εκτός των
εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών όρων, αλλά ούτε και ως αυτοτελές ιστορικό
υποκείμενο.
Ολοκληρώνοντας αυτό το σημείωμα, οφείλω να επισημάνω ότι το βιβλίο
αυτό αξίζει να μελετηθεί. Οι προβληματισμοί του Γ.Τσιαντή, καταδεικνύουν
πειστικά την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα του φιλοσοφικού στοχασμού για τα
προβλήματα που συνδέονται με τις σύγχρονες τεχνολογικές τάσεις. Ενός στοχασμού,
ο οποίος δεν υμνεί απολογητικά αυτές τις τάσεις, στο πνεύμα της τεχνοκρατίας,
αλλά και δεν αναλίσκεται σε δαιμονολογικούς αφορισμούς των εν λόγω τάσεων, στο
πνεύμα μιας τεχνοφοβικής δεοντολογίας του αφηρημένου ανθρωπισμού. Μόνον η διεπιστημονική
έρευνα, η κοινωνική θεωρία και η αυθεντική φιλοσοφία μπορούν να αναδείξουν
(εντός της αντιφατικής πορείας της ανθρωπότητας, εντός του τρόπου παραγωγής και
αναπαραγωγής της και των τεχνολογικών συνιστωσών αυτού του τρόπου) την
αναπτυσσόμενη και μη ορατή στην επιφάνεια τάση ενοποίησης της ανθρωπότητας.
Βιβλιογραφία
Lllley S., Men, machines and history, London, 1965.
Βαζιούλιν Β. Α. Η λογική της ιστορίας της αλληλεπίδρασης
ηθικής και πολιτικής. ΔΙΑΠΛΟΥΣ Νο 14, Ιούνιος-Ιούλιος 2006, σελ. 18-22 και http://www.ilhs.tuc.gr/gr/ithiki_politiki.htm .
Βαζιούλιν Β. Α. Η λογική της ιστορίας. Ζητήματα θεωρίας και
μεθοδολογίας. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004.
Μαρξ Κ. Το κεφάλαιο. Τ. 1-3. Σύγχρονη Εποχή.
Αθήνα, 1978.
Μαρξ Κ., Grundrisse.... τομ. Α. Β, Γ, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1989-90.
Νούτσος Π., Η τεχνοκρατία ως δεσπόζουσα παράμετρος της ιδεολογίας
του σύγχρονου καπιταλισμού, στο "Κ. Μαρξ. Ο κριτικός της
ιδεολογίας", Αθήνα, 1988.
Πατέλη Δ. Αυτοματοποίηση της παραγωγής και χαρακτήρας της εργασίας, στο: Εξουσία και κοινωνίες στη «Μεταδιπολική»
εποχή. Εκδ. Παν/μίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2001, σελ. 121-132, και http://www.ilhs.tuc.gr/gr/automatopoiisi.htm,
του ίδιου, τα λήμματα: Τεχνική, Τεχνοκρατία, Τεχνολογικός ντετερμινισμός,
Τεχνοφοβία, στο: Φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό λεξικό,
τόμ. 5, εκδ. Καπόπουλος, Αθήνα, 1995, και http://www.ilhs.tuc.gr/gr/limata.htm .
Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016
Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016
ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Παραδοσιακά στις φυσικές επιστήμες η κυρίαρχη τριάδα είναι η Φυσική, η Χημεία και η Βιολογία. Στη συστημική αυτή κατάταξη, η οποία βασίζεται στην αυξανόμενη συνθετότητα του αντικειμένου διερεύνησης – και περιλαμβάνει ακόμη την Ανθρωπολογία και τις Κοινωνικές Επιστήμες -, η Φυσική καταλαμβάνει τη βάση της ιεραρχίας. Αυτό έγκειται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το αντικείμενο της σχετίζεται με τη μελέτη της φύσης και των φυσικών φαινομένων. Οι άλλες επιστήμες μπορεί να αντιπροσωπεύουν υψηλότερα επίπεδα πολυπλοκότητας, θεωρούνται όμως «υποδεέστερες», από την άποψη ότι βρίσκονται μακρύτερα από τη στοιχειώδη μορφή ή ουσία της ύλης.
H παραπάνω κατάταξη αντανακλά στην ουσία ένα φιλοσοφικό δόγμα, που γενικά επικρατεί, σύμφωνα με το οποίο ολόκληρο το Σύμπαν μπορεί να αναχθεί σε θεμελιώδεις αρχές. Επιστημολογικά όλα τα φαινόμενα, σε ένα τελικό επίπεδο αναγωγής, μπορούν να ερμηνευτούν πλήρως με τους νόμους της Φυσικής.
Οι φυσικές επιστήμες αποτέλεσαν από τη γέννησή τους ένα ακέραιο τμήμα της Φιλοσοφίας και στην ουσία δεν διαχωρίστηκαν ποτέ από αυτή. Μάλιστα η θεωρητική Φυσική, στα τέλη του 19ου αιώνα, περιγραφόταν ακόμη ως Φιλοσοφία της φύσης, ή Φυσική Φιλοσοφία, σε διάκριση από τους δύο άλλους κύριους κλάδους της Φιλοσοφίας των Ιδεών, την Ηθική Φιλοσοφία και τη Μεταφυσική.
H Φιλοσοφία των Επιστημών, ως μελέτη των δεδομένων της επιστημονικής διερεύνησης και της εγκυρότητας των επιστημονικών θεωριών μέσα από μια φιλοσοφική προοπτική, αναγνωρίστηκε σαν ξεχωριστός επιστημολογικός κλάδος μόνο κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με την εντεινόμενη εξειδίκευση και τον επαγγελματικό διαχωρισμό των επιστημών.
Επιστημολογικά η Φυσική αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν ως θετική επιστήμη με έμφαση στη μελέτη της λογικής δομής της. Το τελευταίο σημαίνει ότι κατά κανόνα το ενδιαφέρον περιοριζόταν σε νόμους που εκφράζονταν με μαθηματικοποιημένες σχέσεις φυσικών μεγεθών, καθώς και σε θεωρίες με αξιωματική ισχύ. Άλλωστε, με φιλοσοφικούς όρους, η Φυσική κλίνει περισσότερο προς έναν φυσικό επιστημονικό Ρεαλισμό, ο οποίος προσβλέπει στην παραγωγή αυστηρών νόμων καθολικής ισχύος. H Φυσική είναι κατά βάση μια εικοτολογική – υποθετική επιστήμη, που επιδιώκοντας την ερμηνεία της φύσης αποτέλεσε εξαρχής έναν βασικά θεωρητικό κλάδο. Στην επιστήμη μας, το πείραμα, ως τυπική επιστημονική μέθοδος, εισήχθη σχετικά πρόσφατα -τον 17ο αιώνα, κυρίως με τον Γαλιλαίο- και ανέκαθεν έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο, ο οποίος περιοριζόταν στη διαμόρφωση και επαλήθευση της θεωρίας.
Νεοθετικισμός ή Λογικός Θετικισμός
Βασικά ο Θετικισμός είναι ένα επιστημονικό φιλοσοφικό δόγμα το οποίο υποστηρίζει πως μία πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Η επαλήθευση θα πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην έμμεση, δηλαδή μία πρόταση είναι αληθής μόνο όταν αν, συνδυαζόμενη με κάποια άλλη αληθή πρόταση, δίνει αληθή συμπεράσματα.
Από τη δεκαετία του ’20 έως και τη δεκαετία του ’60, στη Φιλοσοφία των Επιστημών κυριαρχούσε ο λογικός Θετικισμός ή Νεοθετικισμός, ένα φιλοσοφικό κίνημα με αντικείμενο την έρευνα της επιστημονικής σκέψης και των λογικών βάσεων της, που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον του στην ανάλυση της επιστημονικής γλώσσας και στην αναζήτηση του ακριβούς νοήματος, παραμερίζοντας οποιεσδήποτε μεταφυσικές θεωρήσεις.
O Νεοθετικισμός, που διακήρυττε ότι χαράζει έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον Ιδεαλισμό και στον Υλισμό, εκφράστηκε κυρίως μέσα από τη Φιλοσοφία της Φυσικής καθώς η ανάπτυξη του συνέπεσε σε μεγάλο βαθμό με την επανάσταση στη σύγχρονη Φυσική και κυρίως με αυτή, ενώ οι άλλες θετικές επιστήμες, και ιδιαίτερα η Χημεία, αγνοήθηκαν σε βαθμό δυσανάλογα μεγάλο με την προσφορά τους.
Με την ευρεία έννοια ο λογικός θετικισμός μπορεί να θεωρηθεί συνώνυμο του νεοθετικισμού. Συγκροτήθηκε ως δέσμη ερευνητικών προγραμμάτων με τον «Κύκλο της Βιέννης» (Ρ. Κάρναπ, Ο Νόυρατ. Φ. Φρανκ, Γ.Φέιγκλ, Χ. Ράιχενμπαχ κ.ά.) και διαδίδεται σε ευρεία κλίμακα στα τέλη της δεκαετίας του 1920 – αρχές της δεκαετίας του 1930, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 το κέντρο του μετατίθεται στις ΗΠΑ, όπου με ορισμένες τροποποιήσεις διαδίδεται ως λογικός εμπειρισμός.
Ανάμεσα στα μέλη του τα διασημότερα εκτός από τον «αρχηγό» – Γερμανό φυσικό και εμπειριστή φιλόσοφο – Moritz Schlick, ο οποίος την εποχή του Μανιφέστου (1929) ήταν 47 ετών, ήταν ο Γερμανός φυσικός, μαθηματικός και φιλόσοφος Rudolf Carnap 38 ετών, με σημαντική συνεισφορά στη μαθηματική Λογική, στη θεωρία των Πιθανοτήτων και στη Φιλοσοφία των Επιστημών, ο Kurt Gödel 23 ετών, ο Friedrich Waismann 33 ετών, ο οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Otto Neurath 47 ετών , ο Hans Hahn 50 ετών, ο φυσικός Philip Frank 45 ετών ενώ οι περισσότεροι ήταν Εβραϊκής καταγωγής ή μαρξιστές ή και τα δύο. Επίσης, οι μαθηματικοί Χανς Χαν, Ρίχαρντ φον Μίζες και αργότερα ο Κουρτ Γκέντελ (Kurt Godel, 1906-1978).
Στον κύκλο συμμετείχαν οικονομολόγοι, κοινωνικοί επιστήμονες, μαθηματικοί, θεωρητικοί της Λογικής, φυσικοί καθώς και φιλόσοφοι.
H Σχολή αυτή ήταν επηρεασμένη από την «επιστημονική κοσμοαντίληψη» του Ερνστ Μαχ και ουσιαστικά προσπάθησε να ανανεώσει τη θετικιστική Φιλοσοφία δίνοντας σε αυτήν επιστημονική μορφή. Προσπάθησε, δηλαδή, να εισαγάγει στη φιλοσοφική έρευνα την ακρίβεια και την εγκυρότητα που διακρίνει τις θετικές επιστήμες.
O Κύκλος της Βιέννης αφενός μεν υποστήριξε τη μαθηματική Λογική, αφετέρου δε υπερτόνισε την αξία της εμπειρίας για την επιστημονική γνώση, ενώ προσπάθησε να πραγματοποιήσει την ενότητα των επιστημών με την ενοποίηση των επιστημονικών όρων. Απέρριπτε την παραδοσιακή Μεταφυσική ως πηγή απαντήσεων χωρίς νόημα σε ανύπαρκτα προβλήματα!
Σκοπός της Φιλοσοφίας, υποστήριζαν οι οπαδοί του Κύκλου της Βιέννης, είναι η λογική διευκρίνιση των σκέψεων και μοναδική πηγή της είναι αυτό που μπορεί να παρατηρηθεί επιστημονικά. Έτσι, η επαλήθευση μιας πρότασης μπορεί να γίνει μόνο με το πείραμα και τις μετρήσεις, ουσιαστικά δηλαδή με τις αισθήσεις μας. Άρα το μοναδικό είδος έγκυρης γνώσης είναι αυτό που προέρχεται από επιστήμες όπου κυριαρχεί το πείραμα, η παρατήρηση και οι μετρήσεις, επομένως μόνο από τον χώρο των θετικών επιστημών.
Ο Ludwig Wittgenstein, τότε 48 ετών, ήταν επίτιμο μέλος της ομάδας και εθεωρείτο ο πνευματικός της καθοδηγητής παρόλο που ο ίδιος δεν συμμετείχε ούτε αποδεχόταν την τιμητική διάκριση.
Αυτό που τους ένωνε ιδεολογικά ήταν η πίστη τους στην εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων. Η φιλοσοφία, πίστευαν μπορεί να ωφεληθεί όσο κανένας άλλος τομέας από την υιοθέτηση μιας αυστηρής λογικής.
Εδώ διέφεραν από τους συναδέλφους τους του Cambridge στην Αγγλία, το οποίο αποτελούσε, τότε, την άλλη φιλοσοφική πρωτεύουσα του Κόσμου. Εκείνοι πίστευαν ότι οι επιστήμες έπρεπε να πάρουν μαθήματα από τη φιλοσοφία. Στην μεν Βιέννη έβλεπαν τη φιλοσοφία σαν αιμοδιψές παράσιτο στη δε Αγγλία σαν θεραπευτική βδέλλα.
Ο πραγματικός εχθρός δεν ήταν όμως το Cambridge. Ήταν ο γερμανικός ιδεαλισμός. Αυτός έδινε προτεραιότητα στη νόηση και στο πνεύμα έναντι της φυσικής και της λογικής
Στο μανιφέστο του 1929 του Κύκλου της Βιέννης τρία ονόματα αναφέρονται ως πατέρες του κινήματος.
Ο Αϊνστάιν ήταν το πιο φωτεινό αστέρι του επιστημονικού διαφωτισμού. Οι περιγραφές του για τον χώρο και τον χρόνο φαίνονταν να ανατρέπουν τον ισχυρισμό του Καντ ότι ορισμένα πράγματα για τον Κόσμο τα ανακαλύπτουμε απλά και μόνο συλλαμβάνοντάς τα με τον νου μας, με τη διαίσθησή μας χωρίς να κουνηθούμε ένα βήμα από την πολυθρόνα μας.
Ο Μπέρτραντ Ράσσελ ήταν το δεύτερο όνομα στο τιμητικό πάνθεον του Κύκλου. Στον Ράσσελ εκτιμούσαν το ότι υποστήριξε με πάθος τον εμπειρισμό, τη θεωρία που λέει ότι όλη η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται από την εμπειρία. Θαύμαζαν επίσης την πρωτοποριακή του εφαρμογή της Λογικής στα μαθηματικά και στη γλώσσα.
Ο Λογικός Θετικισμός υπήρξε πριν απ’ όλα ένα κίνημα που μιλούσε στο όνομα της ακρίβειας και της προόδου στις επιστήμες. Σκοπός του ήταν να δανειστεί τη Μέθοδο που είχε στηρίξει τόσο καλά την επιστήμη και να αποστάξει στην ουσία της.
Και αυτό όχι μόνο για να εξυγιάνει την ίδια την επιστήμη από τη ροπή της προς τη μυστικιστική ασάφεια και τη Μεταφυσική αλλά και για να εξυγιάνει όλους τους τομείς της διανόησης.
Επηρεασμένοι από το πνεύμα που κυριαρχούσε στη Βιέννη εκείνη την εποχή οι στοχαστές του Κύκλου θέλησαν να θάψουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν τα κατάλοιπα των παλιών ιδεών και αναστήσουν στη θέση τους ένα σύστημα με υγιή θεμέλια βασισμένα στις εμπειρικές επιστήμες
Ένας λόγος για τον οποίο ο Κύκλος της Βιέννης ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία στον κόσμο της φιλοσοφίας ήταν ότι πρότεινε το θεμελιακό αξίωμα: "Υπάρχουν δύο τύποι έγκυρων προτάσεων".
Πρώτον οι προτάσεις που είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν αληθείς ή ψευδείς με κριτήριο το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούν Η σχέση λόγου χάρη «2+2 = 4» ή λογικές συνεπαγωγές του τύπου «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, ο Σωκράτης είναι άνθρωπος άρα ο Σωκράτης είναι θνητός».
Δεύτερον, έγκυρες προτάσεις είναι οι εμπειρικές προτάσεις που επιδέχονται διαδικασίες εμπειρικής εξακρίβωσης. «Το νερό βράζει στους 1000» ή «η Γη είναι επίπεδη».
Όλες οι άλλες προτάσεις είναι κυριολεκτικά χωρίς νόημα. Από τη στιγμή που δεν μπορούμε να επαληθεύσουμε εμπειρικά την ύπαρξη ή ανυπαρξία του Θεού κάθε ισχυρισμός θρησκευτικού περιεχομένου ήταν από διανοητική άποψη χωρίς νόημα. Δηλώσεις όπως «το να σκοτώσεις είναι κακό πράγμα» «πρέπει κανείς να είναι πάντα ειλικρινής» « ο Πικάσο είναι καλύτερος ζωγράφος από τον Μονέ» πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις προσωπικών κρίσεων ως ισοδύναμες δηλαδή με τις προτάσεις «δεν εγκρίνω τον φόνο» « κατά την άποψή μου οι άνθρωποι πρέπει πάντα να λένε την αλήθεια» , «προτιμώ τον Πικάσο από τον Μονέ» .
Ο Κύκλος της Βιέννης και ο Ludwig Wittgenstein
Εκείνος όμως για τον οποίο το κίνημα έτρεφε βαθύτατο σεβασμό ήταν ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Η έντονη λατρεία στον Βιτγκενστάιν άρχισε όμως να υποχωρεί μετά το 1930.
Η ισχυρή προσωπικότητα του Wittgenstein και οι μεταρρυθμιστικές ιδέες του για τη φιλοσοφία, η σφοδρότητα της εκστρατείας του να απαλλάξει τους συγχρόνους του από προσχηματισμένες παραδοχές έδωσαν νέα μορφή στον ευρωπαϊκό στοχασμό
Πολλοί από τους υποστηρικτές του Λογικού Θετικισμού θεώρησαν ότι το έργο Tractatus του Wittgenstein ήταν το « δικό τους» βιβλίο, το έργο που τους δικαίωνε. Βασιζόμενοι μάλιστα σε αυτό είχαν οδηγηθεί στην ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑΣ την οποία οφείλει κανείς να χρησιμοποιήσει για να κρίνει εάν μία πρόταση είναι επιστημονική.
Η ερμηνεία όμως που είχαν αποδώσει στα γραφόμενα στο Tractatus είναι συζητήσιμη. Ο Wittgenstein είχε χωρίσει τις προτάσεις σε εκείνες που μπορούμε να διατυπώσουμε και σε εκείνες για τις οποίες πρέπει να σιωπούμε.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν οι ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ, στη δεύτερη οι ΗΘΙΚΕΣ.
Αυτό που παρανόησαν τα μέλη του Κύκλου ήταν ότι ο Wittgenstein δεν πίστευε ότι « το άρρητο είναι ανοησία ».
Αντίθετα θεωρούσε ότι «τα πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε έχουν ιδιαίτερη σημασία»
Τα μέλη του Κύκλου ήταν άνθρωποι επιστήμονες που απέρριπταν τη μεταφυσική, την ηθικολογία και την πνευματικότητα. Αρχικά πίστεψαν ότι το Tractatus εξέφραζε την ίδια αντίληψη. Λίγα χρόνια μετά βρέθηκαν μπροστά σε έναν άνθρωπο που απήγγειλε ποίηση και ήταν κατά το ήμισυ μυστικιστής.
O Νεοθετικισμός καλλιεργήθηκε αρχικά στη Βιέννη, γι' αυτό έγινε γνωστός και καθιερώθηκε ως ο Κύκλος της Βιέννης. Ωστόσο, μετά την επικράτηση του Ναζισμού στη Γερμανία και στη συνέχεια στην Αυστρία, οι εκπρόσωποι του -από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Εβραίοι- κατέφυγαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ. Εξ αυτού του γεγονότος έγιναν οι ζωντανοί φορείς της ευρύτερης διάδοσης του Νεοθετικισμού σε όλο τον κόσμο.
Ο Κύκλος και ο Karl Popper
Ο Karl Popper Βιεννέζος κι αυτός με εβραϊκή καταγωγή, τότε δηλαδή το 1929, 27 ετών, ποτέ δεν πήρε μέρος στις εβδομαδιαίες συζητήσεις του Κύκλου. Ο ίδιος αργότερα εξομολογείται ότι ποτέ δεν έγινε μέλος του Κύκλου.
Το πρώτο του μεγάλο έργο Logik der Forschhung ( Η Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης ) που εκδόθηκε το 1934 ήταν εξίσου αξιόλογο με τα έργα των μελών του Κύκλου.
Γιατί άραγε ο Κύκλος αγνόησε τον νέο αυτό Βιεννέζο στοχαστή ;
Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι «αυτό συνέβη επειδή έτσι το θέλησε ο Moritz Schlick» και ο Schlick δεν εκτιμούσε τον Popper.
Πιο καθοριστικός παράγων όμως πρέπει να είναι η βαθύτατη αντιπάθεια του Popper για τον τότε γκουρού του Schlick – αλλά και των περισσότερων μελών- , τον Ludwig Wittgenstein. Η περιφρόνηση του νεαρού τότε Popper στο έργο του Wittgenstein είχε εκφραστεί και δημόσια λίγα χρόνια αργότερα το έτος δηλαδή 1932 σε μία τρικυμιώδη συνάντηση που έγινε μπροστά σε ευρύτερο κοινό. Τον κατηγορούσε ότι συμπεριφερόταν όπως η Καθολική Εκκλησία, απαγορεύοντας κάθε συζήτηση πάνω στα ζητήματα στα οποία ο ίδιος δεν είχε να δώσει απαντήσεις.
Σε όλη την υπόλοιπη ζωή του αναφερόταν στον Κύκλο της Βιέννης τονίζοντας τη φιλοσοφική απόσταση που τον χώριζε από αυτόν.
Στη θέση της ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑΣ εκείνος πρότεινε τη ΔΙΑΨΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑ ως κριτήριο για το « ΕΑΝ ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ»
Και η άποψή του ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και εμπεριστατωμένη.
Κανένας αριθμός πειραμάτων δεν μπορεί να αποδείξει την ορθότητα μιας θεωρίας όπως ότι ο ήλιος θα ανατέλλει πάντοτε, εφόσον όσες φορές και να ανατείλει ο ήλιος δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει ότι κάποια μέρα στο μέλλον δεν θα φανεί. Αντίθετα, ένα μόνο αρνητικό εμπειρικό δεδομένο αρκεί για αποδείξει ότι μια θεωρία είναι εσφαλμένη.
Μία θεωρία μπορεί να θεωρηθεί ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ εφόσον είναι ανοικτή στη ΔΙΑΨΕΥΣΗ της
Οι φιλόσοφοι δηλαδή του ρεύματος αυτού προσπάθησαν να βάλουν ορισμένα κριτήρια για την επαληθευσιμότητα ή μη των προτάσεων όπως αυτές που λες (μαγεία, θαύματα, θεός κτλ), με αντικειμενικό σκοπό την κατάργηση της μεταφυσικής και του μυστικισμού.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο λογικός θετικισμός επιχειρεί σχετική άμβλυνση ορισμένων από τα αρχικά του δόγματα, την οποία προβάλλει αργότερα ως ανάπτυξη και φιλελευθεροποίηση. Αντικαθιστά λόγου χάρη την αρχή της αναγωγιμότητας της επιστημονικής γνώσης στα εμπειρικά δεδομένα με την αρχή της δυνατότητας εμπειρικής ερμηνείας του συστήματος, την αξίωση της πλήρους επαληθευσιμότητας με τον όρο της δυνατότητας μερικής έμμεσης επιβεβαιωσιμότητας.
Κριτικές του λογικού Θετικισμού
O λογικός Θετικισμός, που έτσι τον ονόμασαν, το 1931, ο Α.Ε. Μπλούμπεργχ (Α.Ε. Blumberg) και ο φιλόσοφος της Επιστήμης στη Μινεσότα Χέρμπερτ Φάιγκλ (Herbert Feigl), όπως ήταν επόμενο, υπεβλήθη εξαρχής σε σοβαρές κριτικές. Οι πιο πρόσφατες αφορούν τις απόψεις των λογικών εμπειριστών για τη φύση της επιστημονικής ερμηνείας, σχετικά με το ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο απλά όσο πιστεύουμε ή νομίζουμε πως είναι.
H μεγαλύτερη προσοχή που δόθηκε στην ιστορία των επιστημονικών θεωριών δείχνει ορισμένα χάσματα στα εννοιολογικά συστήματα των επιστημών. Για παράδειγμα, ο σημαντικός ρόλος των πιθανολογικών ερμηνειών στις περισσότερες επιστήμες δέχεται σήμερα όλο και πιο εκλεπτυσμένες αναλύσεις.
Σπουδαίοι φυσικοί, με στιβαρό φιλοσοφικό λόγο, όπως ο Νηλς Μπορ, ο Έρβιν Σρέντινγκερ, ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ και πολλοί άλλοι, υποδεικνύουν με το συνολικό έργο τους ότι δεν υπάρχει ντε και καλά κάποια συστηματική οδός ή μια πρότυπη συνταγή να την ακολουθήσουμε, εκκινώντας από τα δεδομένα, προκειμένου να προσεγγίσουμε κάποια επιστημονική θεωρία.
Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μολονότι η επιστημονική δημιουργικότητα οδεύει -κατά κάποιον τρόπο- παράλληλα με την καλλιτεχνική δημιουργία, εντούτοις τα κριτήρια αξιολόγησης είναι τελείως διαφορετικά. Και παρά το ότι κάθε επιστημονικός ισχυρισμός υπόκειται κατ’ αρχήν σε αναθεώρηση, είναι μάλλον αφύσικο να αρνηθούμε εξαρχής τη σχετική σταθερότητα των εμπειρικών νόμων, οι οποίοι ουσιαστικά χρησιμεύουν σαν το κυρίως πεδίο δοκιμών των εναλλακτικών θεωριών.
πηγή: sciencearchives
Αναρτήθηκε από ΔΗΜΟΦΩΝ ΑΘΗΝΑΙΟΣ στις 1/27/2016 08:21:00 π.μ. Κώστας Τσιαντής (Σχόλιο):Περιεκτικό, σαφές, ουσιώδες και διαυγές άρθρο- κι αυτό δεν είναι εύκολο-, που μας δίνει τη δυνατότητα να πάμε παραπέρα: εννοώ όχι στο πώς θα γνωρίσουμε απλά το "τί εστι", αλλά και πώς θα διεισδύσουμε στον πυρήνα του στοχασμού και θα δούμε ουσιαστικά το αθέατο (το θεωρούμενο ως αυτονόητο) γενονός του έστι και την αμετάθετη πηγή του, τουτέστιν πώς θα ανακαλύψουμε ξανά τον προσωκρατικό στοχασμό, το ον ως ως τέτοιο και τον τρόπο της ομολογίας του
Η ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ -- Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ, ΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ -- ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ -- ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ -- ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΣ…
ELLINIKOSKOINOTISMOS.BLOGSPOT.COM|ΑΠΟ ΔΗΜΟΦΩΝ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016
Ο Βολταίρος και η αντιμετώπιση του εξτρεμισμού
Ο Βολταίρος και η αντιμετώπιση του εξτρεμισμού: 'Η επικράτηση της μετριοπάθειας εναντίον του εξτρεμισμού, η αποριζοσπαστικοποίηση, δεν μπορεί να έρθει με πλήρη απόρριψη της ιδεολογίας, ή της θρησκείας, που τον γεννά, αλλά με μικρές νίκες σε μικρές μάχες.'
Ο Βολταίρος και η αντιμετώπιση του εξτρεμισμού
Ο Βολταίρος και η αντιμετώπιση του εξτρεμισμού: 'Η επικράτηση της μετριοπάθειας εναντίον του εξτρεμισμού, η αποριζοσπαστικοποίηση, δεν μπορεί να έρθει με πλήρη απόρριψη της ιδεολογίας, ή της θρησκείας, που τον γεννά, αλλά με μικρές νίκες σε μικρές μάχες.'
Ο Αριστοτέλης και η ιδανική δημοκρατία από την πλευρά της ισότητας
Ο Αριστοτέλης και η ιδανική δημοκρατία από την πλευρά της ισότητας: Ο Αριστοτέλης και η ιδανική δημοκρατία από την πλευρά της ισότητας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

