Share |

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ- Κωνσταντίνος ο Μέγας

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ / ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ

 

Πηγή: ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ, ΜΑΙΟΣ 2007

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΕΙΜΈΝΟΥ: www.oodegr.com/neopaganismos/sykofanties/kwnst2.htm



Ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τῆς μητέρας του, τῆς ἁγίας Ἑλένης, ποὺ εἴχαμε πρὶν ἀπὸ δυὸ μέρες, ἐπικαιροποιεῖ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐξαγγείλατε προηγουμένως.


Ἡ σωστὴ χρήση τῶν πηγῶν

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ στάση τῶν ἱστορικῶν ἀπέναντι στὸ Μέγα Κωνσταντῖνο εἶναι ἀντιφατική. Γιὰ ἄλλους ὑπῆρξε μέγα αἴνιγμα ἢ στυγνὸς δολοφόνος καὶ καιροσκόπος, γιὰ ἄλλους δέ, τὸ μέγα θαῦμα τῆς ἱστορίας. Αὐτὸ συμβαίνει διότι ἐπικρατοῦν συνήθως ἰδεολογικὰ κριτήρια καὶ παραταξιακὲς ἐκτιμήσεις ἐρήμην τῶν πηγῶν. Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα στὸ χῶρο τῆς ἱστορίας, ποὺ ὁδηγεῖ αὐτόχρημα στὴν αὐτοκατάργηση τοῦ ἱστορικοῦ καὶ τῶν ἐρευνῶν του, εἶναι ἡ χρησιμοποίηση τῆς ἱστορίας μὲ ὁποιεσδήποτε διασκευὲς της κατὰ τὸ δοκοῦν, ὥστε νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἀποδειχθοῦν πράγματα ποὺ ἱστορικὰ δὲν θεμελιώνονται. Ἕνα ἄλλο ἐπίσης πρόβλημα εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἰδεολογικὴ χρήση τῆς ἱστορίας καὶ τῶν πηγῶν ἀκόμη, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ ἱστορικὸς ἀναχρονισμός. Νὰ ἐπιχειροῦνται δηλαδὴ ἑρμηνευτικὲς προσβάσεις στὰ ἱστορικὰ γεγονότα καὶ στὰ ἱστορικὰ πρόσωπα μέσα ἀπὸ κρίσεις καὶ προϋποθέσεις τοῦ παρόντος, τοῦ ὁποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ἀσφαλῶς ὅλοι ὅτι ὅταν συντάσσει κανεὶς μιὰ ἱστορικὴ διατριβὴ καὶ μάλιστα ἂν εἶναι διδακτορικὴ διατριβὴ ποὺ εἶναι ἡ σημαντικότερη ἐργασία ἐνὸς ἐπιστήμονος, παραθέτει ἕνα εἰσαγωγικὸ ἢ πρῶτο κεφάλαιο ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία τοποθετοῦνται τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται. Αὐτὴ ἡ τοποθέτησις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, σφαιρικὴ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα θὰ συναγάγει, νὰ τὰ τεκμηριώνει καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον. Ὁ ἱστορικὸς ἀναχρονισμὸς καὶ ἡ ἰδεολογικὴ χρήση τῆς ἱστορίας, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀρρώστιες τῶν ἀσχολουμένων μὲ τὴν ἱστορία, στὴν ἐποχή μας περισσότερο. Ἐπίσης, εἶναι δυνατόν, νὰ στοχάζεται κανεὶς εἰς τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἐρήμην τῶν πηγῶν. Αὐτὸ εἶναι μυθιστόρημα, δὲν εἶναι ἱστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ἢ ἱστορικὸ ρομάντσο ἀκόμη, σημαίνει ὅτι χρησιμοποιεῖ κανεὶς κάποια γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔστω, στηρίζονται στὶς πηγὲς καὶ τὰ συνδέει μὲ ἕναν αὐθαίρετο τρόπο. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι πάλι ἄλλη νόσος τῆς ἱστορικῆς ἐπιστήμης. Ὁ μακαρίτης, ὁ μέχρι τοῦ θανάτου του πατριάρχης τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν στὸν τόπο μας, ὁ Ἀπόστολος Βακαλόπουλος, μ᾿ ἕνα κλασικὸ ἔργο ποὺ μᾶς ἔδωσε γιὰ τὴν ἱστορία, πολύτομο, τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ, ἀναγκάζεται νὰ ἀπολογηθεῖ στὴν ἐπανέκδοση τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου τόμου καὶ νὰ πεῖ τὸ ἑξῆς, ὅτι «μὲ κατηγορεῖτε διότι δὲν στοχάζομαι ἐπὶ τῶν γεγονότων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιστήμη εἶναι πρῶτον ἡ ἔρευνα καὶ ἡ παρουσίαση τῶν πηγῶν ἀναλυτικά, κριτικά, καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ στοχασμός. Ἀφῆστε μὲ λοιπὸν ἐγὼ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὶς πηγές», ἔλεγε ὁ Βακαλόπουλος, «καὶ ἐν συνεχείᾳ σεῖς, κάμνετε τοὺς στοχασμούς σας».
Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ἰδεολογικὴ χρήση τῆς ἱστορίας, ἱστορικὸς ἀναχρονισμός, παραταξιακὴ νοοτροπία, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀνέρειστος, ἀθεμελίωτος στοχασμός, καταργοῦν τὸν ἱστορικὸ καὶ τὴν ἔρευνά του.

Οἱ πηγές

Μιλώντας γιὰ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, ποιὲς εἶναι οἱ πηγὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλοῦμε πληροφορίες; Ὁ σύγχρονος ἱστορικός, ὁ πατέρας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, εἶναι ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, ὁ ὁποῖος συνεδέετο μὲ φιλικοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ οἱ δικές του πληροφορίες πρέπει νὰ κρίνονται καὶ νὰ διασταυρώνονται μὲ ἄλλες πηγές. Ἂν δὲν μποροῦν νὰ διασταυρωθοῦν παραμένουν ὡς μαρτυρίες ἀλλὰ ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τὶς ἐπικαλεῖται κανεὶς καὶ νὰ ὑποστηρίξει αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλει.
Ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἱστορικός, φίλος του γιοῦ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ Κρίσπου, ἦταν ὁ Λακτάντιος. «Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν», τοῦ Χριστιανισμοῦ, προφανῶς, ἔχει γράψει. Εἶναι ὅμως καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος ὁ ὁποῖος εἰς τὰ ἔπη του ἀσχολεῖται μὲ τὶς δυὸ Ρῶμες, τὴν Παλαιὰ καὶ τὴ Νέα Ρώμη. Θεωρεῖ τὴν δευτέρα, Νέα Ρώμη, ὡς σύνδεσμο Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, θὰ ἐπανέλθω σ᾿ αὐτό. Αὐτὲς εἶναι οἱ ἀσφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.

Ζώσιμος

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, πηγὴ ποὺ περιέχει ὅποιο ἀρνητικὸ στοιχεῖο ἐπαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα γιὰ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, εἶναι ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ ἐθνικὸς καὶ φανατικὸς μάλιστα εἰδωλολάτρης ἱστορικός, ὁ Ζώσιμος, 425 περίπου μὲ 518. Γράφει δηλαδὴ ἕνα, ἐνάμιση αἰώνα μετὰ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο.
Ὁ Εὐσέβιος, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁ πατέρας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καὶ κοιμᾶται, ἀποθνῄσκει, περὶ τὸ 339, 340. Τὸ 337 πεθαίνει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἄρα εἶναι σύγχρονος. Ὁ Ζώσιμος ἦταν φανατικὸς ὀπαδὸς τῆς ἀρχαίας θρησκείας καὶ ἔγραψε τὸ ἔργο «Ἱστορία Νέα» ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Αὔγουστο καὶ τελειώνει τὸ 410, σὲ ἕξι βιβλία. Οἱ πηγές του εἶναι παγανιστικές. Οἱ πληροφορίες τὶς ὁποῖες δίδει δὲν διασταυρώνονται. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ ἐκμεταλλευτοῦν τὴν περίπτωση ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀντλοῦν συνεχῶς ἀπὸ ἀναπόδεικτα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα παραδίδει ὁ Ζώσιμος. Βλέπετε πὼς προσπαθῶ νὰ μείνω ἀντικειμενικός, δὲν εἶναι ἂν ἐμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ Κωνσταντῖνος νὰ φανεῖ καλὸς ἢ κακός. Τὸ πρόβλημα στὴν ἔρευνα εἶναι τί λέγουν οἱ πηγές. Ἑπομένως, καὶ ὁ Εὐσέβιος σὲ πολλὰ σημεῖα πρέπει νὰ δεχθεῖ αὐτὴ τὴ διασταύρωση γιὰ τὸ ἔγκυρο τῶν πληροφοριῶν του, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ὁ Ζώσιμος ποὺ εἶναι καὶ μεταγενέστερος. Εἶναι ἀπορριπτικὸς ἔναντι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ εἶναι συγχρόνως λιβελογράφος. Ἡ ἐπιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ὅτι ὁ Ζώσιμος πραγματικὰ δὲν ὑπῆρξε ἱστορικὸς ἐπιστήμων. Γράφει συναισθηματικὰ πολλὲς φορές, εἶναι ἠθικολόγος περισσότερο παρὰ ἐπιστήμων. Ὑπάρχει ἕνα καταπληκτικὸ ἄρθρο, τοῦ Ντίντλεϋ, σὲ ἕνα περίφημο γερμανικὸ περιοδικὸ τοῦ 1972. Ὅπως ἐπίσης ἕνα σπουδαῖο ἄρθρο, ποὺ ἔχει τὸν Ντίντλεϋ ὑπόψιν, εἰς τὸ παγκόσμιο βιογραφικὸ λεξικὸ τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τοῦ κυρίου Τσακανίκα. Ὁ φανατισμὸς τοῦ Ζωσίμου καὶ ἡ λιβελογραφικὴ ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίνου, φαίνεται στὸ ὅτι τοῦ ἀποδίδει τὴν παρακμὴ τῆς ἀρχαίας θρησκείας καὶ τῆς αὐτοκρατορίας σὲ στιγμὴ ὅπου στὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἡ αὐτοκρατορία, τῆς Ρώμης, ἀποκτᾶ τὴ μεγαλύτερη ἔκταση καὶ τὴ μεγαλύτερη ἑνότητα καὶ αἴγλη. Ἐντελῶς διαφορετικὰ δηλαδὴ εἶναι τὰ πράγματα ἀπ᾿ ὅ,τι τὰ παρουσιάζει ὁ Ζώσιμος.
Σημασία ἔχει ὅτι ἄκριτα ἀναπαράγονται ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς συγχρόνους μας νεοπαγανιστὲς ἢ νεοειδωλολάτρες, οἱ ἀπόψεις τοῦ Ζωσίμου. Σκόπιμα γιὰ νὰ στιγματιστεῖ καὶ ἀπορριφθεῖ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ τὸ ἔργο του. Νὰ σπιλωθεῖ καὶ νὰ ὑποτιμηθεῖ τὸ πρόσωπό του. Ἡ κορύφωση εἶναι ἡ ὕπουλη πραγματικὰ καὶ ἀδίωκτη, ἀκαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τί νὰ κάνεις, ποὺ νὰ προσφύγεις σὲ ποιὰ δικαιοσύνη σ᾿ αὐτὸ τὸ χῶρο, εἶναι τὰ ὅσα δημοσιεύονται, ἀνώνυμα τὶς περισσότερες φορές. Πόσες φορὲς μοῦ στέλνουν κείμενα, ἀπὸ τὸ Ἴντερνετ, ἄλλοι μὲ ἐπαινοῦν ἀλλὰ οἱ περισσότεροι, κυρίως οἱ νεοειδωλολάτρες, μὲ κατηγοροῦν καὶ μοῦ ἀποδίδουν ἀπόψεις ποὺ ποτὲ δὲν τὶς σκέφτηκα. Ἄλλοι τὸ κάνουν ἴσως γιὰ νὰ ἀποκτήσουν κύρος, νὰ μὴν τοὺς ἀδικήσω. Ἔ, γεράσαμε τώρα στὴν ἔρευνα, σοῦ λέει, τὸ λέει καὶ ὁ Μεταλληνός. Κι αὐτὸ εἶναι τιμή μου. Ἀλλὰ δὲ μὲ τιμᾶ τὸ ὅτι μοῦ ἀποδίδουν ἀπόψεις ποὺ δὲν τὶς γνωρίζω ἐγὼ ὁ ἴδιος. Δὲ θέλω τώρα νὰ φέρω… ἔτσι δουλεύει καὶ ὁ… θὰ πῶ τὸ ὄνομα διότι εἶναι δημόσια πράγματα, ὁ κύριος Γεωργαλᾶς, ὁ παλαιὸς συνεργάτης τοῦ Παπαδοπούλου, εἶναι ἀνέντιμο διότι ἀποδίδει σὲ κάποιο βιβλίο ἀνθελληνικὲς θέσεις τὶς ὁποῖες ποτὲ δὲ σκέφτηκα. … (ἀπάντηση σὲ ἀκροατή: Ὁ Γεωργαλᾶς… ζεῖ… καὶ νὰ ῾ναι καλὰ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήσει καὶ νὰ μετανοήσει πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ τὰ ψέματα τὰ ὁποῖα λέει.) Μένει ὅμως τὸ κείμενο καὶ τὸ παίρνουν φοιτητές. Αὐτὸ γίνεται γενικὰ καὶ μὲ τὸν Ζώσιμο. Ὁ Βολταῖρος ἐπὶ παραδείγματι, τοποθετεῖται ἀρνητικὰ ἀπέναντι στὸν Κωνσταντῖνο. Ὁ Γίββων τοποθετεῖται ἀρνητικὰ καὶ θὰ τὸ δοῦμε αὐτὸ στὴ συνέχεια. Ἀμέσως τώρα, ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαχρονικὰ καὶ συγχρονικὰ στὴν ἐποχή μας, κατηγοροῦν καὶ ἀπορρίπτουν τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο.
Ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρηγόπουλος, τὸν 19ο αἰώνα, ὁ πρῶτος μεγάλος ἱστορικός μας, πολλὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀνανεωθοῦν σήμερα, ἀλλὰ βασικὰ τὸ ἔργο τοῦ παραμένει πολύτιμη πηγὴ διότι, τὸ λέγω γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἴσως δὲν τὸ γνωρίζουν, ὁ Παπαρηγόπουλος ἔχει ἕνα προσόν: δὲ στοχάζεται κυρίως ἀλλὰ ἀκολουθεῖ τὶς ἱστορικὲς πηγές. Τὸ ἔργο του εἶναι ἀνάπτυξη τῶν ἱστορικῶν πηγῶν. Ἄρα καὶ νὰ μὴ βρεῖ κανεὶς ὅλες τὶς πηγές, μπορεῖ πιστότατα νὰ τὶς μελετήσει ὅπως ἀποδίδονται ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν. Πρώτη ὁμάδα, ποὺ ἐμίσησε τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὡς πρόμαχο τοῦ νέου θρησκεύματος, εἶναι οἱ τοῦ ἀρχαίου θρησκεύματος ὀπαδοί. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ζώσιμος. Ὁ Ζώσιμος τοῦ ἀποδίδει ὅλες τὶς συμφορές, κατὰ τὸν Ζώσιμο, συμφορὲς τοῦ κράτους. Καὶ σήμερα λοιπὸν ἀποδίδονται στὸν Κωνσταντῖνο, ἀναπόδεικτα, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁπαῖα ἐπικαλεῖται ὁ Ζώσιμος καὶ οἱ νεοειδωλολάτρες. Κατὰ πόσον ἔχουν δίκιο, θὰ τὸ δοῦμε στὴ συνέχεια. Δεύτερο, ἐπιτίθενται στὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, ἀπὸ τὸν 18ο κυρίως αἰώνα, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Μιὰ γνώμη τοῦ Ζωσίμου, ποὺ διέφυγε, τὴν ὑπογραμμίζω: «ἐγκατέλειπε τὸ πάτριον δόγμα καὶ ἠσπάσθη τὴν ἀσέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικὰ εἶναι τὰ πράγματα. Ἀσέβεια εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καὶ ἡ πάτρια θρησκεία τιμᾶται! Βέβαια ἕνας ἐρευνητὴς τῆς ἱστορίας ὅπως ὁ ὁμιλῶν, δὲν ἀσχολεῖται μὲ συναισθηματικὰ πράγματα. Ἀλλὰ καταλαβαίνετε, πῶς ἀνατρέπεται ἡ προοπτικὴ καὶ πῶς περιμένεις νὰ ἐπαινέσει κάποιος τὸν Κωνσταντῖνο ὅταν ἔχει αὐτὴ τὴ βασικὴ προοπτικὴ στὴν προσέγγισή του. Παρόλα αὐτά, σπεύδω νὰ πῶ ὅτι πολλὲς φορὲς ὁ Ζώσιμος ἢ ἀποσιωπᾶ σημαντικὰ ἔργα τοῦ Κωνσταντίνου ἢ τὸν ἐπαινεῖ γιὰ τὶς ἀρετὲς τὶς ὁποῖες διέθετε. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μιλώντας γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεῖ τὴν ἑξῆς παροιμία ποὺ ἴσως εἶναι δική του: «θαυμάζει ἀνδρὸς ἀρετὴν καὶ πολέμιος». Τὴ λεβεντιὰ ἐνὸς ἀνθρώπου τὴ θαυμάζει καὶ ὁ ἀντίπαλός του. Ὅταν σὲ ἐπαινεῖ ὁ ἀντίπαλός σου σημαίνει ὅτι κάτι ἀξίζεις. Καὶ δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἀναγκάζεται ὁ Ζώσιμος νὰ ἐπαινέσει τὸν Κωνσταντῖνο.

Διαφωτιστές

Οἱ Διαφωτιστὲς λοιπόν, ὁ Γίββων, ὁ Βολταῖρος. Ὁ Βολταῖρος συνεχῶς ἀπορρίπτει τὸ Βυζάντιο, ὁ δὲ Γίββων ἀκόμη καὶ στὸν τίτλο τοῦ βιβλίου του, ναὶ μὲν δὲν ἀρνεῖται ὅτι τὸ ὄνομα τῆς αὐτοκρατορίας δὲν εἶναι Βυζάντιο ἀλλὰ εἶναι Νέα Ρώμη, εἶναι συνέχεια ἀπὸ πλευρᾶς πολιτικῆς καὶ ἐδαφικῆς ἀλλὰ ὄχι καὶ πολιτιστικῆς καὶ πνευματικῆς, τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, μιλεῖ γιὰ τὴν Decline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδὴ εἶναι τὸ κατρακύλισμα καὶ ἡ πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Κι αὐτὸ ὀφείλεται κατ᾿ αὐτόν, κατὰ τὸν Γίββωνα, στὸν Χριστιανισμό. Τὸ ἔργο του εἶναι σπουδαῖο, ἀλλὰ ὅταν ἔχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε τὸ βασικὸ μειονέκτημά του. Στὴ διαστροφὴ τῶν πνευμάτων κατὰ τὸν Παπαρηγόπουλο, οὐκ ὀλίγον συνετέλεσε καὶ ἡ παπικὴ ἀρχή. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀναγεγραμμένος εἰς τὸ ἁγιολόγιο τοῦ παπισμοῦ (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στοὺς Οὐνίτες), ἀλλὰ δὲν παύει νὰ μισεῖται ἢ νὰ τὸν ἀποστρέφονται οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπειδὴ μετέφερε τὴν πρωτεύουσα στὴ Νέα Ρώμη καὶ ὁδήγησε στὴν ἀφάνεια τὴν Παλαιὰ Ρώμη. Ἂν γινότανε κάτι τώρα σὲ μᾶς, λέγω τώρα μιὰ σκέψη, ἡ πρωτεύουσα νὰ μεταφερθεῖ στὴ Θεσσαλονίκη, τί θὰ κάναμε κύριε δήμαρχε ἐμεῖς, οἱ χαμουτζῆδες, ὅπως μᾶς λένε οἱ βόρειοι, σ᾿ αὐτὴ τὴ μεταβολή; Σημασία τώρα οὐσιαστικότερη ἔχει τὸ ἑξῆς: τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος μολονότι ἐννοιολογικὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Κώνστας εἶναι ἡ constantia εἶναι ἢ σταθερότης, ἡ δύναμη τοῦ χαρακτῆρος, καὶ τὰ δυὸ ἀπὸ τὸ ρῆμα ἵσταμαι καὶ ἴστημι, ἑπομένως ἡ προέλευση ἐννοιολογικὰ εἶναι ἀρχαιοελληνική, ἑλληνική, ἀλλὰ τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος ἐπεκράτησε στὴ Δύση. Ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ μετά, οὐδεὶς πάπας καὶ οὐδεὶς ἡγεμόνας τῆς Δύσεως, ἔλαβε τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος. Ἔγινε τὸ μισητότερο ὄνομα εἰς τὴν Δύση ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν Ἀνατολὴ ποὺ φθάσαμε πρὶν ἀπὸ κάποια χρόνια ἀπὸ τὸν ἀνώτατο ἄρχοντα καὶ ὄχι μόνο τὸν πρώην, τὸν τέως βασιλέα, ἀλλὰ καὶ πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, νὰ ἔχουν ὅλοι τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος. Καὶ ἡ μακαρίτισσα ἡ Μαλβίνα ἡ Κάραλη, εἶπε κάποτε μὲ κάποια ἀγανάκτηση, καλὰ βρὲ παιδιά, δὲν ὑπάρχει κανένας Βρασσίδας, Ἐπαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι ὑπάρχουν. Ἔγινε τὸ ἀγαπητότερο ὄνομα, κι ἐπειδὴ ἔχω καὶ τὸν γαμπρό μου Κωνσταντῖνο, συγνώμη γι᾿ αὐτὸ ποὺ λέγω, τὸ ἔζησα καὶ προχτές, οἱ Κωνσταντίνοι ἔγιναν, δόξα τῷ Θεῷ, περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Γιώργηδες καὶ τοὺς Γιάννηδες. Αὐτὸ σημαίνει πόσο ἀγαπήθηκε, λαογραφικὰ μιλῶ αὐτὴ τὴ στιγμή, πόσο ἀγαπήθηκε αὐτὸ τὸ ὄνομα.
Καὶ τέταρτη ὁμάδα ποὺ στρέφεται ἐναντίον τοῦ εἶναι οἱ δυτικόφρονες οἱ ὁποῖοι, ἀκρίτως, ἀκολουθοῦν πάντοτε κάποιαν Εὐρώπη, κάποια Δύση, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρονται ἂν αὐτὰ ποὺ λέγονται εἶναι ὀρθὰ ἢ ὄχι.

Βιογραφικὰ στοιχεῖα

Δυὸ τρία βιογραφικὰ στοιχεῖα πρὶν προχωρήσω σὲ κάποιες ἀπολογητικὲς θέσεις. Τὸ ὄνομά του ἦταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – τὸ πλῆρες ὄνομα ὅταν ἀπὸ τὸ 324 ἔγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στὶς 22 Φεβρουαρίου περὶ τὸ 280. Κατ᾿ ἄλλους λίγο ἐνωρίτερα, κατ᾿ ἄλλους λίγο ἀργότερα. Στὴ Ναϊσό, εἰς τὴν Νίσσα τῆς Σερβίας. Τὰ νεανικά του χρόνια τὰ πέρασε ὡς ὅμηρος εἰς τὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ ἢ στὴν αὐλὴ τοῦ συναυτοκράτορος Γαλερίου. Ὅμηρος ὥστε νὰ ἐμποδιστεῖ ὁ πατέρας του ποὺ ἦταν Καίσαρ, ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρός, νὰ ἐπαναστατήσει ἐναντίον τοῦ αὐτοκράτορος. Ἴσως γνώρισε τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ τὰ θαύματά του στὴν Ἀνατολή, γιατί ἡ ἀγάπη του πρὸς τοὺς μάρτυρες πρέπει νὰ ἔχει κάποιο οὐσιαστικὸ ἔρεισμα. Ὑπῆρξε γενναῖος πολεμιστὴς μὲ πολλὰ προσόντα, μὲ ἡρωικὸ φρόνημα. Στὴν ἀρχὴ ἐνυμφεύφθη τὴ σεμνὴ Νινευίνα καὶ ἀπέκτησε τὸν Κρίσπο, τὸ πρῶτο παιδί του. Γιὰ πολιτικοὺς λόγους, ὅπως καὶ ὁ πατέρας του, ἀναγκάστηκε νὰ χωρίσει τὴ Νινευίνα καὶ νὰ νυμφευθεῖ τὴν κόρη τοῦ συναυτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, τὴν Φαύστα. Ἡ Φαύστα προφέρεται λατινιστὶ Φάουστα καὶ πραγματικὰ ἦταν ἡ Φάουστα τῆς οἰκογενείας. Ὁ Βοσταντζόγλου ἔχει γράψει ὁ μακαρίτης σχετικὰ μὲ τὴν Φαύστα. Ἀπέκτησε ἀπὸ τὴν Φαύστα τρεῖς γιούς. Τὸν Κωνσταντῖνο, τὸν Κωνστάντιο καὶ τὸν Κώνσταντα ποὺ βασίλευσαν καὶ οἱ τρεῖς. Βλέπετε, ὅλα τὰ ὀνόματα στρέφονται γύρω ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα. Ὁ Διοκλητιανὸς ἐφήρμοσε ἕνα νέο σύστημα διοικήσεως, τὴν Renovatio Imperius, τὴν ἀνανέωση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὸ 285, τὴν τετραρχία.
Ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν ὁ πρῶτος Αὔγουστος καὶ Καίσαρ, δεύτερος Αὔγουστος θὰ λέγαμε, ὁ Γαλέριος. Βοηθός του στὴν Ἀνατολή. Ὁ Μαξιμιανὸς ἐπίσης συναύγουστος, εἶχε καίσαρα τὸν Κωνστάντιο Χλωρό, τὸν πατέρα τοῦ Κωνσταντίνου. Τὸ 305, τὴν 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Μαξιμιανὸς καὶ ὁ Χλωρὸς ἀνακυρήχθηκε Αὔγουστος στὴν Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολή. Ὁ Κωνσταντῖνος τότε ἐκλήθη στὴ Δύση, κοντὰ στὸν πατέρα του. Τὸ 306 ἐπέρχεται ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίου Χλωροῦ καὶ στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 306, ὁ στρατὸς ἀνεκύρηξε τὸν Κωνσταντῖνο αὐτοκράτορα. Πρέπει νὰ λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη κάτι ἐδῶ. Δὲν ὑπῆρχε κληρονομικότητα τῆς βασιλείας, ὅπως ὅλη τὴν περίοδο τοῦ Βυζαντίου, τῆς Νέας Ρώμης δηλαδή, τῆς Ρωμανίας, ὅπως δὲν ὑπῆρχε καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Κληρονομικοὶ θεσμοὶ δὲν ὑπῆρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομικὴ διαδοχή. Ἁπλούστατα, ὁ στρατὸς ἡ σύγκλητος καὶ ὁ λαὸς μποροῦσαν νὰ δεχθοῦν τὸ γιὸ κάποιου νὰ τοὺς διαδεχθεῖ, ἀλλὰ ὄχι κληρονομικῷ δικαιώματι. Αὐτὴ εἶναι ἡ δημοκρατία τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ὄχι τὸ ὄνομα βασιλεύς. Ἔχω πεῖ καὶ ἄλλες φορὲς σ᾿ αὐτὴ τὴν αἴθουσα, ἂς λέγεται ὅπως θέλει νὰ λέγεται, ἀρκεῖ νὰ ἐκλέγεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ δημοκρατία. Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπὸν ἀνακηρύχθηκε ἀπὸ τὸν στρατὸ καὶ τὴν σύγκλητο αὐτοκράτωρ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Μαξέντιος, ὁ γιὸς τοῦ Μαξιμιανοῦ, τὸ ἴδιο ἔτος στὶς 28 Ὀκτωβρίου, ἀνακηρύχθηκε καὶ αὐτὸς αὐτοκράτορας. Τὸ 311 ἀποθνῄσκει ὁ Γαλέριος καὶ τὸν διαδέχεται ὁ Λικίνιος ποὺ ἔλαβε ὡς σύζυγο τὴν Κωνσταντία – Κωνσταντία καὶ αὐτὴ – θετὴ ἀδερφὴ τοῦ Κωνσταντίνου. 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 312 ὁ Κωνσταντῖνος ἐνίκησε τὸν Μαξέντιο – θὰ τὸ δοῦμε γιατί – στὴ Μιλβία, κατ᾿ ἄλλους Μουλβία, γέφυρα. Ἡ σύγκλητος ἀνακήρυξε τότε πρῶτον Αὔγουστο τὸν Κωνσταντῖνο. Τὸ 313 ὁ Λικίνιος ἐνίκησε τὸν Μαξιμίνο. Καὶ μένουν τώρα δυὸ Αὔγουστοι. Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ πρῶτος Αὔγουστος καὶ ὁ Λικίνιος δεύτερος Αὔγουστος. Ἔτσι τὸ 313 ἐκδίδεται τὸ περιβόητο διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, ποὺ θὰ δοῦμε πιὰ εἶναι ἡ σημασία του. Τὸ 321 ὁ Λικίνιος ἐπαναφέρει τοὺς διωγμοὺς μὲ νέο διάταγμα ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἐνῷ τὸ 313 εἶχε ἀποφασιστεῖ, μὲ πρώτον τὸν Κωνσταντῖνο, νὰ πάψουν οἱ διωγμοί. Ἐπέρχεται ἡ σύγκρουση μεταξὺ τῶν δυὸ καὶ ἡ ἥττα τοῦ Λικινίου. Τὸ 324 ὁ Κωνσταντῖνος γίνεται μονοκράτορας, ἡ αὐτοκρατορία ἀποκτᾶ ἑνότητα σὲ μία ἀχανῆ ἔκταση. Ἀπὸ τὴν Θούλην, ποὺ μπορεῖ νὰ ἦταν ἡ σημερινὴ Ἰσλανδία, ἢ τουλάχιστον ἡ Ἰρλανδία, μέχρι τὴν Περσία καὶ τὴν Ἰνδία. Ἑπομένως γίνεται ἕνα ἑνιαῖο κράτος, μὲ μία κεντρικὴ ἐξουσία, ἕναν κεντρικὸ αὐτοκράτορα. Τὸ 325 συγκαλεῖ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ τὸ 330 ἐγκαινιάζει τὴ νέα πρωτεύουσα, τὴ Νέα Ρώμη. Στὶς 22 Μαΐου τοῦ 337 πεθαίνει στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας – Μικρασία – ποὺ ἦταν ἡ πόλις καταγωγῆς τῆς Ἁγίας Ἑλένης καὶ γι᾿ αὐτὸ ὀνόμασε τὴν πόλην αὐτὴν Ἑλενούπολη. Βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν φίλο του, Εὐσέβιο Νικομηδείας, μὲ λευκὴ ἐσθῆτα, ὡς κατηχούμενος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀρρώστησε καὶ πέθανε σὲ ἡλικία περίπου ἑξήντα ἐτῶν. Ἡ σωρός του μεταφέρθηκε καὶ ἐτάφη στὴ νέα πρωτεύουσα, τὴ Νέα Ρώμη.

Κατηγορίες ἀπὸ τὸν Ζώσιμο

Αὐτὰ εἶναι τὰ τυπικὰ ἱστορικά. Ὁ Κωνσταντῖνος κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν Ζώσιμο γιὰ τὴ δολοφονία καὶ ἐξόντωση τῶν ἀντιπάλων του.
Τί μαρτυροῦν οἱ πηγές; Κάποια πράγματα τὰ ὁποῖα λέγονται ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του, καὶ μάλιστα τὸ Ζώσιμο ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν συκοφαντιῶν κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου, μένουν στὸ χῶρο τοῦ θρύλου. Ὅταν εἶναι κάτι ἀναπόδεικτο τὸ ἀναφέρει μὲν ὁ ἱστορικὸς ὅπως κάνω κι ἐγὼ τώρα, χωρὶς ὅμως νὰ μπορεῖ νὰ στηρίξει ὁποιαδήποτε συμπεράσματα σὲ ἀμέριστες ὑποθέσεις ἢ σκέψεις.

Ἡ περίπτωση τοῦ Μαξιμιανοῦ

Ἡ περίπτωση τοῦ Μαξιμιανοῦ, γιὰ νὰ μείνω σὲ μερικὰ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα. Ὁ Μαξιμιανὸς ἤθελε νὰ γίνει αὔγουστος, αὐτοκράτορας καὶ διώχθηκε ἀπὸ τὸν γιό του Μαξέντιο. Ἔτσι κατέφυγε στὴν κόρη του, ἦταν πεθερὸς τοῦ Κωνσταντίνου, στὴν κόρη του Φαύστα καὶ ζήτησε προστασία ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Τὸ 310 ὅμως ὀργάνωσε συνωμοσία καὶ κίνημα γιὰ ἀνατροπὴ τοῦ Κωνσταντίνου. Αὐτὴ ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ἐποχῆς. Ξέρετε, κανείς, ὅσο μεγάλος κι ἂν εἶναι, δὲ μπορεῖ νὰ πάψει νὰ εἶναι τέκνο τῆς ἐποχῆς του. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς εἶπα ὅτι ὅταν ἐφαρμόζεται ὁ λεγόμενος ἱστορικὸς ἀναχρονισμός, εἶναι ἀποτυχία τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας. Ἐμεῖς θὰ ἑρμηνεύσουμε τὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μεθιστάμενοι σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ κι ὄχι μεταφέροντας τὴν ἐποχὴ στὶς δικές μας συνθῆκες σήμερα. Ὁ Μαξιμιανὸς διέδωσε ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος φονεύθηκε στὸν πόλεμο κατὰ τῶν Φραγκογερμανῶν στὰ βόρεια σύνορα, καὶ πῆρε ἕνα μέρος τοῦ στρατοῦ μὲ τὸ μέρος του καὶ αὐτοανακηρύχθηκε αὐτοκράτορας. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε καὶ ὁ Μαξιμιανὸς κλείστηκε στὸ φρούριο τῆς Μασσαλίας. Ὁ Κωνσταντῖνος τὸν αἰχμαλωτίζει, τὸν συγχωρεῖ ὅμως, μὲ τὴ μεσολάβηση καὶ τῆς γυναίκας του τῆς Φαύστας. Νέα συνωμοσία τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ τῆς Φαύστας τώρα, γιὰ νὰ δολοφονηθεῖ ὁ Κωνσταντῖνος. Ἀποτυγχάνει ἡ προσπάθεια. Ἡ Φαύστα τότε, ἡ Φάουσταμ ὅπως εἶπαμ τῆς οἰκογένειας, ἐνοχοποιεῖ τὸν πατέρα της. Ὁ Μαξιμιανὸς ἀναγκάστηκε νὰ αὐτοαπαγχονιστεῖ, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατὶ κατάλαβε ὅτι τὰ πράγματα ἔγιναν σκληρότερα γι᾿ αὐτόν. Κατηγοροῦν γι᾿ αὐτὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Κοιτάξτε, ὅταν κάποιος εἶναι ἀνώτατος ἄρχων, καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς πολιτικὰ καὶ διοικητικὰ ἀνώτατος ἄρχων, ἀλλὰ συγκεντρώνει ὅλες τὶς ἐξουσίες ὀνομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδὴ ὁ κυβερνήτης, ὁ διοικητὴς ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ Ἀνώτατος Δικαστής. Ἦταν Pontifex maximus, ὁ ἀνώτατος ἀρχιερεύς. Αὐτὰ δὲν τὰ μετέφερε ὁ ἴδιος στὸν ἑαυτό του, τὰ βρῆκε στὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Ἑπομένως, πᾶσα πράξις ἔπρεπε νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τὸν ἀνώτατο δικαστή. Ὁ ὁποῖος βέβαια περιεστοιχίζετο ἀπὸ τὸν στρατὸ ἀλλὰ στὰ πολιτικὰ πράγματα ἀπὸ τὴν σύγκλητο. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἀποδίδουμε μονομερῶς τὴν εὐθύνη, ὅπως ὅταν κανεὶς εἶναι πρόεδρος τῆς δημοκρατίας καὶ ὑπογράψει θανατικὴ ποινὴ ἡ ὁποία ὁρίζεται ἀπὸ τὸ δικαστήριο, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξει. Ἂν ἀρνηθεῖ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, βασιλιὰς παλαιότερα, πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, νὰ δεχθεῖ αὐτὸ ποὺ προτείνει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καταλαβαίνετε ποιὲς ἐπιπτώσεις θὰ γίνουν.

Ἡ περίπτωση τοῦ Βασσιανοῦ

Δεύτερο, ἡ περίπτωση τοῦ Βασσιανοῦ. Θ᾿ ἀποφύγω τὶς λεπτομέρειες, διότι, εἰς τὴν στάση τοῦ Βασσιανοῦ, κι ἐδῶ ὁ Κωνσταντῖνος ἔδειξε μεγαθυμία κι ὅταν ἀποκαλύφθηκε ἡ συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – ἐναντίον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὁ Βασσιανὸς ἐξετελέσθη μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τοῦ κράτους. Εἶναι δυνατὸν λοιπόν, ἐν ψυχρῷ, νὰ ἀποδοθεῖ ἡ κατηγορία στὸν Κωνσταντῖνο καὶ νὰ θεωρηθεῖ δολοφόνος; Κάθε ἀνώτατος ἄρχων τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομάζεται δολοφόνος, ἐκτὸς καὶ ἂν ὁ ἀνώτατος ἄρχων χρησιμοποιεῖ τοὺς νόμους. Ἀλλὰ ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία γι᾿ αὐτὸ κατόρθωσε τόσα χρόνια νὰ ἐπιβιώσει· δὲν ἐνεργοῦσε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.

«Τούτῳ Νίκα», ἡ περίπτωση τοῦ Μαξεντίου

Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Μαξεντίου, τοῦ κουνιάδου τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Μαξέντιος ἐπεθύμησε νὰ γίνει ὁ μόνος αὐτοκράτορας καὶ ἐστράφη κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου ἐπικαλούμενος τὸν θάνατο – τὴν δολοφονία κατ᾿ αὐτὸν – τοῦ πατέρα του, τοῦ Μαξιμιανοῦ. Διατάζει τὴν καταστροφὴ τῶν ἀγαλμάτων τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Κωνσταντῖνος μέσῳ τῶν Ἄλπεων ἔρχεται στὴν Ἰταλία καὶ συναντῶνται οἱ δυὸ στρατοὶ στὴν ἰδία γέφυρα τοῦ Τίβερη, δυὸ χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴ Ρώμη. Ἐδῶ ἐμφανίζεται ἡ γνωστὴ θεοσημία, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, κατὰ τὸ ἀπομεσήμερο. Βλέπει δηλαδὴ στὸν οὐρανὸ τὸν Σταυρὸ καὶ τὰ γράμματα ποὺ ἔλεγαν «Τούτῳ Νίκα», ὄχι δηλαδὴ «Ἐν Τούτῳ Νίκα». Μὲ αὐτὸ τὸ σύμβολο θὰ μπορεῖς νὰ νικᾶς, ἂς νικᾶς. Ὁ Λακτάντιος παραθέτει τὸ κείμενο εἰς τὰ Λατινικά. Καὶ λέει πάλι ὅτι ἦταν Σταυρός, ὅτι τὸ εἶδε σὲ ἐνύπνιον ὁ Κωνσταντῖνος, βλέπετε ὑπάρχουν διάφορες ἐκδοχές, καὶ εἶπε ὅτι τὰ γράμματα ἦσαν In Hoc Vincas, Ἐν τούτῳ, ἐδῶ δηλαδὴ ὑπάρχει τὸ In. Ἐν αὐτῷ, δηλαδὴ νὰ νικᾶς. Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος καὶ ὁ στρατός, ὑπάρχουν σχετικὲς πηγές, ἐβεβαίωσαν πὼς τὸ εἶδαν καὶ αὐτοὶ τὸ σύμβολο, ἄρα τὸ εἶδε ὁλόκληρος ὁ στρατὸς καὶ ὄχι μόνον ὁ Κωνσταντῖνος. Γεγονὸς εἶναι ἕνα. Εἴτε ὡς ἐνύπνιον τὸ εἶδε, εἴτε μέρα μεσημέρι στὸν οὐρανό, σημασία ἔχει ὅτι ἀπὸ τότε ὁ Κωνσταντῖνος κατασκευάζει τὸ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ μὲ τὸ μονόγραμμα, τὸ Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σὲ ἕνα στεφάνι. Καὶ εἰς τὶς ἀσπίδες τῶν στρατιωτῶν ἐμφανίζεται τὸ μονόγραμμα.
Ὁ Ζώσιμος ἀποσιωπᾶ τὸ γεγονός, ἐνῷ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ διαψεύσει, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ. Ἀποσιωπᾶ τὸ γεγονὸς ὅπως καὶ ἄλλοι παγανιστὲς συγγραφεῖς. Τὸ ἐπιβεβαιώνουν ὅμως μεταγενέστεροι ἱστορικοί, ὁ Φιλοστόργιος, ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ὁ ἡσυχαστὴς τοῦ 14ου αἰῶνος. Ὁ δὲ Σῳζομενός, ἱστορικὸς τοῦ 5ου αἰῶνος, ἕναν αἰώνα μετὰ τὸν Κωνσταντῖνο μαζὶ μὲ τὸν Σωκράτη τὸν σχολαστικό, λέγει ὅτι οἱ λέξεις «Τούτω Νίκα» ἦσαν ἄγγελοι. Ὅπως τὸ ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ἦταν ὑπερφυὲς θαῦμα, δηλαδὴ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὸ ἴδιο καὶ ὁ Σῳζομενός, τὸ ἑρμηνεύει μὲ τὸ δικό του τρόπο. Στὶς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 312 γίνεται ἡ μάχη. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε 25.000 στρατό, ὁ Μαξέντιος 100.000 καὶ κυριολεκτικὰ συνετρίβη ὁ στρατὸς τοῦ Μαξεντίου. Σπάζει μία γέφυρα τοῦ Τιβέριου ποταμοῦ καὶ πολλοὶ στρατιῶτες πέφτουν στὸ ποτάμι καὶ πνίγονται καὶ μαζί τους καὶ ὁ Μαξέντιος. Πάλι κατηγοροῦν τὸν Κωνσταντῖνο. Ἐμένα μὲ ἐνδιαφέρει στὴν ἔρευνά μου ὁ ὅρος ποὺ χρησιμοποιεῖται: «δολοφόνος ὁ Κωνσταντῖνος». Ξέρετε τί σημαίνει δολοφόνος. Νὰ πεῖτε ὅτι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐπετέθη κατόρθωσε κλπ. νὰ πέσει ὁ Μαξέντιος στὸ ποτάμι καὶ νὰ πνιγεῖ, ἐντάξει τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ δολοφόνος ἀπὸ ποῦ ὡς ποῦ; Ὅταν εἶναι μία μάχη, κατὰ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζεται στάσις, ἐπανάσταση ἐναντίον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Τρία χρόνια μετὰ ὁ Κωνσταντῖνος ἔχτισε τὴ Θριαμβικὴ Ἁψίδα ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι σήμερα στὴ Ρώμη. Τώρα μιὰ ἀντίφαση, στοὺς ἀντιπάλους τοῦ Κωνσταντίνου εἶναι ὅτι δὲν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη τοῦ ἀντιπάλου στρατεύματος. Δὲν ἐφήρμοσε κανένα μέτρο ἐναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπὸν ποιὲς ἀντιφάσεις ὑπάρχουν εἰς τὴν κρίση τοῦ Κωνσταντίνου.

Κρίσπος – Φαῦστα

Χαρακτηριστικότερες ἀπὸ αὐτὲς – νὰ ὁλοκληρώσω αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς – εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ γιοῦ του τοῦ Κρίσπου καὶ ἡ περίπτωση τῆς Φαύστας, τῆς δεύτερης συζύγου του. Τὸ 316 γιόρταζε τὰ δέκα χρόνια τῆς ἀνόδου του εἰς τὸν θρόνο, στὰ ἀνάκτορα. Καὶ ἐξαπλώνεται αὐτόματα ἡ εἴδηση ὅτι συνελήφθη ὁ Κρίσπος καὶ ἐφυλακίσθη εἰς τὴν φυλακὴν τῆς Πόλας εἰς τὴν Ἴστρια – ἀπὸ ἐκεῖ κατήγετο ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας καὶ ἡ οἰκογένειά του, τὴν Ἴστρια. Ὁ Κρίσπος ἦταν ἕνας σοβαρὸς καὶ ἀξιοπρεπὴς νέος με πολλὰ ἡγετικὰ χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, εἶχε περιβληθεῖ ἀνώτατα στρατιωτικὰ ἀξιώματα καὶ ἦταν μάλιστα καὶ ἀρχηγὸς τοῦ στόλου τῆς αὐτοκρατορίας. Μὴ σᾶς φαίνεται περίεργο, ὁ Γκουαρνὲ τῆς Ἰωσηφίνας, ὁ θετὸς γιὸς τοῦ Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονῶν ηὗρε νὰ καταλάβει τὰ Ἐπτάνησα μὲ τοὺς δημοκρατικοὺς Γάλλους. Ἐδῶ φαίνεται τὸ μίσος τῆς Φαύστας. Ὁ Κρίστπος ὑπερτεροῦσε ἔναντι τῶν τριῶν δικῶν της γιῶν. Ἐτίθετο θέμα διαδοχῆς. Ἐπίσης ἡ ἁγία Ἑλένη, ἀγαποῦσε τὸν Κρίσπο γιὰ τὰ προσόντα, τῆς θύμιζε τὸν γιό της στὰ νεανικά του χρόνια. Γίνεται μία σατανικὴ ἐνέργεια. Ἕνα μήνα πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Κρίσπου ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἶχε ἐκδώσει ἕνα νόμο ἐναντίον τῆς μοιχείας. Μοιχεία μὲ ἔγγαμη γυναίκα, ὄχι ἁπλῶς πορνεία. Ἡ τιμωρία ἦταν ὁ θάνατος. Μὲ ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε ἀπὸ τὴν Φαύστα ὁ Κρίσπος, πρῶτον γιὰ συνωμοσία ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίνου καὶ δεύτερον ὅτι τῆς ἐπετέθη, στὴ μητριά του δηλαδή, μὲ ἀνήθικους σκοπούς. Ὁ Ζώσιμος, προσέξτε, ὁ εἰδωλολάτρης ἱστορικός, καὶ ὁ Ἰωάννης Ζωναρᾶς τὸν δωδέκατο αἰώνα δέχονται ὡς ἀβάσιμες τὶς πληροφορίες καὶ ὅλοι οἱ σοβαροὶ ἐρευνητὲς δέχονται ὅτι αὐτὰ μένουν στὸ χῶρο τοῦ θρύλου. Δὲν μπορεῖ νὰ συναγάγει κανεὶς σοβαρὰ συμπεράσματα. Τὸ δίλημμα ποὺ εἶχε ὁ Κωνσταντῖνος σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἦταν ἀνάλογο ἐκεῖνο ἑνὸς μεγάλου νομοθέτη τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τὸν ἕβδομο αἰώνα ὁ Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει πάλλευκος, ὅμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλῶ ὅσους δὲν τὸ ξέρουν νὰ μὴ λένε ζάμπλουτος – ζὰ σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος καὶ ζάλευκος). Ὁ Ζάλευκος εἶναι σύγχρονος τοῦ Χαμουραμπί, ἢ Χαμουράμπι καὶ ἐκδίδει τὴν πρώτη ἑλληνικὴ νομοθεσία – εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ Σόλωνος. Εἶχε λοιπὸν ἕνα νόμο ποὺ ἔλεγε: ὁ κατηγορούμενος καὶ συλλαμβανόμενος γιὰ μοιχεία καταδικάζεται μὲ τὴν ἐξόρυξη τῶν δυὸ ὀφθαλμῶν. Ὁ πρῶτος ποὺ συνελήφθη γιὰ μοιχεία ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Ζαλεύκου. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ βασιλεύς, ὅπως ὁ Κωνσταντῖνος ἀνώτατος δικαστής, νὰ δικάσει. Τί νὰ κάνει; Νὰ τυφλώσει τὸ γιό του ποὺ ὁ στρατὸς τὸν ἤθελε ὡς διάδοχό του καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου; Ρωτάει λοιπὸν σοφότατα ὁ Ζάλευκος τὴν σύναξη: πόσα μάτια ἀπαιτεῖ ὁ νόμος στὴν περίπτωση αὐτὴ ὡς τιμωρία; Καὶ τοῦ εἶπαν δυό. Ἔ, λέει, ἕνα μάτι τοῦ γιοῦ μου καὶ ἕνα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε καὶ αὐτὸς κατὰ τὸ ἕνα μάτι γιὰ νὰ μὴν καταδικάσει μὲ τὴν ἐξόρυξη τῶν δυὸ ὀφθαλμῶν τὸ γιό του.
Αὐτὸ τὸ ἐπικαλούμεθα συνήθως, ὁ Δημινιάτης καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Καλλίνικος γιὰ νὰ δικαιώσουν τὴν περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπικὴ δηλαδὴ θεωρία – ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλου παπᾶ εὐαγγέλιο καὶ ἄλλο θέμα.
Δὲν ἐκτελεῖ τὸν Κρίσπο, ἁπλῶς τὸν φυλακίζει ὁ Κωνσταντῖνος. Ὁ νέος ἐκτελέστηκε μὲ ἄγνωστο τρόπο καὶ δὲν βρέθηκε διάταγμα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ποὺ νὰ καταδικάζει τὸν Κρίσπο σὲ θάνατο, ὅπως ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει. Οἱ ἱστορικοὶ μᾶς λέγουν ὅτι ἡ μόνη ποὺ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν σφραγίδα τοῦ αὐτοκράτορος ἦταν ἡ γυναίκα του ἡ Φαύστα καὶ σ᾿ αὐτὴν ἀποδίδεται ἡ δολοφονία. Ἡ ἀπάντηση λοιπὸν εἶναι ἀδύνατη καὶ ἀνεύθυνη καὶ πρὸς πᾶσα κατεύθυνση. Ἡ Ἑλένη ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ πληροφορήθηκε τὴ συνωμοσία τῆς Φαύστας καὶ ἀπεκάλυψε τὰ πράγματα στὸν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος τότε διέταξε τὴν σύλληψη τῆς Φαύστας. Ὁ Ζώσιμος αὐθαίρετα λέει ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος διέταξε νὰ πνιγεῖ ἡ Φαύστα στὸ λουτρὸ μὲ καυτὸ νερό. Προχθὲς μοῦ ἔστειλαν ἕνα ἄρθρο – θὰ τὸ ἐπικαλεστῶ γιὰ ὀλίγο στὴ συνέχεια – ποὺ ἐπαναλαμβάνει ἕνας ἐχθρὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὰ ὅσα γράφει ὁ Ζώσιμος. Χωρὶς καμία ἄλλη πηγή, χωρὶς διασταύρωση τῆς πληροφορίας. Ἀναπαράγεται λοιπὸν αὐτὴ ἡ κρίση ἀναπόδεικτα. Ἀλλὰ τὸ μύθο τοῦ Ζωσίμου καταρρίπτει ὁ Ἱερώνυμος. Ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας (366-419 μ.Χ). Ἄριστος ἑλληνιστής, εἶχε ζήσει κοντὰ σὲ πατέρες στὴν ἀνατολὴ καὶ μάλιστα κοντὰ στὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο – ἀνατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἀνήκουν στὴν ἴδια ὁμάδα ἀπὸ πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας – ἔζησε ὁ Ἱερώνυμος τὰ γεγονότα, καὶ αὐτὸς παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ θάνατος τῆς Φαύστας ἐπῆλθε τρία ἢ τέσσερα ἔτη μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κρίσπου. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ συνδέονται, καὶ μάλιστα ἄμεσα, τὰ δυὸ γεγονότα; Ἀκόμη καὶ ὁ ἱστορικὸς Γίββων εἰς τὴν ἱστορία του καταθέτει τὴν ἀμφισβήτησή του γιὰ ἕνα τέτοιο θάνατο τῆς Φαύστας. Καὶ ὁ Παπαρηγόπουλος ἐπίσης ἀπορρίπτει μία τέτοια θεωρία. Τὶς περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, τοῦ Κρίσπου καὶ τῆς Φαύστας, καλύπτει θρύλος.

Ἡ στάση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἔναντι τῆς εἰδωλολατρείας

Ποιὰ ἦταν ἡ στάση τώρα τοῦ Κωνσταντίνου ἔναντι τῆς εἰδωλολατρίας. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας τὸ 326, ὁ Κωνσταντῖνος ἔρχεται στὴ Ρώμη γιὰ νὰ γιορτάσει τὰ εἰκοσάχρονα τῆς Βασιλείας του, τὰ δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στὸ Καπιτώλιο νὰ συμμετάσχει σὲ μία στρατιωτική, εἰδωλολατρικὴ γιορτὴ καὶ νὰ προσφέρει τὶς νενομισμένες θυσίες. Ἀρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ ἡ ἄρνηση τοῦ αὐτοκράτορος νὰ τελέσει τὰ καθήκοντά του ὡς ἐθνικός, ὡς εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει νὰ ξέρουμε, θὰ τὸ πῶ παρενθετικά, γιατί ἐδιώκετο ὁ Χριστιανισμός, κυρίως τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες; Ἀλλὰ δὲν σταμάτησαν ποτὲ οἱ διωγμοὶ αὐτοί, μέχρι σήμερα. Ἐδιώκετο διότι δὲν ἀπεδέχετο ἄλλες θεότητες. Ἡ φράσις τῆς λειτουργίας: «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός», κατὰ τοὺς μεγάλους λειτουργιολόγους, εἰσῆλθε εἰς τὴν θεία λειτουργία ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα. «Εἷς Ἅγιος», ἦταν ἀπάντηση στοὺς Ἐβραίους· ἕνας εἶναι ὁ Ἅγιος ποὺ ἁγιάζει, ὁ Τριαδικὸς Θεός. «Εἷς Κύριος», ἕνας βασιλιάς, ἕνας αὐτοκράτορας, ἀπευθύνεται στοὺς Ῥωμαίους. Ἕνας εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ βασιλιὰς ὁ δικός μας. Κι αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνει τὸ 160 περίπου στὴ δίκη του, ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, ἐπίσκοπος Σμύρνης. Τί τοῦ εἶπε ὁ Στάτιος ὁ Κονδράτιος, ὁ διοικητὴς τῆς Σμύρνης; «Ὤμοσον τοῦ Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στὸ ἄγαλμα τοῦ Καίσαρα. Διότι ὁ Καίσαρ ἦταν Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς.
Τιμοῦσαν τὸ πνεῦμα τοῦ Καίσαρος καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ῥώμης, μὲ ἀγάλματα μὲ θυσίες, ἐτιμῶντο ὡς θεότητα. Ἄρα δὲν θὰ εἶχε ἀντίρρηση ἡ Ρώμη οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἰσαγάγουν μία νέα θεότητα εἰς τὴν πανσπερμία τῶν θεοτήτων – ὁ Ὀράτιος ἔλεγε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ «ὑπάρχουν περισσότεροι θεοὶ ἀπ᾿ ὅσον ἄνθρωποι» - ὁπότε δὲ θὰ ἠρνεῖτο ἡ Ῥώμη ἐὰν πρῶτα ἐδέχοντο τὴ θεότητα τοῦ Καίσαρος καὶ τῆς Ρώμης. Γι᾿ αὐτὸ ἐδιώκοντο οἱ Χριστιανοί. Ἦταν ἀπηγορευμένη ἑταιρεία – ὁμάδα διότι δὲν ἐδέχετο «οὓς ἡ πόλις», γιὰ νὰ ἐπαναλάβω τὸ Σωκράτη, «οὓς ἡ πόλις ἐνόμιζε θεούς», κατὰ νόμον ἐδέχετο ὡς θεότητες. Αὐτὸ λοιπὸν λειτουργεῖ μ᾿ ἕναν τρόπο περίεργο στὴ συνείδηση τῶν εἰδωλολατρῶν ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ ποὺ ἐτιμᾶτο ὡς θεὸς – καὶ ὁ Κωνσταντῖνος μέχρι τότε ἐτιμᾶτο – ἀρνεῖται νὰ προσφέρει τὰ νενομισμένα ὅπως ἐπέβαλε ἡ θρησκεία τῆς Ρώμης. Ὕστερα ἀπ᾿ ὅσα εἶχε βιώσει εἰς τὴν Σύνοδο τῆς Νικαίας, δὲν μποροῦσε νὰ δεχθεῖ ὅλα αὐτά.
Ἐπίσης κατὰ τὸν Ζώσιμο, προκάλεσε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθοῦν καὶ νὰ τὸν προσβάλουν, ἐβεβήλωσαν τὰ ἀγάλματά του. Δηλαδὴ χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατὰ τοῦ προσώπου στὰ ἀγάλματα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ ἐκεῖνος, εἰρηνικότατα, ὅταν τοῦ εἶπαν τί εἶχε γίνει, ἔπιασε τὸ πρόσωπό του καὶ εἶπε «εὐτυχῶς ἐγὼ δὲ βλέπω κανένα τραῦμα στὸ πρόσωπό μου». Δὲν καταδίωξε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ οὔτε καὶ τήρησε ἰδιαίτερα φιλικὴ στάση ἀπέναντί τους. Μὲ ἐπιστολὲς τοῦ συμβούλευε τοὺς κατοίκους τῆς χώρας καὶ τῶν περιοχῶν ποὺ ὑπῆρχαν εἰδωλολάτρες νὰ στραφοῦν πρὸς τὴ χριστιανικὴ πίστη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀγαπήσουν οἱ ἐθνικοί; Αὐστηρότητα ἔδειξε μόνον πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Γι᾿ αὐτὸ πότε ἐξόριζε τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, πότε ἐξόριζε τὸν Ἄρειο. Διότι ἕνας ἄρχοντας, γιὰ νὰ καταλαβαίνουν οἱ διοικοῦντες, ἐνδιαφέρεται σὲ κάθε ἐποχὴ γι᾿ αὐτὸ ποὺ λέει ἡ λαϊκὴ φράση: ἡσυχία, τάξη καὶ ἀσφάλεια. Ἤθελε δηλαδὴ νὰ ἀποφύγει τὶς ἄκαιρες διενέξεις καὶ τὶς συγκρούσεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, γιὰ νὰ προφυλαχθεῖ κατὰ πολλοὺς ἱστορικούς, ἐπειδὴ τὸν ἀπειλοῦσαν μὲ δολοφονία οἱ Ἀρειανοί, ἐστάλη εἰς τὴν Δύση. Ἐξόριστος στὴ Ρώμη, 335-336, καὶ στὰ Ρέμιδα τὸ σημερινὸ Πρίρ, τὴ γενέτειρα τοῦ Μάρξ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐστάλη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ μετέφερε τὸ μοναχισμὸ τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου καὶ τοῦ ἁγίου Παχωμίου, τὸ κοινοβιακὸ μοναστήρι. Δὲν ἀδίκησε τὴν ἐθνικὴ θρησκεία. Κατὰ τὸν Ζώσιμο ἐπέβλεψε τὴν ἀνοικοδόμηση ἐθνικῶν ναῶν.
Ἡ συνάδελφος στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν στὴ Φιλοσοφική, ἡ κυρία Πολύμνια Ἀθανασιάδη, ἔχει μία σπουδαία ἐργασία, εἰς τὴν ὁποία λέει ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴ Νίκαια ὁ Κωνσταντῖνος χρηματοδότησε, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ κράτους, τέσσερις ναούς. Δυὸ εἰδωλολατρικοὺς καὶ δυὸ χριστιανικούς. Δηλαδὴ προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει τὴν ἰσορροπία καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἰσότητα καὶ ἑνότητα τῶν πολιτῶν. Ἐπίσης χρηματοδότησε τοὺς ναοὺς τῆς ἁγίας Ἑλένης, τὴν Ἐκατονταπυλιανὴ τῆς Πάρου, τοὺς ναοὺς ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται καὶ σήμερα στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴ Βηθλεέμ, στὸ Σταυροβούνι, στὴ σκήτη ποὺ μετέφερε ἡ ἁγία Ἑλένη μεγάλο τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ οὕτω καθεξῆς. Συγχωρῆστε με, βλέπω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, καὶ δὲ θὰ τὸ διαβάσω ὁλόκληρο, καὶ πολλοὶ νεοπαγανιστὲς μᾶς κατηγοροῦν λέγοντας «δὲν εἶναι Τίμιος Σταυρὸς αὐτό, ἀλλὰ δάσος ὁλόκληρο». Μὴ νομίσητε ὅτι ὅποιος ἔχει Τίμιο Ξύλο εἶναι ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὰ λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων καὶ μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ξύλο ἁγιάζεται καὶ λέγεται καὶ αὐτὸ Τίμιο Ξύλο ἀλλὰ δὲν ἀνήκει στὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε τώρα. Ἄλλο στὴ Μονὴ Ξηροποτάμου καὶ στὴ Μονὴ Σταυροβουνίου στὴν Κύπρο ποὺ ὑπάρχει μεγάλο τμῆμα τοῦ Σταυροῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν πολλοὶ σταυροὶ ποὺ κόπτονται, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο παράγονται φυλαχτὰ ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση ἐξ ἐπαφῆς μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ πατέρας τοῦ Κωνσταντίνου εἶχε εὐνοήσει τοὺς Χριστιανοὺς μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἐφήρμοζε τὰ διωκτικὰ διατάγματα τοῦ Διοκλητιανοῦ ἀπέναντί τους. Τὴν ἴδια πολιτικὴ ἀκολούθησε καὶ ὁ Κωνσταντῖνος.
Ὁ Κωνσταντῖνος συνέβαλε στὴ νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἕνα τεράστιο ἐγκληματικὸ λάθος – μακάρι νὰ ὀφείλεται σὲ ἄγνοια – εἶναι τὸ διαθρυλούμενο καὶ ἐπαναλαμβανόμενο πολλάκις ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀνεκήρυξε ἐπίσημη θρησκεία τὸ Χριστιανισμὸ – ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Αὐτὸ θὰ γίνει στὶς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 380 ἀπὸ τὸν Ἱσπανικῆς προελεύσεως καὶ θερμόαιμο αὐτοκράτορα, τὸν Θεοδόσιο τὸν Α´, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐξησφάλισε ἐλευθερία σὲ κάθε θρήσκευμα, ὁπότε καὶ οἱ Χριστιανοὶ ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ λατρεύουν ἐλεύθερα τὸ Θεό τους. Ὄχι ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τεράστιο ἱστορικὸ λάθος καὶ ψέμα συγχρόνως. Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παπαρηγόπουλος λέγει ὅτι «πρὸς τὸν Χριστιανισμὸ ὁ Κωνσταντῖνος ἠδύνατο νὰ πολιτευτεῖ καὶ ἄλλως, ἢ ὅπως ἐπολιτεύθη, ἠδύνατο νὰ μὴν προστατεύσει καὶ νὰ τὸν καταδιώξει». Ἄρα μόνο σὲ μεταφυσικές, κυρίως ὑπερφυσικὲς παρεμβάσεις μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ Κωνσταντίνου βλέπει ὁ Παπαρηγόπουλος τὴν στάση του ἔναντι τῶν Χριστιανῶν. Καὶ κάτι σημαντικό. Κανεὶς πολιτικὸς δὲν στηρίζεται ποτὲ εἰς τὴν μειοψηφία ἀλλὰ πάντα στὴν πλειοψηφία. Εἴτε γιὰ νὰ ἐπιτύχει στὶς ἐκλογὲς εἴτε γιὰ νὰ ἐπιτύχει τοὺς δικούς του στόχους. Καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μέχρι τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ δείχνει τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν Χριστιανισμό, ποιὸς ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν Χριστιανῶν στὴν Αὐτοκρατορία; Ὀκτὼ μὲ δέκα τοῖς ἑκατό. Αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ σὲ μία σπουδαιότατη ἐργασία του ὁ Ἄντολφ φὸν Χάρμερ, ἕνας μεγάλος ἱστορικὸς φιλευθέρας ἰδεολογίας εἰς τὴν Εὐρώπη, εἰς τὴν Γερμανία «Ἡ ἐξάπλωσις τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες». Ὀκτὼ μὲ δέκα τοῖς ἑκατό. Μειοψηφία ἦσαν αὐτὴ τὴν ἐποχὴ οἱ Χριστιανοί.
Ἐπίσης ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, γιὰ μένα, καὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ εἶναι Μέγας καὶ ἅγιος τῆς ἐκκλησίας. Ἅγιος σημαίνει ὅτι ἔχει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του, αὐτὸ σημαίνει, ὄχι ἀλάθητος. Ἔχει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ζωντανὴ καὶ αἰσθητή. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος αὐτοκαταργήθηκε σὲ κάποια στιγμὴ ὡς αὐτοκράτωρ, δεχόμενος τὸν δημοκρατικότερο θεσμὸ τῆς Ἱστορίας ποὺ εἶναι ἡ Σύνοδος, τὸ Συνοδικὸ σύστημα. Τὸ 311 καὶ ἐν συνεχείᾳ 313-314 ξέσπασε μία μεγάλη διένεξις, γιὰ τὸ σχίσμα τῶν Δονατιστῶν. Μάλωναν μεταξὺ τοὺς οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ἀνῆκαν στὸν Δονᾶτο καὶ οἱ ἄλλοι στὸν νόμιμο ἐπίσκοπο, σὲ ποιὸν ἀνήκουν οἱ ναοὶ καὶ οἱ περὶ τοὺς ναοὺς τίτλοι καὶ τὰ ἀγροτεμάχια. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ποὺ ἔπρεπε νὰ δικάσει τὴν ὑπόθεση, αὐτοκαταργεῖται ἀπὸ «Ὕψιστος Δικαστὴς» καὶ λέγει εἰς τὸν Μιλτιάδη, Ἕλληνα ἐπίσκοπο Ρώμης, τῆς Παλαιᾶς Ρώμης: «ἔχετε σύλλογο, δικάστε μὲ τὸν συνοδικὸ σύλλογο». Ἔτσι φθάσαμε στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὅταν λέμε δὲ ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἦταν πρόεδρος τῆς Συνόδου – μὲ συγχωρεῖτε ἀλλὰ δὲν ξέρω γράμματα, νὰ διαβάσω τὰ κείμενα – ὁ καθηγητὴς Βλάσιος Φειδᾶς, συνάδελφός μας ἔχει δημοσιεύσει ἕνα βιβλίο γιὰ τὴν προεδρία τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ πηγὲς μᾶς λένε, ἀναλυόμενες κριτικὰ ἀπὸ τὸν κύριο Φειδᾶ καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐπιστήμονες, τελευταῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ γράφει ὁ κύριος Φειδᾶς, ὅτι πρόεδρος ὑπῆρξε ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος.
Ἄλλο ὁ πρόεδρος ποὺ συντονίζει τὶς συζητήσεις καὶ ἄλλο ὁ συγκαλέσας τὴ Σύνοδο. Μόνο ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε δικαίωμα νὰ δώσει ἄδεια στοὺς ἐπισκόπους ἀπὸ ὅλο τὸ μῆκος καὶ πλάτος τῆς αὐτοκρατορίας νὰ κινηθοῦν πρὸς τὴν πρωτεύουσα καὶ μάλιστα ἐδῶ πρὸς τὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ξέρετε αὐτὸ καὶ ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ ἰσχύει καὶ ἐπὶ Παλαιᾶς Ρώμης· ἴσχυε καὶ ἐπὶ Κατοχῆς. Μποροῦσε νὰ κυκλοφορήσει κανεὶς ἂν δὲν εἶχε ἄδεια τῆς γερμανικῆς διοικήσεως καὶ στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς «πετάγομαι μέχρι τὴ Ρώμη γιὰ ψώνια» ἂν δὲν εἶχε ἄδεια τῆς ἀστυνομίας; Διότι ἐφοβοῦντο στάση, ἐξεγέρσεις. Αὐτὸ ἴσχυε πολὺ περισσότερο στὴν ἀχανῆ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Ὁ Κωνσταντῖνος ὅμως καὶ οἱ μετέπειτα αὐτοκράτορες δίνει τὴν ἄδεια νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος. Προσφωνεῖ τοὺς Πατέρες τῆς Συνόδου σὲ ἄπταιστα ἑλληνικά, ἦταν ἐγκρατέστατος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀποσύρεται καὶ τὸ ἔργο τῆς Συνόδου διεξάγεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὁ Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ὁ Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδρείας, διάκονος ἀκόμη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος – καταλαβαίνετε γιὰ ποιὰ πρόσωπα μιλοῦμε. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε πρόεδρος τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅπως θὰ συμβεῖ καὶ στὴ μετέπειτα ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ μοῦ πεῖ κανείς, συζητήσεις, ἐπηρεασμοὶ εἰς τὰ μετόπισθεν μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν πάντοτε. Ἀλλὰ ὅταν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν ἅγιοι, ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ, οὐδεμία ἐπιρροὴ εἶναι δυνατή. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα σήμερα. Μπορεῖ νὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος; Ἂν δὲν ἔχουμε θεουμένους, δὲ μποροῦμε νὰ ἔχουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἤ, ἂν δὲν ἔχουμε ἐπισκόπους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀκολουθοῦν τοὺς ἁγίους τοὺς θεουμένους· διαφορετικά, ὅποια Σύνοδος ποὺ θὰ γίνει στὸ μέλλον ποὺ θὰ διεκδικήσει τὸν τίτλο Πανορθοδόξου καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ θὰ ἐναντιώνεται εἰς τὸν λόγο καὶ τὴν πολιτεία καὶ τὴν πράξη τῶν θεουμένων, δηλαδὴ τῶν ἁγίων, θὰ ἀποδειχθεῖ καὶ εὔχομαι νὰ μὴ γίνει αὐτό, ψευδοσύνοδος, λῃστρικὴ σύνοδος. Ἐπίσης, ἀπὸ ἑλληνολάτρης ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινε πραγματικὰ πιστὸς εἰς τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔγινε ὑπέρμαχος τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ὅπως ἀποδεικνύει ἤδη τὸ ἔτος 313 μὲ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, χωρίς, ὅπως εἶπα, νὰ διακηρύξει ἐπίσημη καὶ μοναδικὴ θρησκεία τὸν Χριστιανισμό.

Τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων

Τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, ὁ Λακτάντιος τὸ περιέχει στὸ ἔργο του καὶ ὁ Εὐσέβιος εἰς τὴν Ἱστορία του. Τί περιεῖχε τὸ διάταγμα. Παρεῖχε ἐλευθερία λατρείας. Γενικά, σὲ κάθε θρησκεία. Κατήργησε τοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἴσχυαν ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν καὶ οἱ τόποι λατρείας – ποὺ τοὺς εἶχαν ἁρπάξει οἱ εἰδωλολάτρες – ἐπεστράφησαν στοὺς Χριστιανούς. Ἤ, ὅπου δὲν ἦταν δυνατὸ αὐτό, οἱ Χριστιανοὶ ἔπαιρναν ἀποζημίωση γιὰ τοὺς τόπους λατρείας ποὺ εἶχαν ἁρπαγεῖ. Εἴπαμε γιὰ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀνύψωσε συγχρόνως τὸν ἑλληνισμὸ σὲ πολιτικὴ καὶ ἐκπολιτιστικὴ δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ὁ Κωνσταντῖνος χρησιμοποιεῖ τὴ γλώσσα τῆς Ρωμανίας, τῆς αὐτοκρατορίας, τῆς Ἑλληνικῆς δηλαδὴ αὐτοκρατορίας ἡ ὁποία ἐκτεινόταν ἀπ᾿ τὴ Δύση μέχρι τὸ βάθος τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ γλῶσσες ἦταν δυό, λατινικὰ καὶ ἑλληνικά. Ὁ Κωνσταντῖνος μιλεῖ ἑλληνικὰ στὴ Σύνοδο ὅπως καὶ στὴ Σύνοδο τὸ 324, στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ὁλοκληρώνει τὴν αὐτοταπείνωσή του καὶ τὴν ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου, τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, ὅταν λέγει στοὺς ἐπισκόπους τὸ περίφημο ἐκεῖνο: «Ἐσεῖς εἶστε ἐπίσκοποι τῶν ἐντός, μέσα δηλαδὴ στὰ πνευματικά, στὰ sacra interna τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγώ, ὁ αὐτοκράτωρ, ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καθιστάμενος ἐπίσκοπος τῶν ἐκτὸς ἂν εἴη». Ὅσοι εἶστε φιλόλογοι ξέρετε τί σημαίνει αὐτὸ τὸ «ἂν εἴη». Θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι ἐφόσον μοῦ τὸ ἀναγνωρίζετε, ἐπίσκοπος, ποὺ θὰ ἐπιβλέπω δηλαδὴ τὰ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ἐκτὸς τοῦ ἁγίου βήματος. Μποροῦμε νὰ συναγάγουμε τὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὶς μετέπειτα ἐπιδρομὲς κυριολεκτικὰ ὄχι μόνο στὴν Ἑλλάδα, εἰς τὰ sacra interna τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων ἐκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεῖ τὴν στάση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ πολλῶν ἄλλων αὐτοκρατόρων μας στὴν αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης. Δυὸ τρία πραγματάκια γιὰ νὰ κλείσω.

Ἔργα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου

Ἀνέτρεψε τὴν πορεία τῆς ἱστορίας, μὲ τὶς θρησκευτικὲς καὶ ἀστικὲς ἀλλαγὲς τὶς ὁποῖες ἐπέφερε. Μιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς ἦταν ἡ ἀπελευθέρωση, ἡ δυνατότητα στοὺς δούλους νὰ γίνουν ἀπελεύθεροι. Δὲν καταργεῖ τὴ δουλεία, δηλαδὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ καταργηθεῖ, ἀλλὰ ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὴν πρὸς Φιλήμονα ἐπιστολή, ἀλλάζει τὸ περιεχόμενο τῆς δουλείας. Γίνεται ἀδελφὸς ὁ δοῦλος. Γίνεται δηλαδὴ συνεργάτης κι ὅπως ἐμεῖς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι -κύριε πρόεδρε δὲν εἴμαστε δοῦλοι κανενὸς – ὅποια στιγμὴ θέλουμε λέμε τὰ βροντάω καὶ φεύγω – κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅταν ὁ δοῦλος ἀνεγνωρίζετο ὡς ἄνθρωπος, ὡς ἀνθρώπινον πρόσωπον, δὲν ἦταν πλέον δοῦλος ἀλλὰ συνεργάτης πρὸς τοὺς πρώην κυρίους του. Εἶναι ὁ πρῶτος ἔπειτα Ρωμιὸς αὐτοκράτορας, δηλαδὴ ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας στὴν Ἱστορία, μὲ ποιὰν ἔννοια: εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος χτίζει τὴ Νέα Ρώμη, τὴ νέα πρωτεύουσα. Ἀπὸ τὸ 326 ἀρχίζει ἡ ἀναζήτηση πόλεως – δὲν ἰκανοποιεῖτο μὲ τὸ λατινόφωνο περιβάλλον τῆς Δύσεως καὶ κατάλαβε ὅτι ἡ τύχη τῆς αὐτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στὴν ἀνατολή. Ἐκεῖ θὰ ἔτρεχε τὸ μεγάλο παιχνίδι ποὺ τὸ ἔπαιξε γιὰ χίλια ἑκατὸ χρόνια καὶ περισσότερο – μέχρι σήμερα τὸ παίζει, οἰκουμενικά. Ὁ Ἑλληνισμὸς διατηρεῖ τὴν οἰκουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικὰ μὲ τὴ Νέα Ρώμη, μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε ἐπιλέξει, τόσο ἀνθέλληνας ἦταν, εἶχε ἐπιλέξει στὴν ἀρχὴ τὴν Τροία. Ἐκεῖ ἤθελε νὰ χτίσει τὴν πρωτεύουσα. Τὰ λέει ὁ ἱστορικὸς Σῳζομενός. Ἐν συνεχείᾳ ὅμως κατάλαβε τὴ σημασία τῆς περιοχῆς τοῦ παλαιοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἦταν ἐρείπια τώρα, ποὺ ἔλεγχε τὸ πέρασμα πρὸς τὴ Μαύρη θάλασσα, τὰ στενὰ δηλαδὴ τοῦ Βοσπόρου. Ὁ Παπαρηγόπουλος τὸ εἶχε ἐπιχειρήσει, ὁ Γίββων τὸ εἶχε ἐπιχειρήσει καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἱστορικοί, μέτρησαν τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μέχρι τὴ Θούλη τῆς Ἰσλανδίας καὶ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μέχρι τὴν Κίνα. Εἶναι περίπου τὰ ἴδια χιλιόμετρα. Ἀντελήφθη ὁ Κωνσταντῖνος ὅτι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου ἦταν αὐτὴ ἡ νέα πόλη. Μάλιστα ὅταν ἐχάρασε τὴν πόλη, τὸν ρωτοῦσαν οἱ ἀξιωματικοί: «ποὺ μᾶς πᾶς, πολὺ μακριὰ χαράσσεις τὰ ὅρια τῆς πόλης». Ἔχουμε δεύτερη χάραξη μὲ τὸν Θεοδόσιο καὶ τρίτη χάραξη μὲ τὸν Ἰουστινιανὸ καὶ μετέπειτα. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶπε: «δὲν μπορῶ νὰ σταματήσω γιατί μὲ ὁδηγεῖ αὐτὸς μπροστά». Δηλαδὴ ἐπεκαλέσθη ὑπερφυσικὲς παρεμβάσεις, κάποιος ἄγγελος, ποὺ ὁδηγοῦσε τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο. Αὐτό, ἢ εἶναι ἀλήθεια, ἢ εἶναι ψέμα, δὲν εἶναι τὸ πρόβλημά μας. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ διορατικότητα καὶ ἡ ὀξυδέρκεια αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν ρόλο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ παίξει ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Νέα Ρώμη δηλαδή, στὴν περιοχὴ αὐτή.
Ἔγινε ὁ αὐτοκράτωρ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχασε κανένα πόλεμο. Δὲ νικήθηκε ποτὲ οὔτε ἐσωτερικά, οὔτε ἐξωτερικά. Κατήργησε τὸ σῶμα τῶν πραιτοριανῶν, ποὺ εἶχαν φτάσει στὸ σημεῖο νὰ θεωροῦνται οἱ κύριοι τῶν αὐτοκρατόρων, κατήργησε τὴν ποινὴ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, ἀνανέωσε τὸ οἰκογενειακὸ δίκαιο, κατεδίκασε τὴ μοιχεία ὅπως εἴδαμε, μὲ νόμους ἀνύψωσε τὴ θέση τῆς μητέρας, προστάτεψε τὴν οἰκογένεια καὶ τὰ παιδιὰ ἀπ᾿ τὴν κατάχρηση τῆς πατρικῆς ἐξουσίας καὶ τὰ κορίτσια ἀπ᾿ τὴν ἀπαγωγή. Ρύθμισε τὰ ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Ὅλη ἡ πολιτεία του δείχνει ὅτι ἐνεργοῦσε ὡς χριστιανός. Μὲ νόμο τιμωροῦσε ἐκείνους ποὺ προξενοῦσαν τὸν θάνατο τῶν σκλάβων καὶ περιόρισε τὴ βία καὶ τὴ σωματικὴ τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο γιὰ τὸν 4ο αἰώνα: ἀπαγορεύει τὸν στιγματισμὸ στὰ πρόσωπα τῶν σκλάβων. Εἶχαν τὴ συνήθεια δηλαδὴ νὰ στιγματίζουν μὲ σπαθί, καμένο σπαθί, τὰ πρόσωπα τῶν σκλάβων. Καὶ ἔλεγε ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ μᾶς φέρει εἰς τὸν Θεόν. Τὸ κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, ἀφοῦ πλαστήκαμε ἔτσι. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀχρειώνεται ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στοὺς σκλάβους; Δὲν ξέρω πόσοι χριστιανοὶ ἐνεργοῦν κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἐπέφερε τὴν εἰρήνευση καὶ τὸ τελευταῖο ἐρώτημα:

Ποιὰ ἡ σχέση του μὲ τὸν Χριστιανισμό

Ποιὰ ἡ σχέση του μὲ τὸν Χριστιανισμό. Ἔχουν γραφεῖ πολλά. Ἑκατοντάδες, γιὰ νὰ μὴν πῶ χιλιάδες βιβλία καὶ ἄρθρα. Μιλοῦν γιὰ σκοπιμότητα, καὶ σὰς μίλησα ἤδη γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ὡς μειοψηφία. Ὁ δάσκαλός μας, ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Φυτράκης, τὸ 1945 κατέθεσε τὴ διδακτορική του διατριβὴ μὲ τὸν τίτλο «Ἡ πίστις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ». Μελετώντας ὅλες τὶς ἀρχαῖες καὶ τὶς νεότερες πηγές, ὑπογραμμίζει τὴν τιμὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου πρὸς τοὺς μάρτυρες. Ἀπεδέχετο πληρέστατα τὴν περὶ τοῦ μαρτυρεῖν καὶ μαρτύρων θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα γονυπετὴς προσήυχετο μπροστὰ στοὺς μάρτυρες, κατεσκεύασε δὲ μαρτύριον, τόπον συναγωγῆς λειψάνων – ἤθελε νὰ συναγάγει, νὰ συγκεντρώσει τὰ λείψανα τῶν ἀποστόλων – σ᾿ αὐτὸ θὰ προχωρήσει ὁ Κωνστάντιος ὁ γιός του, δὲν ἐτελεσφόρησε: ἕξι ἀποστόλων βρῆκαν τὰ λείψανα – δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω τώρα μὲ αὐτό, γιὰ νὰ ταφεῖ μεταξὺ τῶν μαρτύρων. Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ βαπτισθεῖ στὸν Ἰορδάνη διότι ἔμαθε ὅτι ὁ Ἰορδάνης ἔχει ἁγιαστικὰ ὕδατα λόγω τῆς ἐκεῖ Βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε: κι ἂν βαπτίστηκε περὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ποὺ δὲν ἤξερε ὁ Κωνσταντῖνος πότε θὰ ἔρθει – ὅπως κανείς μας δὲν ξέρει, ἐγὼ δὲν ξέρω ἂν θὰ βγῶ ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα ζωντανὸς ὄρθιος καὶ ἂν δὲν πάω γιὰ νὰ κηδευθῶ στὴν Ἀθήνα. Κανεὶς δὲν ξέρει τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ζωῆς του.
Ὁ Κωνσταντῖνος ἐφήρμοζε τὴν πρακτικὴ τῶν Χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι παιδὶ τῆς ἐποχῆς του. Θέτω ἐρώτημα σεβαστοὶ πατέρες καὶ θεολόγοι, θέτω ἐρώτημα πολλὲς φορὲς στὴ σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, ποῦ κοινωνοῦσαν στὴν Ἀθήνα ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος; Πουθενὰ δὲν κοινωνοῦσαν. Ἐκκλησιάζοντο εἰς τοὺς ἁγίους Ἰσιδώρους ποὺ λέμε σήμερα, στὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖ στὸ Λυκαβηττό, ἀλλὰ ἐβαπτίστηκαν γύρω στὰ τριανταδύο τους χρόνια. Ἐὰν δὲν γύριζαν ἀπὸ ὅλους τοὺς πνευματικοὺς νὰ αἰσθανθοῦν ὅτι προχωροῦν στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, δὲν ἐβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπὸν ὅτι ἦταν κοινὴ συνήθεια. Ποιὸς ἦταν ὁ πνευματικὸς τοῦ Κωνσταντίνου. Δὲν ἦταν ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας. Ἦσαν φίλοι, ἐγνωρίζοντο ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρική του περίοδο. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ζήτησε στὶς τελευταῖες στιγμὲς ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικομηδείας – ποὺ ἦταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Νέας Ρώμης – νὰ βαπτιστεῖ. Καὶ λένε, μὰ πῆρε βάπτισμα εἰδωλολάτρη. Ἀφῆστε τὸν Θεὸν νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει. Καὶ θὰ σᾶς πῶ γιατὶ ὁ Θεὸς κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει. Ὅταν ὁ ἕνας δὲν ἔχει συνείδηση ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι εἰδωλολάτρης τότε κανεὶς λόγος δὲ μπορεῖ νὰ γίνει γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἁπλούστατα, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος πνευματικὸ σύμβουλο εἶχε μία μεγάλη ἀσκητικὴ μορφὴ τῆς ἐποχῆς, τὸν Ὅσιο Κορδούης. Μὲ αὐτὸν συνελέγετο, μὲ ἕναν μεγάλο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Κόρδοβας τῆς Ἱσπανίας, Ὅσιος Κορδούης. Ἡ Ἐκκλησία τὸν τιμᾶ ὄχι γι᾿ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν συνήθως, ὄχι γιατὶ προσέφερε εὐεργεσίες καὶ λοιπά.
Γιὰ νὰ καταλάβετε γιατί τὸν τιμᾶμε ὡς ὀρθόδοξο, ἀνοῖξτε τὸ μηναῖο τῆς 21ης Μαΐου γιὰ νὰ δεῖτε τὶς ἀκολουθίες, τὰ τροπάρια ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο καὶ στὴν ἁγία Ἑλένη. Πρῶτος λόγος: «ὡς ὁ Παῦλος οὐρανόθεν τὴν κλήσην ἐδέξατο.» Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐπήγαινε εἰς τὸν Κορνήλιον, ἔλεγεν εἰς τὸν Χριστὸν: «μὰ ποῦ νὰ πάω;» ποὺ τοῦ ἐμφανίσθη σὲ ὅραμα. Καὶ τοῦ ἔλεγε «ἃ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε, σὺ μὴ κοίνου» - μὴ μολύνεις τὰ πράγματα ποὺ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε. Καὶ ὅταν πῆγε στὸν Κορνήλιο τὸν ἑκατόνταρχο τὸν Ρωμαῖο, τὸν βρῆκε νὰ ἔχει θεοπτικὲς ἐμπειρίες. Ὁπότε, τὰ εἶχε ἑτοιμάσει ὅλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Καὶ τότε ὁ Πέτρος ὑποχώρησε καὶ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει, νὰ βαπτίσει τὸν Κορνήλιο, ποὺ εἶχε χρόνο μπροστὰ τοῦ ζωῆς γιὰ νὰ βαπτιστεῖ. Ἑπομένως, καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, «οὐρανόθεν τὴν κλήσιν ἐδέξατο», ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸ εἶναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μοῦ ἔλεγε, μὰ εἶναι βέβαιο; Ἀφοῦ φτάνει στὰ ὅρια τοῦ θρύλου, κι αὐτὸ μολονότι ἔχουμε ἀρχαῖες πηγὲς ποὺ μαρτυροῦν τὸ ὅραμα ἢ τὸ θεοπτικὸ βίωμα ποὺ ἔζησε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Ἐμένα μὲ ἐνδιαφέρουν, σεβαστοὶ πατέρες, τὰ ἁγιολογικὰ κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ποῦ στηριζόμαστε. Ὄχι βοήθησε, ἔδωσε, ἔχτισε καμπαναριὰ καὶ ναοὺς καὶ ἄλλα. Ξέρετε, ἡ Ὀρθοδοξία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παπισμό, τὸ λέγω γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὸ ξέρουν, δὲν ἁγιοποιεῖ κανέναν. Ἁγιοποίηση, παρακαλῶ νὰ ξεχαστεῖ ὁ ὄρος. Εἶναι βλασφημία. Δὲν ὑπάρχει ἁγιο-ποίηση στὴν Ὀρθόδοξη, στοὺς ἁγίους Πατέρες. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τί ὑπάρχει: ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος. Ὁ Θεὸς μὲ ἔκτατες ἐπεμβάσεις, μὲ λείψανα ποὺ εὐωδιάζουν, ποὺ θαυματουργοῦν, μὲ τὰ λείψανα καὶ μὲ τὶς θεοσημεῖες αὐτὲς ἀποδεικνύει τὴν ἐπέμβασή του στὴ συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμᾶμε τὸν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ διατηρηθέντα καὶ ἀναγνωρισθέντα ἅγιο.
Τὸ δεύτερο εἶναι, στὴν Κωνσταντινούπολη, οἱ ντόπιοι ἐκεῖ, ἔλεγαν καὶ ἔψαλαν ὅτι ἡ λάρνακα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ἰάματα. Ἐὰν πάει κανεὶς στὴν Κέρκυρα, συγχωρῆστε μου αὐτὴ τὴν ἀναφορά, καὶ πεῖ ὅτι ἡ λάρναξ τοῦ Μεταλληνοῦ βρύει ἰάματα θὰ γελάσει ὁ κάθε ἕνας. Διότι ὄχι δὲν πέθανα ἀκόμη ἀλλὰ διότι δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ θεραπεύει τὸ ἁγίασμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸν τάφο. Γιὰ νὰ τὸ λένε γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο δὲν ξεγελιῶνται οἱ ντόπιοι τουλάχιστον. Ὁ ἱστορικὸς Σῳζομενὸς λέγει πάλι γιὰ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα «τὰ δὲ θαυμάσια αὐτοῦ ἴασι...» τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνα. Καὶ τὸ τρίτον εἶναι ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος «ἐκράτυνε τὴν πίστιν της Νικαίας», μὲ τὸ νὰ ἐπιτρέψει νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος καὶ νὰ ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνεδείχθη ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκράτυνε, ἰσχυροποίησε πραγματικὰ τὴν πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα ἐνθυμεῖσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, καὶ τὸ σύμβολον ἐπλήρωσε. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων ἐπικυρώνει μὲ τὸ θαῦμα τῆς κεράμου τὸ σύμβολο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἁπλῶς κρατύνει τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, ἐπειδὴ εἶχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ αὐτοκαταργηθεῖ ἀπὸ κύριος τοῦ κόσμου καὶ νὰ δεχθεῖ τὸν Συνοδικὸν θεσμόν. Μιὰ τελικὴ κρίση, δυὸ λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Ἔχω κάνει μία σχετικὴ μελέτη στὸν Παπαρηγόπουλο καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἀναφέρομαι συχνὰ σ᾿ αὐτόν. Λέει ὁ Παπαρηγόπουλος: «καὶ ἂν ἀκόμα διέπραξε καὶ κάποια ἀνομήματα ὁ Κωνσταντῖνος, αὐτὸ δὲν ὀφείλεται – ἁπλουστεύω τὴ γλώσσα – σὲ ἀγριότητα τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ γιατὶ ὁ ἴδιος γεννήθηκε καὶ ἔζησε μέσα σὲ καθιερωμένες ἀπὸ αἰῶνες ὀλέθριες ἕξεις καὶ παραδόσεις. Οἱ προκάτοχοι καὶ οἱ συνάρχοντές του, κανένα δὲ σεβάσθησαν θεῖο ἢ ἀνθρώπινο νόμο. Εἶναι ἀπορίας ἄξιο ὅμως καὶ θαυμασμοῦ, ὅτι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε νὰ κατανοήσει καὶ νὰ ὁμολογήσει τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου.» Αὐτὰ λέει ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρηγόπουλος.
Εὐχαριστῶ.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ  >  http://www.blogger.com/home?pli=1

ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ- Ησυχαστές και ζηλωτές

Πνευματική και κοινωνική κρίση
στον βυζαντινό 14ο αιώνα
του πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού

από το βιβλίο «Ελληνισμός Μαχόμενος», Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995

Ο 14ος αιώνας είναι αποδεδειγμένα μία από τις κρισιμότερες φάσεις της «Βυζαντινής» Ιστορίας. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από μία περίεργη αντινομία. Η κοινωνικο-πολιτική κρίση (δείγμα αποδιοργάνωσης και αποσύνθεσης) διαπλέκεται με πνευματικές συγκρούσεις (δείγμα ακμής και ρωμαλεότητας). Προχωρεί η εδαφική συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας (τα εδάφη μοιράζονται Σέρβοι, Βούλγαροι και Οθωμανοί), αλλά παράλληλα σημειώνεται αναγέννηση των γραμμάτων και θεολογική-πνευματική άνθηση. Ο εμφύλιος σπαραγμός κορυφώνεται στο κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης, ενώ ταυτόχρονα το «Βυζάντιο»/Ρωμανία συγκλονίζεται από τη λεγομένη «ήσυχαστική έριδα», που επιβεβαιώνει εν τούτοις την πνευματική του συνοχή και συνέχεια. Πολιτικοκοινωνικά πράγματα και θεολογία συμπορεύονται και συμπλέκονται σε μια παρατεταμένη κρίση, ως οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, της «βυζαντινής» κοινωνίας. Προσπάθειά μας στο κείμενο αυτό είναι η επισήμανση της ουσίας της θεολογικής και κοινωνικής συγκρούσεως και η απόπειρα ερμηνείας της συναντήσεως των δύο αυτών μεγεθών και της διαπλοκής τους.


Α'
Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης τρεις μεγάλες θεολογικές έριδες συνταράσσουν τη βυζαντινή κοινωνία: το αρσενιανόν σχίσμα (l3ος αι.), η σύγκρουση ησυχαστών-αντιησυχαστών (l4ος αι.) και το ενωτικό πρόβλημα (15ος αι.), που όχι μόνον αποδεικνύουν τον δυναμισμό της Ορθοδοξίας, αλλά και τη δυναμική της στη ζωή της αυτοκρατορίας. Η «ησυχαστική έριδα» έλαβε όμως τις μεγαλύτερες διαστάσεις.
α. Η συνήθης αναζήτηση των αιτίων της θεολογικής έριδος του 14ου αι. περισσότερο χαράζει προοπτικές θεωρήσεώς της παρά προσφέρει ερμηνευτική αιτιολόγησή της. Έτσι, γίνεται λόγος για καθαρά πολιτική σύγκρουση, για διένεξη κοσμικού κλήρου και μοναχισμού, για σύγκρουση αριστοτελικών και πλατωνικών στο θεολογικό πεδίο, για αντιπαράθεση δύο διαφορετικών παραδόσεων στους κόλπους της Ορθοδοξίας κ.λπ. Εμφανίζεται δηλαδή η έριδα ως καθαρά ενδοβυζαντινή υπόθεση, ακόμη και στα αίτιά της. Οι έρευνες όμως των τελευταίων δεκαετιών πείθουν, ότι πρόκειται σαφώς για σύγκρουση ανατολικής και δυτικής, ορθοδόξου δηλαδή και φραγκολατινικής παραδόσεως, που έλαβε χώραν επί «βυζαντινού» εδάφους. Την έριδα όχι μόνο την προκάλεσε, αλλά υπήρξε υπεύθυνος και για την οξύτητά της, ένας «μοιραίος» άνθρωπος, ο μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, η παρουσία του οποίου στην ελληνική Ανατολή επιβεβαίωσε τη ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τα αντίθετα, τοποθετούμενα το ένα πλησίον του άλλου, φωτίζονται περισσότερο).
Ο Βαρλαάμ (1290-1348), λόγιος μοναχός από τη «Μεγάλη Ελλάδα», σπουδασμένος στη Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καί θεολογία) ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβιώσεως της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας (ουμανιστής). Ανταποκρινόταν, έτσι, στο ιδανικό της παλαιολόγειας εποχής και γι’αυτό, όταν επισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τον Ιωάννη Ιταλό- τα πάτρια εδάφη (Άρτα - Θεσσαλονίκη - Κωνσταντινούπολη), έγινε δεκτός με τιμές. Διορίσθηκε καθηγητής στην Πόλη (επί Ανδρονίκου Γ' Παλαιολόγου) και του ανατέθηκαν θεολογικές αποστολές, διότι δεν εξετιμάτο μόνον ως λόγιος, αλλ’ εθεωρείτο και ορθόδοξος. Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η Ορθοδοξία του περιοριζόταν στα λόγια, ενώ απουσίαζαν σ’αυτόν οι γνήσιες θεολογικές προϋποθέσεις. Αφορμή για ταν αποκάλυψη του αντιορθόδοξου φρονήματός του έδωσε η στάση του απέναντι στην ησυχαστική πρακτική, έστω και μετά την ατελή πληροφόρησή του γι’αύτήν. Η μέθοδος και κυρίως το φρόνημα του ησυχασμού είναι γνωστά σ’αυτόν, που ζει μέσα στην ορθόδοξη πραγματικότητα και μόνο ο ησυχαστής μπορεί να τα κατανοήσει. Ο Βαρλαάμ, όπως απέδειξαν τα πράγματα, δεν είχε τις κατάλληλες γι’αυτό προϋποθέσεις. Στην Ανατολή μετέφερε ένα διαφορετικό χριστιανισμό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να συνειδητοποιηθεί η αλλοτρίωση και αποστασιοποίηση της δυτικής χριστιανικής κοινωνίας μετά την καθολική εκφράγκευσή της (11ος αι. -σχίσμα). Η ιδιοσυγκρασία του Βαρλαάμ και κυρίως η έπαρση για την παιδεία του τον οδήγησαν στην απόφαση να γελοιοποιήσει τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (μασσαλιανούς). Το 1337 ήλθε στη Κωνσταντινούπολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία, που αυτός δήθεν εκπροσωπούσε. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση.
β. Την υπεράσπιση των Ησυχαστών και της ασκητικής μεθόδου τους ανέλαβε ο αγιορείτης μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς. Γιος συγκλητικού, γεννήθηκε περί το 1296 και έκαμε σπουδαίες φιλοσοφικές σπουδές κοντά στο μεγάλο ουμανιστή Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν τον κέρδισε όμως η λογιοσύνη. Ενωρίς στράφηκε στην άσκηση και μυήθηκε στην αυθεντική ασκητική παράδοση κοντά σε μεγάλους Γέροντες (Θεόληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Αθανάσιο και Νείλο τον εξ Ιταλών). Όταν άρχισε ο διάλογος με τον Βαρλαάμ, είχε ήδη μακρά ασκητική εμπειρία, αποκτημένη στο Παπίκιον Όρος και από το 1331 -μονιμότερα- στον Άθωνα.
Ο Γρηγόριος πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη τις θέσεις του Βαρλαάμ στο ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Filioque), έδειξε δε την πατερικότητά του με την άμεση επισήμανση της αντιπατερικότητας των θεολογικών προϋποθέσεων και κριτηρίων του εκ Καλαβρίας Μοναχού: υποκατάσταση της πατερικής μεθόδου με φιλοσοφικούς-διαλεκτικούς συλλογισμούς, χρήση δηλαδή της διαλεκτικής (φιλοσοφικής) μεθόδου στη θεολόγηση. Στα αντιησυχαστικά κείμενα του Βαρλαάμ απάντησε ο Γρηγόριος με τρεις «τριάδες» «Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων», αποδεικνύοντας όχι μόνο την αντιπατερικότητα -και συνεπώς την αντιεκκλησιαστικότητα- του αντιπάλου, αλλά και τη συνέχιση της πατερικής παραδόσεως εκ μέρους των Ησυχαστών. Η συζήτηση, που γρήγορα εξελίχθηκε σε ευρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της αυτοκρατορίας, την Πόλη. Από τη χρήση διαλεκτικών συλλογισμών στη θεολόγηση (εκφιλοσόφηση της πίστεως) ο διάλογος προχώρησε στην ησυχαστική ασκητική μέθοδο και τα αποτελέσματά της (θεοπτική εμπειρία, εξ ου και ο όρος «θεολογία της θεοπτίας» - Στυλ. Παπαδόπουλος), την σωτηριολογική διάσταση του προβλήματος και κυρίως τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ως και τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδή κτιστού και Ακτίστου.
γ. Ο Ησυχασμός, ως ζωή εν αγίω Πνεύματι, συνιστά την πεμπτουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ταυτιζόμενος ακριβώς με αυτό που περικλείει και εκφράζει ο όρος Ορθοδοξία. Ορθοδοξία έξω από την ησυχαστική παράδοση είναι αδιανόητη και ανύπαρκτη. Η ησυχαστική δε πρακτική είναι η «λυδία λίθος» για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. Ο Ησυχασμός, ανταποκρινόμενος στον σκοπό της παρουσίας της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού στον κόσμο, μπορεί να χαρακτηρισθεί «ασκητική θεραπευτική αγωγή» (π. Ι. Ρωμανίδης) και έγκειται στην προσπάθεια αποκαταστάσεως της «νοεράς λειτουργίας» στην καρδιά του πιστού. Προϋπόθεση της ησυχαστικής πράξεως είναι η αγιογραφική διάκριση νου («πνεύματος» του ανθρώπου) καί λόγου (διανοίας). O νους εκκλησιαστικά είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και όργανο θεογνωσίας. Στην κανονική λειτουργία του ο νους εδρεύει στην καρδιά. Όταν αδρανοποιηθεί η λειτουργία του (πτώση), συγχέεται με τη διάνοια και τους λογισμούς της. Στη φυσική του λειτουργία ο νους είναι έμπλεως χάριτος (ναός Θεού) και προσεύχεται αδιάλειπτα. Έχει δηλαδή την «αέναη μνήμη» του Θεού (νοερά ευχή) και ετοιμάζει τον άνθρωπο για την ένωσή του με το Θεό (θέωση). Η νοερά ευχή, συνεπώς, είναι η φυσική λειτουργία του νου μέσα στη καρδία, η οποία πέραν από τη βιολογική, έχει και πνευματική λειτουργία. Η προσευχητική λειτουργία του νου μέσα στην καρδία είναι ένα μνημονικό σύστημα, παράλληλα με το κυτταρικό και εγκεφαλικό, αλλά ασύλληπτο -και γι’αυτό άγνωστο- στην επιστήμη. (Στα σημειούμενα στη βιβλιογραφία έργα του π. Ι. Ρωμανίδη και του π. Ι. Βλάχου βρίσκει κανείς εκτενείς για το θέμα αυτό αναλύσεις).
Σκοπός του Ησυχασμού είναι η κάθαρση της καρδίας καί του νου, αντίστοιχα, από τα πάθη (μεταβολή των διαβλητών παθών σε αδιάβλητα) και από τους λογισμούς (όλους, καλούς και κακούς). Η διαδικασία αυτή ονομάζεται πατερικά θεραπεία, διότι μέσω αυτής θεραπεύεται ο νους και ανακτά τη φυσική λειτουργία του. Τότε το άγιον Πνεύμα προσεύχεται («εντυγχάνει», Ρωμ. 8, 24) σ’αυτόν «αδιαλείπτως» (Α' Θεσ. 5, 17), ενώ η διάνοια συνεχίζει τη δική της φυσική λειτουργία. Στη συνάφεια αυτή πρέπει να λεχθεϊ, ότι και ο Ινδουισμός γνωρίζει την ύπαρξη του νου και με τις μεθόδους του τον κενώνει από τους λογισμούς. Λόγω όμως της αγνοίας του Χριστού ως και του ειδωλολατρικού προσανατολισμού του, αδυνατεί να τον πληρώσει με (άκτιστη) χάρη. Έτσι, η σκανδαλιστική για πολλούς «σύμπτωση» Ορθοδοξίας και Ινδουισμού περιορίζεται στα φαινόμενα. Με την έλευση («επίσκεψιν») του Αγίου Πνεύματος, που ακολουθεί τη θεραπεία, ο νους γίνεται «ναός» του (Α' Κορ.6, 19) και ο άνθρωπος μέλος του σώματος του Χριστού (Α' Κορ.12, 27• Ρωμ. 8, 9). Το πνευματικό αυτό στάδιο ονομάζεται στη φιλοκαλική γλώσσα «φωτισμός» και είναι η προϋπόθεση της θεώσεως, του δοξασμού μέσα στην άκτιστη φυσική Χάρη (ενέργεια) της Αγίας Τριάδος. Έτσι, αποδεικνύεται ο Χριστιανισμός, ως Ορθοδοξία, υπέρβαση της θρησκείας (ριτουαλισμού, θρησκευτικής καθηκοντολογίας). Η θρησκειοποίηση του Χριστιανισμού είναι η ριζική αλλοτρίωσή του.
Ο καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης έχει εύστοχα επισημάνει τη μεθοδολογική συγγένεια του Ησυχασμού με τις θετικές επιστήμες, στο χώρο των οποίων κατατάσσει και τη Θεολογία. Η Φιλοκαλία (αναφορά στη νηπτική παράδοση) καταδεικνύει αυτή τη συγγένεια, παραπέμπουσα στις φανερώσεις της θεώσεως (άφθαρτα λείψανα και θαυματουργά). Η Ορθόδοξη Ενορία (κοσμική και μοναστική) έχει αποστολή θεραπευτική. Αυτή την παράδοση όμως τον 14ο αι., όπως και σήμερα, διέσωζε πολύ περισσότερο από την κοσμική, η μοναστική ενορία και αυτής της παραδόσεως υπεραμύνονταν οι Αγιορείτες Πατέρες με αρχηγό τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. «Ο κεντρικός άξων της Ορθοδοξίας δεν είναι μόνον η Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και αι Τοπικαί και Οικουμενικαί Σύνοδοι, αλλά κυρίως η παράδοσις της εμπειρίας της θεωρίας (θεώσεως) από την μίαν γενεάν εις την άλλην» (π. Ι. Ρωμανίδης). Ορθόδοξα, αυθεντία δεν είναι τα κείμενα, αλλ’οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως. Αντίθετα, η πρόταξη των κειμένων οδηγεί στην ιδεολογικοποίηση της παραδόσεως. Αληθής θεολόγος στην Ορθοδοξία είναι ο Θεόπτης, ο δε περί Θεού λόγος (Θεολογία) είναι καρπός της εμπειρίας της θεώσεως. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη θεολογική έριδα του 14ου αιώνα.
Από τα τέλη του 13ου αι. παρατηρείται τόνωση της ησυχαστικής παραδόσεως, ως συνέχεια της μέσω του αγίου Συμεών, του «Νέου Θεολόγου» (+1022 ή 1037), σημειωθείσης πνευματικής αναγεννήσεως, με κέντρο το Άγιον Όρος. Ο Μοναχισμός της Ορθοδοξίας δεν έχασε ποτέ τον ησυχαστικό προσανατολισμό του, σ’αντίθεση με τη Δύση, στην οποία η γενικότερη αλλοτρίωση συνδέεται άμεσα με την αλλοτρίωση του μοναχισμού της. Αυτή την αλλοτρίωση ενσάρκωνε και ο μοναχός Βαρλαάμ, μολονότι προερχόταν από περιοχή, στην οποία είχε ανθήσει ο αυθεντικός μοναχισμός και είχε αναδείξει μεγάλες οσιακές μορφές, ως τη νορμανδική κατάκτηση της Κ. Ιταλίας (1071). Ο Βαρλαάμ απέδειξε με την αντιησυχαστική στάση του, ότι ήταν ολότελα ξένος προς την ησυχαστική παράδοση, την ασκητική-εμπειρική δηλαδή θεμελίωση της εκκλησιαστικής θεολογήσεως και γι’αυτό ο Γρηγόριος Παλαμάς τον αποκαλούσε «λατινέλληνα», διότι ήταν σαφώς «φραγκολατίνος» στην ψυχοσύνθεσή του.
δ. Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α' Κορ. 2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α' Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α', 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αύγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο - ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι’ αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος - Μ. Αντώνιος).
Στον Ησυχασμό ιεραρχούνται oι δύο γνώσεις και διαχωρίζονται χωρίς σύγχυση των ορίων κινήσεως και ενεργείας τους (κτιστό-άκτιστο). Ο Βαρλαάμ όμως, ούτε λίγο ούτε πολύ, έθετε στην πράξη το θέμα πληρότητας και αυτάρκειας της εκκλησιαστικής παραδόσεως, σχετικοποιώντας την και υποστηρίζοντας την ανάγκη συμπληρώσεώς της από τη θύραθεν σοφία. Τους σοφούς του κόσμου ονόμαζε «θαυμασίους», «θεόπτας» και «πεφωτισμένους», δεχόμενος, ότι έφθασαν στην ύψίστη βαθμίδα θεογνωσίας. Την προσφερομένη από την παιδεία γνώση θεωρούσε «μυστικωτέραν και υψηλοτέραν θεωρίαν», υποστηρίζοντας, ότι «ουκ έστιν άγιον είναι (τινά), μη την γνώσιν ειληφότα των όντων και της αγνοίας ταύτης κεκαθαρμένον». Και τούτο, διότι επίστευε, ότι «τας του Θεού εντολάς των (ελληνικών) μαθημάτων άνευ μη δύνασθαι καθάραι και τελειώσαι τον άνθρωπον». Απέδιδε, συνεπώς, στην έξω παιδεία σωτηριολογική σημασία, αποδυναμώνοντας και περιθωριοποιώντας την ασκητική πρακτική. Βέβαια, ανάλογες ιδέες προς εκείνες του Βαρλαάμ διετύπωναν στο θέμα αυτό και oι «ανθρωπιστές» του Βυζαντίου, δεχόμενοι την ανάγκη της επιστημονικής γνώσεως για την κάθαρση του νου, αποδεικνύοντας, ότι, ενώ γνώριζαν τον σκοπό της πνευματικής ζωής, είχαν χάσει τη σχέση με την πρακτική της. Δεν ανεμίγνυαν όμως αυτοί τη φιλοσοφία στη θεολογία, ούτε και της προσέδιδαν σωτηριολογική σημασία. Το χώρο της μεταφυσικής εκάλυπτε γι’αυτούς η εν Χριστώ αποκάλυψη. Μόνον ο Νικηφόρος Γρηγοράς θα υπερβεί τα εσκαμμένα, συμπίπτοντας περισσότερο με τον Βαρλαάμ (Ειδική για το θέμα διατριβή εκπόνησε ο νέος και εύελπις θεολόγος κ. Δημ. Μόσχος). Γεγονός είναι, ότι οι ησυχαστές δεν απέρριπταν την «παίδευσιν» και «έξω σοφίαν» (Γρηγόριος Παλαμάς: «ου γαρ περί φιλοσοφίας ημείς απλώς λέγομεν νυν, αλλά περί της των τοιούτων φιλοσοφίας», όπ.π. Α,1,16), συνεχίζοντας τη σχετική πατερική παράδοση (Γρηγόριος Θεολόγος: «ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν, επεί ούτω δοκεί τισιν», Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, κεφ. 11).
Η αλλοίωση των θεολογικών κριτηρίων του Βαρλαάμ είναι ευδιάκριτη και σ’ άλλους χώρους. Ο Βαρλαάμ διέκρινε «αδιάλειπτη προσευχή» και «νοερά ευχή», ενώ πατερικά συμπίπτουν. Τη νοερά ευχή συνέχεε με την έκσταση του νου από το σώμα (νεοπλατωνισμός). Κατά τον Παλαμά όμως «έκσταση» του νου δεν σημαίνει έξοδο από το σώμα, αλλά από το «σωματικό φρόνημα». Ούτε, πάλι, η «έκσταση» ταυτίζεται ησυχαστικά με τη θέωση, αλλά με την αδιάλειπτη ή νοερά ευχή και δύναται, όταν ο Θεός θελήσει, να οδηγήσει στη θέωση. Ο ησυχαστής επιδιώκει συνέλιξη του νου όχι μόνο στο σώμα ή την καρδία, αλλά και στον εαυτό του («Ημείς δε, μη μόνον πάλιν είσω του σώματος και της καρδίας, αλλά και τον αυτόν αυτού πάλιν είσω πέμπομεν νουν» (Α', 2, 4). Αντίθετα ο Βαρλαάμ δίδασκε «κακώς ποιείν ένδον του σώματος σπεύδοντας [...] εμπερικλείειν τον νουν», αλλά «έξω του σώματος [...] παντί τρόπω τούτον εξωθείν» (στο ίδιο). Η βαρλααμική θέση κρίνεται από τον Παλαμά «δαιμονική» και «ελληνική πλάνη» (ειδωλολατρία). Κατά τους ησυχαστές άλλωστε, ο πλατωνισμός οδηγεί στην ειδωλολατρία.
ε. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: ποια παράδοση εκπροσωπούσε ο Βαρλαάμ; Διότι έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός, ότι ο μεν Παλαμάς είναι βιβλικός πατερικός, ο δε Βαρλαάμ ανήκει σε μια ελληνίζουσα πατερική παράδοση. Ο Βαρλαάμ θεωρήθηκε, ότι ανήκε στην παράδοση Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Ευαγρίου Ποντικού, Γρηγορίου Νύσσης και Μαξίμου, ενώ ο Παλαμάς χαρακτηρίσθηκε συνεχιστής της παραδόσεως Μακαρίου του Αιγυπτίου. Εξ άλλου ο Βαρλαάμ και oι οπαδοί του παρουσιάζονται συχνά ως απλοί ουμανιστές, πλατωνικοί και νομιναλιστές. Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προοπτική παρουσιάζεται ο Γρηγ. Παλαμάς επί κεφαλής δήθεν μιας βιβλικής ησυχαστικής παρατάξεως, που κατατρόπωσε την ελληνίζουσα, πατερική, ησυχαστική παράδοση του Βαρλαάμ. Αυτό σημαίνει, ότι έριζαν μεταξύ τους δύο ενδοβυζαντινές ησυχαστικές παραδόσεις.
Oι έρευνες του π. Ρωμανίδου απέδειξαν τη διχοτόμηση αυτή της ησυχαστικής παραδόσεως ολότελα εσφαλμένη. Τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επέχουν θέση αυθεντίας στη θεολογία του Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν ήταν παρά τυπικός φορέας της φραγκολατινικής θεολογικής παραδόσεως, που υπήρξε καρπός της υποκαταστάσεως της πατερικής θεολογίας με τη σχολαστική. Ο Ησυχασμός όμως είναι στην ουσία του αντιμεταφυσικός, διότι απορρίπτει κάθε αναλογία (σχέση) κτιστού και Ακτίστου (analogia entis ή analogia fidei). H Μεταφυσική, αντίθετα, την προϋποθέτει. Η κοινωνία του Ακτίστου με το κτιστό γίνεται μέσω των ακτίστων θείων ενεργειών. Η θέση αυτή, όπως και η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, είναι θεμελιακές προϋποθέσεις της πατερικής θεολογήσεως. Γι’αυτό και συμπεριελήφθη στη θεματική της διενέξεως Βαρλαάμ-Παλαμά.
Η Δύση μέσα στον σχολαστικισμό έχασε τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στο Θεό, ο δε Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του σχολαστικισμού, δεχόταν ότι ο Θεός είναι «καθαρά ενέργεια» (actus purus), το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλους. Γνώση, συνεπώς, του Θεού σημαίνει γνώση της ουσίας του. Ρίζα και πηγή αυτής της διδασκαλίας για τον Θεό είναι ο Αυγουστίνος. Η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στο Θεό είναι αυγουστίνεια, όπως και η δυνατότητα γνώσεως της θείας ουσίας (ευνομιανισμός). Στην περί Θεού διδασκαλία ο Αυγουστίνος ταυτιζόταν με τον ακραίο αρειανό Ευνόμιο. Γραφικά και Πατερικά η θεία ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη• η θεία ενέργεια όμως είναι (υπό προϋποθέσεις) προσιτή και μεθεκτή. Ιστορικές επακριβώσεις αυτής της εμπειρίας είναι η θεοπτία του Μωϋσέως στο Σινά, η εμπειρία των μαθητών στο Θαβώρ (Μεταμόρφωση) και η Πεντηκοστή. O Αυγουστίνος δεχόταν (και) στις περιπτώσεις αυτές αποκάλυψη του Θεού, όχι άμεση, άλλά διά διαμέσων κτιστών.
Αυτής της παραδόσεως ήταν -κατά τον π.Ι. Ρωμανίδη- φορέας ο Βαρλαάμ. Γι’ αυτό ονόμαζε την μέσω του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψη «χείρω νοήσεως», κατώτερη δηλαδή από τη γινομένη στο νου, αλλά και αυτής της απλής νοήσεως. Πατερικά όμως το Θαβώριο φως είναι άκτιστη θεότητα και δόξα (βασιλεία) της Αγίας Τριάδος. Έτσι εξηγείται, γιατί η αληθινή φύση του Θαβωρίου φωτός βρέθηκε στο επίκεντρο του θεολογικού προβληματισμού στη διένεξη Βαρλαάμ-Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν μπορούσε να κατανοήσει -και περισσότερο να αποδεχθεί- την ησυχαστική παράδοση, με την οποία τίποτε δεν τον συνέδεε. Αισθανόταν απέναντί της, όπως ένας δυτικός ή δυτικίζων στα σημερινά χρόνια. Την πατερική παράδοση την δεχόταν μεν; αλλά την ερμήνευε με δυτικά κριτήρια, με τις προυποθέσεις της φραγκολατινικής θεολογίας. Η νοοτροπία, που ενσάρκωνε ο Βαρλαάμ, θα κορυφωθεί στον Γίββωνα. Ο Άγγλος αυτός ιστορικός (1737-1794), που εξέφρασε με κλασικό τρόπο τη συνείδηση της Δύσεως για τη ρωμαίϊκη Ανατολή, είδε τον ησυχασμό κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βαρλαάμ. Το εσωτερικό φως των Ησυχαστών ήταν γι’αυτόν «προϊόν μιας κακόγουστης ιδιοτροπίας• δημιουργία ενός κενού στομάχου και ενός κούφιου μυαλού». Ο ησυχασμός -δέχεται στη συνέχεια- είναι η κορύφωση «των θρησκευτικών ανοησιών των Γραικών»! Αυτές οι προκαταλήψεις, παγιωμένες στην ευρωπαϊκή συνείδηση μέσω της παιδείας, διαμορφώνουν τη δυτική στάση έναντι της Ορθοδόξου Ανατολής, και ιδιαίτερα έναντι του Ελληνισμού, ως σήμερα. Η «έκπληξη», συνεπώς, για τη στάση των Δυτικών Ηγεσιών έναντι της Ελλάδος σήμερα προδίδει άγνοια της ιστορίας.


Β'
α. Η αποχώρηση του Βαρλαάμ (1341) δεν σήμανε και το τέλος της θεολογικής διενέξεως, η οποία συνεχίσθηκε ως ενδοβυζαντινή πια υπόθεση, με την παρέμβαση των «βυζαντινών» Σχολαστικών, όπως ο πρώην μαθητής του Παλαμά Γρηγόριος Ακίνδυνος και ο λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς. Όσοι λόγιοι είχαν χάσει κάθε ζωντανή σχέση με την εμπειρική πατερική θεολόγηση ή συνέχιζαν τον τύπο του σοφού, που είχε ήδη ενσαρκώσει ο Μ.Ψελλός και περισσότερο ο Ι.Ιταλός, σε ορισμένα θέματα, όπως λ.χ. η αποτίμηση της «έξω» σοφίας, η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό κ.ά., συντάχθηκαν με τον Βαρλαάμ και έδωσαν συνέχεια στην αντιησυχαστική του στάση. Η ανάμειξη εξ άλλου ολίγων μεν, αλλά με μεγάλη επιρροή μοναχών -πάντοτε αγαπητών στο λαό- επεξέτεινε την κρίση στην πλατειά λαϊκή βάση, δεδομένου ότι ο «βυζαντινός άνθρωπος ήταν ζώον θρησκευτικόν» (Nicol), ώστε η διαπλοκή εκκλησιαστικών και πολιτικών πραγμάτων να είναι μόνιμη κοινωνική πρακτική. Η κοινωνία, ιδιαίτερα της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης, διαιρέθηκε σε Ησυχαστές και Αντιησυχαστές, Παλαμικούς και Αντιπαλαμικούς. Το ρήγμα, που σημειώθηκε, έτσι, στον κοινωνικό ιστό, εξέφραζε τον μονίμως σοβούντα «δυϊσμό» της «βυζαντινής» λογιοσύνης στη στάση έναντι της πατερικής παραδόσεως.
Ο Γρηγ. Παλαμάς κατηγορήθηκε επανειλημμένα ως αίτιος της πνευματικής έριδος, όπως και ο Ησυχασμός, ως αιτία δήθεν της αποδυναμώσεως της αυτοκρατορίας. Είναι όμως πια εξακριβωμένο, ότι ο Βαρλαάμ ήταν εκείνος, που υποκινούσε την εναντίον του Παλαμά πολεμική, ο δε Ησυχασμός λειτούργησε ενωτικά στην περαιτέρω πορεία του Γένους στο σύνολό του. Το πρόβλημα στην ουσία έγκειται αλλού. Η θεολογική έριδα συνέπεσε με μιά οξύτατη πολιτικοκοινωνική κρίση, που κορυφώθηκε σε μια πρωτοφανή κοινωνική έκρηξη, ώστε η πνευματική διάσταση να καταστήσει το ρήγμα βαθύτερο, χωρίς όμως και να ευθύνεται γι’αυτό.
Ήδη το 1321 εξερράγη ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ανδρονίκου Β' και Ανδρονίκου Γ' για το πρόβλημα της διαδοχής. Το τέλος του 1341 σημειώθηκε, εξ άλλου, νέα διάσταση της αυτοκρατορίας, ο β' εμφύλιος πόλεμος (σύγκρουση Ι. Καντακουζηνού και Ι. Παλαιολόγου). Στις 26 Οκτωβρίου 1341 ο σφετεριστής του θρόνου Καντακουζηνός ανακηρύχθηκε από τον στρατό βασιλέας στο Διδυμότειχο και στις 19 ή 20 Νοεμβρίου ο Ι.Παλαιολόγος στέφθηκε βασιλέας στην Πόλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Την ίδια ακριβώς εποχή ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ανανέωσε τη θεολογική διένεξη, χρησιμοποιώντας ως όργανο κατά του Παλαμά τον αμύητο στα θεολογικά και φανατικό αντιπαλαμικό Ιω. Καλέκα. Το θεολογικό πρόβλημα επικεντρώθηκε στη φάση αυτή στη σχέση θείας ουσίας και ενεργείας και η θεολογική διαπάλη συνεχίσθηκε παράλληλα με την πολιτική σύγκρουση με ευνόητες αλληλοπεριχωρήσεις.
Ο β' εμφύλιος, πολύ σφοδρότερος και ευρύτερος του πρώτου, έλαβε καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα, ώστε να μπορεί άφοβα να χαρακτηρισθεί «κοινωνικός πόλεμος». Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’αυτόν έπαιξαν τα λαϊκά στρώματα, τα οποία έσπευσαν να «χρησιμοποιήσουν» ΑπΌ την αρχή oι αντιμαχόμενες δυνάμεις. Ήδη ο Ιωάννης Απόκαυκος, Αντιβασιλέας και υποστηρικτής του Ι. Παλαιολόγου, ξεσήκωσε στην Κωνσταντινούπολη τον «δήμον» το 1341 κατά του Καντακουζηνού. Η λεηλασία του σπιτιού του τελευταίου λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο προγραμματικά, διότι πολύ γρήγορα θα σημειωθεί ευρύτερη λαϊκή εξέγερση, που θα αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα. Η κοινωνική όμως στροφή της εμφύλιας ρήξης σφραγίσθηκε με την εμφάνιση και ανάμειξη στις λαϊκές κινητοποιήσεις μιας ομάδας στη Θεσσαλονίκη, που έφεραν το όνομα Ζηλωτές. Η παρέμβασή τους (1342) και τα επακόλουθά της συνιστούν την τραχύτερη έκφραση της πολιτικής ιδεολογίας στο «Βυζάντιο»/Ρωμανία.
Η δεύτερη ιεραρχικά και, στην ουσία, πρώτη πόλη της Αυτοκρατορίας την περίοδο αυτή, η Θεσσαλονίκη, έγινε το επίκεντρο της κοινωνικής εξεγέρσεως. Η πόλη ήδη από τον 7ο αιώνα (αραβική εξάπλωση) είχε αναδειχθεί σε δεύτερο κέντρο της αυτοκρατορίας και τον 10ο αιώνα αριθμούσε 200 χιλιάδες κατοίκους. Τον 14ο αιώνα εξακολουθούσε να είναι πολυάριθμη πόλη και ακμαίο αστικό κέντρο (διεθνής αγορά), με ισχυρές συντεχνίες (ναυτικοί, έμποροι), αλλά και κραυγαλέες κοινωνικές αντιθέσεις (πολλοί πτωχοί-πλούσιοι αριστοκράτες). Οι Ζηλωτές κατόρθωσαν να συσπειρώσουν τις αγανακτισμένες λαϊκές δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσουν για την πραγμάτωση των στόχων τους.
β. Ποια όμως ήταν η ταυτότητα των Ζηλωτών; H έρευνα της βιβλιογραφίας πείθει, ότι το ερώτημα δεν έχει λάβει ακόμη την οριστική του απάντηση. Στις πηγές γίνεται λόγος περί «των δημαγωγών και της στάσεως εξάρχων» (Βίος αγ. Ισιδώρου) και για «καινούργιους ανθρώπους», που δεν είχαν πριν καμμιά ανάμειξη στη διακυβέρνηση (Δ. Κυδώνης). Ο Γρηγοράς τους χαρακτηρίζει «μοίρα συρφετώδη». Ο πατριάρχης Φιλόθεος (ησυχαστής) τους ονομάζει «επήλυδες» καί «βαρβάρους», προσθέτοντας: «εκ τε των ημετέρων εσχατιών [...] συνελθόντων». Η επικρατούσα σήμερα άποψη είναι ότι ήσαν κοινωνικό «στρώμα», που «ξεχώριζαν από τον υπόλοιπο πληθυσμό» (Α.Λαΐου). Παρεδόθη ακόμη ότι ονομάσθηκαν «Ζηλωτές», διότι έτασσαν το συμφέρον του λαού πάνω από το δικό τους (Θωμ. Μάγιστρος).
Ο όρος «ζηλωτής», γνωστός ήδη από την Π. Διαθήκη (π.χ. Έξ. 20, 5• Α' Έσδρ. 8, 72• Β' Μακ. 4, 2) και την Κ. Διαθήκη (Πράξ. 21, 20• Α' Κορ. 14,12• Γαλ. 1, 14• Τίτ. 2, 14) πέρασε στη «βυζαντινή» κοινωνική πραγματικότητα με τη θρησκευτική του σημασία, ήδη δε στην Κ. Διαθήκη (Ρωμ.10, 2: «ζήλον έχουσιν, αλλ’ ού κατ’επίγνωσιν») προσλαμβάνει και την αρνητική του απόχρωση, ισχυρή ως σήμερα. Από τις αρχές του 12ου αι. δρούσαν στη βυζαντινή κοινωνία δύο μερίδες εκκλησιαστικές, ασύμπτωτες μεταξύ τους και ανταγωνιστικές στην άσκηση επιρροής στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας. Η εμφάνισή τους στη ζωή της αυτοκρατορίας εντοπίζεται ήδη στον 9ο αιώνα. Είναι οι «Ζηλωτές» και oι «Πολιτικοί». Οι πρώτοι ήσαν υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας έναντι της Πολιτείας, υποτιμούσαν την παιδεία και έδειχναν φανατική πιστότητα στην εκκλησιαστική παράδοση. Έχοντας στο πλευρό τους την πλειονότητα των μοναχών, επηρέαζαν αισθητά το Λαό. Οι «Πολιτικοί» είχαν διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία• ανεκτικοί στην πολιτειοκρατία, υπέρμαχοι της σχολικής παιδείας, χαλαρά συνδεδεμένοι με την παράδοση, διέθεταν δύναμη στον κοσμικό κλήρο και στις μορφωμένες τάξεις της κοινωνίας. Έναντι της Δύσεως oι Ζηλωτές ήσαν ανθενωτικοί, ενώ oι Πολιτικοί ενωτικοί. Μια πρώτη σύγκρουση των δύο μερίδων εντοπίζεται στη διένεξη Φωτίου-Ιγνατίου (9ος αι.), αλλά η αντίθεσή τους έλαβε μεγάλες διαστάσεις επί Μιχαήλ Παλαιολόγου (σχίσμα αρσενιατών) και της ψευδενώσεως της Λυών (1274-1282). Η πάλη τότε έκλινε υπέρ των Ζηλωτών. Υποστηρίχθηκε (Βασίλιεφ), ότι η θρησκευτική αυτή μερίδα ανασυντάχθηκε τον 14ο αιώνα και αναμείχθηκε στην πολιτική ζωή, προβάλλοντας μεταρρυθμιστικές τάσεις και έχοντας τη λαϊκή υποστήριξη λόγω της κοινωνικής ακαταστασίας. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;
Είναι, πράγματι, σαφές -παρά τη σύγχυση των πηγών- ότι oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης συνιστούσαν «κοινωνική ομάδα», διακρινόμενη από το Λαό. Συνδεόταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία με επί κεφαλής Παλαιολόγους. Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σ’άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι. Η εμφάνιση αριστοκρατών (Παλαιολόγων) στην ηγεσία δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει. Ήταν κοινό φαινόμενο και στην Δ. Ευρώπη σε ανάλογες καταστάσεις. Oι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.
Κατά τη δική μας εκτίμηση, oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης ήσαν μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αποτελούμενη βασικά από μοναχούς, που έλαβε γι’αυτό και το όνομά της από τη γνωστή στο «Βυζάντιο» θρησκευτική μερίδα, λόγω των κοινών τάσεων και ανάλογης ψυχολογίας (φανατισμός). Ήταν όμως καθαρά πολιτικοποιημένη παράταξη, με σαφή κοινωνικά κίνητρα και αιτήματα: κατα των πλουσίων γεωκτημόνων και υπέρ των πενομένων και καταπιεζομένων. Το ότι και μη πολιτικοποιημένοι «Ζηλωτές» είναι δυνατόν να συνέπραξαν, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αφού τον κύριο όγκο της παρατάξεως των Ζηλωτών αποτελούσαν μοναχοί, αλλά και επαίτες και πένητες. H παρουσία μεγάλου αριθμού μοναχών εξηγεί και την απουσία αντιθρησκευτικών τάσεων, όπως και την κοινωνική ιδεολογία, που συντηρείται μόνιμα στο ορθόδοξο μοναστικό κοινόβιο.
Όταν ο ησυχαστής πατριάρχης Φιλόθεος τους αποκαλεί «αποστάτες από την Εκκλησία», αυτό σχετίζεται μάλλον με τη βίαιη στάση τους, που ανέτρεψε την σύμφωνα με τη γενική αντίληψη «θεόθεν» κατεστημένη τάξη, ή λόγω της αντιδράσεώς τους προς τον Γρ. Παλαμά, τον κανονικό μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, του οποίου ο Φιλόθεος ήταν υποστηρικτής ως ομόψυχος. Άλλωστε, όπως μαρτυρείται, οι Ζηλωτές δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ως σημαία ένα σταυρό, που άρπαξαν από μία Αγία Τράπεζα, επιτιθέμενοι κατά του κυβερνήτη Συναδηνού και της αριστοκρατίας. Το λαϊκό έρεισμά τους, επίσης, ενισχύει την άποψη, ότι πράγματι πλειοψηφούσαν oι μοναχοί ανάμεσά τους. Τα διαπραχθέντα εγκλήματα δεν αποκλείουν κάτι τέτοιο, διότι ο φανατισμός τυφλώνει. Μοναχοί και μη μοναχοί, συνεπώς, πάντως πρόσωπα πολιτικοποιημένα και με δημαγωγικές ικανότητες, φαίνεται ότι βρίσκονταν στην ηγεσία του κινήματος των Ζηλωτών.
γ. Τα αίτια της στάσεως αναζητήθηκαν και επισημάνθηκαν από πολλούς ερευνητές. Σχεδόν όλοι συγκλίνουν στη θέση, ότι υπήρξαν προϋποθέσεις κοινωνικές: αθλιότητα του λαού και αίτημα για δημοκρατικότερη οργάνωση της κοινωνίας. Η επίδραση αναλόγων κινημάτων της Ιταλίας (επανάσταση Γένοβας, 1339) δεν κρίνεται αποφασιστική (Χαράνης), εφ’όσον είναι γνωστό το δημοκρατικό πνεύμα, με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού στην εκλογή του αυτοκράτορος. Πολιτικά ή πραξικοπηματική ενέργεια του Ι. Καντακουζηνού συνιστούσε πρόκληση στη λαϊκή συνείδηση και νοοτροπία (σεβασμός της θεόδοτης μοναρχίας και της νομιμότητας). Οι Ζηλωτές εξ άλλου συνδέονταν συναισθηματικά με την οικογένεια των Παλαιολόγων, διότι μέλη της διοικούσαν τη Θεσσαλονίκη. Έπειτα, ενώ ο Καντακουζηνός ήταν σαφώς τοποθετημένος υπέρ της ενισχύσεως της κεντρικής διοικήσεως, οι Ζηλωτές επεδίωκαν αυτονομία. Η αριστοκρατική δε προέλευση του Καντακουζηνού και η υποστήριξή του από τους αριστοκράτες επέτεινε την αντίδραση εναντίον του. Ο Λαός βρήκε την ευκαιρία να διαδηλώσει τα αντιαριστοκρατικά ή και αντιπλουτοκρατικά φρονήματά του λόγω της καταπιέσεως που υφίστατο και της οικονομικής του εξαθλιώσεως. Με τη στάση των Ζηλωτών συνδέθηκαν οραματισμοί για ριζική κοινωνική αλλαγή, οικονομική αναβάθμιση και κοινωνική αναδιάρθρωση. Πρόκειται, όπως βεβαιώνουν τα πράγματα, για έκρηξη πρωτοχριστιανικής (πρβλ. Πράξ. κεφ. 2, 4 καί 6) κοινοκτημοσύνης ή έστω κοινοχρησίας, εναντίον της αυξάνουσας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας, λόγω της συγκεντρώσεως γης και πλούτου στα χέρια των ολίγων (προνοιαρίων κ.λπ.).
Δεν έλειψε, βέβαια, και η απόπειρα μαρξιστικής ερμηνείας των γεγονότων της Θεσσαλονίκης (λ.χ. Γ. Κορδάτος), στα όρια της αναζητήσεως ιστορικών ερεισμάτων της προϊστορίας της μαρξιστικής ιδεολογίας. Oι υπάρχουσες όμως πηγές επιτρέπουν μεν διακρίβωση κοινών σημείων, αποκλείουν όμως κάθε βεβαιότητα για πλήρη σύμπτωση ιδεολογικών προϋποθέσεων. Η απουσία στην «καθ’ημάς Ανατολήν» των φραγκογερμανικών «φυλετικών» προϋποθέσεων αποκλείει την ταύτιση, όπως ακόμη το γεγονός, ότι η στάση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη δεν ξεκίνησε ως κοινωνική επανάσταση, με αυτοτελή οργάνωση και σχεδιασμένη στοχοθεσία, αλλά αποτέλεσε κίνημα ευκαιριακό και όψη (ή φάση) του εμφυλίου πολέμου (Π. Χρήστου). Κατά την πορεία του εμφυλίου εκδηλώθηκαν και oι σοβούσες κοινωνικές αντιθέσεις και διεκδικήσεις.
Ο Λαός μόνο για τα λύση των δικών του προβλημάτων έλαβε μέρος στην επανάσταση. Καμμιά σχέση δεν διαφαίνεται προς τις γνωστές στην ιστορία «αγροτικές εξεγέρσεις». Ο χαρακτήρας της στάσεως έμεινε καθαρά αστικός και κοινωνικός. Καμμιά επίσης μαρτυρία δεν δείχνει ότι oι Ζηλωτές στράφηκαν βασικά κατά των εκκλησιών και της περιουσίας των μονών. Αντίθετα έμειναν πιστοί στο νόμιμο αυτοκράτορα καί τον υποστηρικτή του πατριάρχη Ι. Καλέκα. Κατά τον καθηγ. Nicol περίεργο είναι, ότι κατά της εκκλησίας και της περιουσίας της στρέφονταν συστηματικά oι πλούσιοι γεωκτήμονες (αριστοκράτες) και η στρατιωτική αριστοκρατία. Υπάρχει όμως και η άποψη, μαρτυρούμενη στις σύγχρονες πηγές, ότι πρόσφυγες από εδάφη, που είχαν κατακτήσει oι Σέρβοι, προστέθηκαν στους πτωχούς της Θεσσαλονίκης και ότι αυτοί πίεσαν τους Ζηλωτές να στραφούν κατά των πλουσίων, με απόληξη τις λεηλασίες. Διότι, είναι γεγονός, δεν έλειψαν στην όλη διαδικασία τα στυγερά εγκλήματα. Το 1347-49, που κατέλαβαν oι Ζηλωτές την πλήρη εξουσία στη Θεσσαλονίκη, κρήμνισαν από τα τείχη τους εγκλεισμένους στην ακρόπολη πλουσίους, ενώ άλλους κρυμμένους στην πόλη τους εφόνευσαν. Ήταν η πιο βίαιη όψη της επαναστάσεώς τους, αλλά και όλου του πολέμου.
δ. Η στάση από τη Θεσσαλονίκη επεκτάθηκε και σ’ άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας ως την Τραπεζούντα. Αυτό σημαίνει, ότι το κοινωνικό κλίμα της Θεσσαλονίκης ήταν καθολικότερο φαινόμενο. Και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Η αντίδραση επικεντρωνόταν στο πρόσωπο του Ι. Καντακουζηνού και την αριστοκρατία. Το 1345 όμως σημειώθηκε κρίση για τους Ζηλωτές και την εξουσία τους, διότι η κατάσταση άρχισε να κλίνει υπέρ του Καντακουζηνού. Ο επί κεφαλής των Ζηλωτών Μιχ. Παλαιολόγος φονεύθηκε, Ζηλωτές συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν ή και εξορίσθηκαν. Νέος ηγέτης των Ζηλωτών ανακηρύχθηκε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, αριστοκράτης μετριοπαθής, επί κεφαλής της συντεχνίας των ναυτικών. Ο Λαός κατέλαβε και πάλι την εξουσία. Νέες σφαγές αριστοκρατών σημειώνονται, όπως του Ι. Αποκαύκου. H εξέγερση δε κατά των πλουσίων λαμβάνει γενικό χαρακτήρα. Ασυγκράτητος ο Λαός επιδίδεται σε ένα όργιο αίματος και αρπαγών, εξασφαλίζοντας για τους ηγέτες του Ζηλωτές την εξουσία.
Oι Ζηλωτές, όπως συνάγεται από τις πηγές, ήσαν υπέρμαχοι της αποκεντρώσεως. Μολονότι η ιδεολογία τους είναι δυσπροσδιόριστη, δεν συμβαίνει το ίδιο, παρά τις ελάχιστες πληροφορίες, με το πολιτικό πρόγραμμά τους. Ήδη το θέρος του 1342 εγκαταστάθηκε κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη χωρίς προηγούμενο, η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης, με αυτοδιοίκηση και άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται μάλλον, για ένα είδος «κομμούνας», που θα διαρκέσει ως το 1350. Ο ακριβής όμως χαρακτήρας του πολιτεύματός τους είναι δύσκολο να προσδιορισθεί. Γεγονός είναι, ότι όταν απειλήθηκαν με πτώση, oι Ζηλωτές στράφηκαν στον κράλη της Σερβίας Στέφ. Δουσάν για βοήθεια. Αυτό όμως δυσαρέστησε το Λαό, σε σημείο που να προσεγγίσει τον Καντακουζηνό και να δει με συμπάθεια τους αριστοκράτες. Πέραν από την ύπαρξη ισχυρού εθνικού αισθήματος, τι άλλο μαρτυρεί αυτό από την απουσία ταξικής συνειδήσεως; Ο Λαός δεν έπαυσε να βλέπει το όλο θέμα ως ευκαιρία βελτιώσεως των συνθηκών της ζωής του και τίποτε περισσότερο.
ε. Η σύμπτωση της στάσεως των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης με την κορύφωση της θεολογικής έριδας οδήγησε στην διαπλοκή τους. Όχι διότι oι Ζηλωτές αναμείχθηκαν στη θεολογική (ησυχαστική) διένεξη. Όπως ελέχθη παραπάνω, μολονότι oι Ζηλωτές ονομάσθηκαν «αποστάτες της εκκλησίας», δεν περιέλαβαν στο πολιτικό πρόγραμμά τους αντιεκκλησιαστική ή αντιθρησκευτική δράση, ούτε φαίνεται ότι η Θεολογία ανέπτυξε στη δράση τους κάποια ιδιαίτερη δυναμική. Οι αντίθετες απόψεις, που ίσχυαν στο παρελθόν, οφείλονταν σε λανθασμένη συσχέτιση ενός κειμένου του Νικ. Καβάσιλα με τους Ζηλωτές, ενώ στην ουσία αναφερόταν σε άλλη υπόθεση. H διαπλοκή θεολογίας και πολιτικής ήταν καρπός της αλληλεξαρτήσεως και αλληλοπεριχωρήσεως των δύο αυτών περιοχών του βυζαντινού βίου. Η αναζήτηση όμως κάποιων σχέσεων αποδεικνύει την απουσία κάθε έννοιας συγκροτημένης αντιησυχαστικής ιδεολογίας εκ μέρους των πολιτικών ή (πολιτικής) αντιζηλωτικής ιδεολογίας στην παράταξη των Ησυχαστών.
Δεν ήταν, άλλωστε, σπάνιο το φαινόμενο αντίπαλοι στον ένα χώρο να παρουσιάζουν κοινή στάση έναντι του άλλου. Oι πρωταγωνιστές του εμφυλίου πολέμου Ι. Καντακουζηνός και Ι. Απόκαυκος συνέπιπταν στη φιλική στάση τους έναντι του ησυχασμού. Ο Νικ. Γρηγοράς και ο Δημ. Κυδώνης, εκ πεποιθήσεως αντιπαλαμικοί, ήσαν φίλοι και οπαδοί του Καντακουζηνού λόγω κοινών συμφερόντων. Ο πατριάρχης Ι. Καλέκας και η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας συνεργάζονταν στο πολιτικό μέρος, αλλ’ο μεν πατριάρχης έμεινε φανατικός αντιπαλαμικός, η δε αυτοκράτειρα για ένα διάστημα υποστήριξε τον Παλαμά. Ο Λαός φερόταν και αγόταν, ως συνήθως, σ’όλη αυτή την τραγωδία. Αρχικά (1341) μεγάλο μέρος του Λαού έδειξε αντιησυχαστικές διαθέσεις, και αυτό ίσως έκαμε τους Ησυχαστές να στραφούν υπέρ του Καντακουζηνού. Δεν μπορεί όμως κανείς να ισχυρισθεί, ότι όλοι oι Ησυχαστές ακολουθούσαν τον Καντακουζηνό, ή ότι ήσαν δηλωμένοι αντιησυχαστές όλοι oι αντίπαλοί του. Ο Δ. Κυδώνης και ο Νικ. Καβάσιλας, λ.χ. διέκεινταν φιλικά προς τον Καντακουζηνό, αλλά θεολογικά ήσαν σε αντίπαλες παρατάξεις. Πολλοί ανθρωπιστές, εξ άλλου, υποστήριζαν τον Παλαμά.
Oι Ζηλωτές, όσοι τουλάχιστον είχαν εκκλησιαστική προέλευση (μοναχοί), διατηρούσαν από την εποχή της Εικονομαχίας συμπάθεια προς την Παλαιά Ρώμη και αυτό τους έφερνε κοντά στους φιλενωτικούς Παλαιολόγους, έστω και αν τώρα η Ρώμη ήταν εκφραγκευμένη και αιρετική. Ως γνωστόν, ο αυτοκράτορας Ιω. Παλαιολόγος επιχείρησε να πραγματοποιήσει ένωση με τη Ρώμη και τελικά έγινε παπικός.Η προϋπόθεση αυτή ήταν αρκετή, για να στρέφονται εναντίον των Ησυχαστών. Η ταύτιση δε εκ μέρους τους του Παλαμά με τον Καντακουζηνό, λόγω του ησυχαστικού φρονήματος των δύο ανδρών, ήταν επόμενο να τους κάνει να εμποδίσουν την ενθρόνιση του Παλαμά, όταν αυτός εξελέγη μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης (1347).
Ο Γρηγόριος Παλαμάς σ’όλη τη διάρκεια της κοινωνικής αναστατώσεως παρέμεινε γνήσιος ησυχαστής και πατερικός στις επιλογές του. Θα ήταν μεγάλη εις βάρος του αδικία η απόδοση στον Παλαμά αριστοκρατικών ιδεών. Ο Παλαμάς τάσσοντας την παράδοση της θεώσεως πάνω από την πολιτική ρευστότητα, έμεινε φιλικός απέναντι στον Ιω. Παλαιολόγο και την αυτοκράτειρα, κινούμενος και αυτός, ως γνήσιος «βυζαντινός», στο κλίμα της νομιμοφροσύνης. Η αλληλογραφία του με αγιορείτες μοναχούς αποδεικνύει τις ειρηνευτικές προσπάθειές του. Δεν κινήθηκε παραταξιακά και απέφυγε κάθε ανάμειξη υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως. Η εμμονή του στην ησυχαστική παράδοση και η αντίθεσή του έναντι του Βαρλαάμ και των βυζαντινών αντιησυχαστών (π.χ. Γρηγοράς) είχε αποκλειστικό στόχο τη συνέχιση της πατερικότητας και τη διάσωση της πνευματικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας. Αυτοεξορίσθηκε στην Ηράκλεια, ενοχλούμενος συχνά, αλλά μη αναμιγνυόμενος στις πολιτικές διενέξεις. Η συμπάθειά του προς τον Καντακουζηνό οφειλόταν στην προσήλωση του Καντακουζηνού στην παράδοση της Ορθοδοξίας και δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι η παρουσία και δράση του Βαρλαάμ στην Ανατολή έπεισε τον Παλαμά για υπαρκτό κίνδυνο υποταγής στη Ρώμη, την πνευματική αλλοτρίωση της οποίας είχε αποκαλύψει ο Καλαβρός αντίπαλός του. Έτσι εξηγείται, ότι φάνηκε φιλικός απέναντι στον Καντακουζηνό και όταν εκείνος ήταν ακόμη φίλος και υποστηρικτής του Βαρλαάμ και προστάτης της ανθρωπιστικης αναγεννήσεως. Είναι δε γνωστό, ότι ο Παλαμάς συνέβαλε στη συμφιλίωση Ιω. Καντακουζηνού και Ιω. Παλαιολόγου.
Ο Λαός με το αλάθητο αισθητήριό του ερμήνευσε ορθά τη στάση του Παλαμά και διέγνωσε την ειλικρίνεια των προθέσεών του. Μετά την πτώση των Ζηλωτών, προς τους οποίους ο Παλαμάς φάνηκε ειρηνικός, ο Λαός τον δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1350) με πανηγυρισμούς. Ο Παλαμάς καταδίκασε τα εγκλήματα, που είχαν διαπραχθεί από τους Ζηλωτές, αλλά εισήλθε ως ειρηνευτής στη Θεσσαλονίκη, που είχε ξαναβρεί τους κανονικούς ρυθμούς της.


Γ΄
Oι μέχρι σήμερα έρευνες στον 14ο αιώνα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης παρέχουν τη δυνατότητα για την αποτίμηση τόσο της θεολογικής έριδας, όσο και των εμφυλίων συγκρούσεων, αλλά και της δυναμικής τους στην περαιτέρω ζωή της αυτοκρατορίας και τη συνέχεια του Γένους.
Είναι βέβαια γεγονός, ότι oι συνέπειες των ιδεολογικών ερίδων ήσαν τρομακτικές. Η αυτοκρατορία συρρικνωμένη ήδη εδαφικά, αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο και μένει αθωράκιστη στις επεκτατικές διαθέσεις των γειτόνων, και κυρίως των Οθωμανών. Το 1354 οι Τούρκοι θα καταλάβουν την Καλλίπολη, πατώντας σταθερά στην ευρωπαϊκή πλευρά της αυτοκρατορίας. Το αποτυχημένο κίνημα των Ζηλωτών δε μπόρεσε να θεραπεύσει την κοινωνική δυσλειτουργία και να καταλύσει την οικονομική ανισότητα. Η αυτοκρατορία βάδιζε προς τη δύση της. Το 1402 θα περιορισθεί εδαφικά στην Πόλη, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο, την Τένεδο και το Μυστρά. Θα είναι έκτοτε θλιβερό λείψανο του παλαιού ένδοξου εαυτού της. Ο Ησυχασμός, όμως, ως πατερικότητα και υπαρκτική αλήθεια, θα επιβιώσει ως πνευματική παρακαταθήκη των Ρωμηών. Αυτός θα διατηρήσει ρωμαλέο το φρόνημα και αμείωτο τον ψυχικό δυναμισμό, κυρίως μέσα στην μακρόσυρτη δουλεία. Οι θέσεις όμως αυτές χρειάζονται κάποια ανάλυση.
Τον 14ο αιώνα έλαβε χώρα η πρώτη σε βάθος αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσεως στο χώρο της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα ανατολικοί και δυτικοί θεολόγοι συγκρούονταν με θέμα το «Filioque», επισημαίνοντας την υποκρυπτόμενη μεταξύ τών δύο θεολογιών αντίθεση, αλλά τον 14ο αιώνα για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία, με την παρουσία ενός αυθεντικού «δυτικού» θεολόγου στην Ανατολή, του Βαρλαάμ, να αναδυθούν oι θεολογικές προϋποθέσεις Ανατολής και Δύσεως και να διαπιστωθεί η ριζική διαφοροποίηση της μιας από την άλλη και το ασύμπτωτο μεταξύ τους. Η δυτική (φραγκολατινική) θεολογία και ο προερχόμενος από αυτήν ευρωπαϊκός (φραγκογερμανικός) πολιτισμός, αποδεικνύονταν απότοκα μιας αλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης, που δεν μπορούσε πια να ονομάζεται Χριστιανισμός.
Όπως ορθά σημειώνει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, «ίσως κατ’εξοχήν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, είναι εναργέστερη η επίγνωση, ότι στην περίπτωση των καινοτομιών της δυτικής εκκλησίας δεν έχουμε απλώς μια καινούργια «αίρεση» του χριστιανισμού [...], αλλά [...] μια ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αλήθειας, ένα διαφορετικό ‘χριστιανισμό’ στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου». Η Δύση είχε διαμορφώσει, μέσα στο δαιδαλώδη ρασιοναλισμό της Σχολαστικής, έναν άλλο «χριστιανισμό», απόλυτα ασύμπτωτο με εκείνον της Ανατολής. Η ησυχαστική Θεολογία στην αυτοέκφρασή της απεκάλυψε τη διαφορά της Ορθοδοξίας από τη Δύση, ως «αντιπαράθεση της εμπειρίας στην αφηρημένη θρησκευτική πεποίθηση».
Ο γνωστός γερμανός βυζαντινολόγος Gelzer δέχθηκε, ότι ο Ησυχασμός «ανήκει στα πιο αξιόλογα -τόσο από ιστορική, όσο και από πολιτιστική πλευρά- και πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα όλων των εποχών». Oι ρωμηοί Ησυχαστές του 14ου αιώνα, με πρωτοπόρο τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, απέδειξαν την αδιάσπαστη πνευματική συνέχεια του «Βυζαντίου»/Ρωμανίας. Ο Παλαμάς επαναδιατύπωσε την ορθόδοξη παράδοση, φανερώνοντας την πατερικότητά του. Ο Ησυχασμός, που ενσάρκωνε και προάσπιζε ο Παλαμάς, ήταν η σπονδυλική στήλη της ζωής της Ρωμανίας επί χίλια χρόνια και το απόβαθρο -και πηγή συνάμα του πολιτισμού της. Η μακρόσυρτη όμως θεολογική διαμάχη απέδειξε προ πάντων αυτό, που και σήμερα γίνεται καθολικά πια δεκτό, ότι δηλαδή ο Ησυχασμός δεν συνιστούσε καινοτομία, όπως φανταζόταν ο ανυποψίαστος Βαρλαάμ. Ακόμη και οι Σχολαστικοί του «Βυζαντίου», που για διάφορους λόγους συντάχθηκαν μαζί του, δεν αμφισβήτησαν τον Ησυχασμό. Δεν αμφισβήτησαν δηλαδή ποτέ τη μέθοδό του, αλλά διαφωνούσαν μόνο για τις συνέπειές της, δηλαδή «ως προς την θεολογικήν αξιολόγηση των καρπών» της (Βλάσιος Φειδάς). Η αντίθεση κάποιων επισκόπων κατά των Ησυχαστών ερμηνεύεται, με αρκετή δόση αληθείας, ως έκφραση φόβου αυξήσεως του κύρους των μοναχών.
Με τις ησυχαστικές συνόδους (1341, 1347, 1351) και με την διακήρυξη της αγιότητας του Γρηγορίου Παλαμά (1368) η Ορθοδοξία απομάκρυνε τον κίνδυνο εκφιλοσοφήσεως της πίστεως και εκλατινισμού (εκφραγκεύσεώς) της. Μαζί δε με τη σωτηριολογική δύναμη της παραδόσεώς της έσωσε η Ανατολή και την κρατική αυτοτέλειά της.
Η εμμονή όμως στον Ησυχασμό είχε για το «Βυζάντιο»/Ρωμανία όχι μόνο θρησκευτική ή πολιτική, αλλά και πολιτιστική σημασία, διότι καθόρισε την περαιτέρω στάση όχι μόνο έναντι της Δύσεως, αλλά και της ελληνικής αρχαιότητας. Η Δύση -αυτό έγινε κατανοητό- όχι μόνο δεν ήταν πια ομόψυχη της Ανατολής, αλλά συνέχιζε να απειλεί, πέραν από την πνευματική, και την πολιτιστική απόστασή της. Από την άλλη πλευρά, η ελληνικότητα, που ενσάρκωναν oι σχολαστικοί του «Βυζαντίου», όπως ο Γρηγοράς (διεκήρυττε απροκάλυπτα ότι είναι «Έλλην»), διαφοροποιόταν από την ελληνικότητα, όπως αφομοιώθηκε μέσα στην πατερική παράδοση, που δεν συνιστά απλή συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά υπέρβασή της στη νέα σύνθεση του ρωμαίϊκου πολιτισμού.
Ο Ησυχασμός αποδείχθηκε η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη για την επιβίωση του Γένους. Το «Βυζάντιο» πολιτικά προχωρούσε στην πτώση, πνευματικά όμως παρέμενε ακμαίο και αδούλωτο. Μετά την άλωση θα θιγεί μόνο το πολιτικό μέρος της ζωής του Γένους, όχι όμως και το πνευματικό, αφού «κέντρον της Ρωμαιοσύνης είναι ο θεούμενος, όστις φθάνει εις την θέωσιν εις οιανδήποτε εποχήν ή κατάστασιν, κρατικήν ή πολιτικήν» (π. Ι. Ρωμανίδης). Μόνον oι δυτικίζοντες -ενωτικοί ομόφρονες του Βαρλαάμ- θα θεωρούν παρακμή το γεγονός, ότι η Ανατολή δεν έχει σχολαστική Θεολογία και θα φροντίσουν να την εισαγάγουν στη ζωή του Γένους. Η ορθόδοξη Ανατολή όμως του 14ου αιώνα απέρριψε τον Βαρλαάμ και τον ανάγκασε να φύγει, απορρίπτοντας την παράδοσή του. O Βαρλαάμ έφυγε, διότι ένοιωσε κυριολεκτικά ξένος στην Ανατολή. Oι αρχαιολάτρες-αντιησυχαστές θά εγκαταλείψουν αργότερα το «Βυζάντιον», καθώς θα πλησιάζει ο τουρκικός κίνδυνος, ή θα μένουν στραμμένοι στή Δύση, ταυτισμένοι μαζί της.
Ο Ησυχασμός όμως θα παίξει σημαντικό ενωτικό ρόλο και στα ταραγμένα πολιτικά και διασπασμένα Βαλκάνια, στα οποία, όπως άλλωστε και στη Ρωσία, ήταν ήδη γνωστός ο Ησυχασμός κυρίως μέσω του Γρηγορίου του Σιναΐτου. Oι Ησυχαστές θα μετακινούνται ελεύθερα σ’όλη την Ορθόδοξη Ανατολή, από τόπο σε τόπο, πάνω από σύνορα και εθνικές διαφορές. Αυτό το γεγονός έκαμε το μεγάλο αγιολόγο Fr. Halkin να ομιλεί για μια «Διεθνή του Ησυχασμού». Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «ορθόδοξο τόξο», ως προπύργιο κατά του «μουσουλμανικού τόξου» της Βαλκανικής, δεν πρέπει να παραθεωρείται η ησυχαστική πνευματικότητα, η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει αληθινή ενότητα στα όρια της ορθόδοξης-ρωμαίικης υπερεθνικής και υπερφυλετικής ομοψυχίας. Στην ησυχαστική παράδοση θεμελιώνεται η διαβαλκανική ενότητά μας.
Ενώ οι εμφύλιοι σπαραγμοί, oι κοινωνικές ανισότητες και oι εχθρικές προσβολές θα εξασθενίσουν προοδευτικά την παρηκμασμένη ήδη αυτοκρατορία, οι πνευματικές δυνάμεις του Γένους, μέσα στην πατερική ησυχαστική παράδοση, θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να μεταβληθεί το «Bυζάντιο»/Ρωμανία σε φραγκικό προτεκτοράτο, αλλά παράλληλα θα διασώσουν τον ψυχικό δυναμισμό του Γένους, ώστε να δουλωθεί μόνο σωματικά από την οθωμανική βαρβαρότητα. Σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς δουλείας τα μοναστήρια με την ησυχαστική παράδοσή τους θα διακρατούν την ψυχή του Γένους αδούλωτη. Η κατίσχυση όμως του αντιησυχαστικού πνεύματος στο χώρο της διανοήσεως και της πολιτικής, με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), θα οδηγήσει μεν στην απελευθέρωση από τη δουλεία της «Τουρκιάς», αλλά όχι και από εκείνη της «Φραγκιάς». Η βαρλααμική Δύση θα πάρει την εκδίκησή της! Η έκδοση των έργων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (υπό τη διεύθυνση του καθηγ. Π. Χρήστου) στη δεκαετία του 1960 και η επιστημονική προσφορά θεολόγων, όπως ο π. Ι. Ρωμανίδης, στη διερεύνηση της ησυχαστικής παραδόσεως, θα βοηθήσουν στην επανανακάλυψη των ρωμαίικων-ορθοδόξων θεμελίων μας. Είναι η αναβίωση μιας συνειδήσεως, που απλώνεται αδιάκοπα στη γενιά μας -αληθινό δώρο του Θεού στην κρισιμότητα των καιρών μας. Η εποχή μας έχει ένα σημαντικό κοινό με τον «βυζαντινό» 14ο αϊώνα και την εποχή πριν από την άλωση: την τραγική σύγχυση και αδρανοποίηση των παραδοσιακών μας κριτηρίων. Η ησυχαστική παράδοση, που ολοένα αναγεννάται, είναι γι’αυτό ιδιαίτερα αναγκαία σήμερα, που όλα δείχνουν πως αγγίζουμε την τελική πτώση.

Βιβλιογραφία (κατ’επιλογήν)

Αρβελέρ-Γλύκατζη, Ελ., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μεταφρ. Τ. Δρακοπούλου), Αθήνα Ι977.
Beck, Η-G., Ηumanismus und Palamismus, Xlle Congrés Ιnternαtional des Etudes Byzantines, 3, Belgrade 196J, σ. 63-82.
Charanis, Ρ., “Observations οn the «Anti-Zealot» Discourse of Cabasilas,” Revue des Etudes Sud-Est Europeennes, IΧ(Ι971), σ. 369-76.
Charanis Ρ., “Internal Strife in Byτantium during the fourteenth century,” Byzantion, XV (1940-4Ι), σ. 208-230.
Χρήστου Π., άρθρο «Ζηλωταί» στη ΘΗΕ 6 (1965), στ. 461- 64.
Γιανναρά Χρ., Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992.
Guilland R., Essais sur Nicéphore Gregoras, L'homme et l'oeuvre, Paris 1926.
Hrochava(V.), “La révolte des Zêlotes à Salonique et les communes italiennes,” Byzantinoslavica 22 (1961) 1-Ι5.
Iστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών) Θ (1980), σ. 152 ε.ε., 375 ε.ε. (Αγγ. Λαΐου και Μ. Ανάστος).
Jugie Μ., «Palamas Grégoire» και «Palamite Controverse», στο Dictionnaire de Theologie Catholique, ΧΙ (Paris, 1932), σ. 1735-1818.
Κορδάτος Γ., Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα, 1931. Του Ίδιου, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1928.
Μαντζαρίδη Γ., Παλαμικά, Θεσσαλονίκη 1983.
Meyedorff, J., lntroduction ά l'Etude de Gregoire Palamas, Paris 1959.
Του Ίδιου, Byzantine Hesychasm. Historical, Theological and Social problems, London Ι974.
Του Ίδιου, Gregory Palamas and orthodox spirituality, Ν. York 1974.
Νικοδήμου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, Εν Βόλω 1969.
Nicol, D.M., Church and Sοciety in the last centuries of byzantium, Cambridge Ι979.
Του Ίδιου, The Last centuries of Byzantium, 1261-1453, London 1972. Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, Η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. «Μέλισσα», τ. Α; 1966.
Παπαδοπούλου Στ.Γ., Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1970.
Φειδά Βλ., Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Β΄ Αθήναι 1977.
Runciman St., Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Αθήνα 1970.
Του Ίδιου, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, Αθήνα 1982.
π. Ρωμανίδη, Ι.Σ., Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη 1981.
Του Ίδιου, Franks, Romans, Feudalism and doctrine. Αn Interplay between Theology and Society, 1981.
Του Ίδιου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες, τ.1, Θεσσαλονίκη 1984.
Sevcenko Ι., Nicolas Cabasilas «Αnti-Zealot» Discourse: A Reinterpretation, D. Ο. Ρ. 11 (1957) 79-171.
Του Ίδιου, Alexios Makrembolites and his «Dialogue» between the Rich and the Poor, Zbornik, Radova 6 (1960) 187-228.
Setton, Kenneth Μ. (μεταφρ. Π.Π. Παναγιώτου), Tο βυζαντινό υπόβαθρο της Ιταλικής Αναγέννησης, Αθήνα 1989.
Σωτηροπούλου Χ., Θέματα Θεολογίας του ΙΔ' αιώνος, Αθήναι 1987.
Tafrali, Ο., Thessalonique αu XIVe siècle, Paris 1913.
Vassiliev A.A., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1453 (μετάφρ. Δημ. Σαβράμη), Αθήνα 1954.
π. Βλάχου Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.
Του Ίδιου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως αγιορείτης, (χ.τ.χρ.).
Του Ίδιου, Μικρά Είσοδος, Αθήνα 1992.
Weiss, G., Joannes Kantakuzenos- Aristocrat, Staatsmann, Kaiser and Mönch - in der Gesellschaftsentwicklung von Byzanz im 14. Jahrhundert, Wiesbaden Ι969. Werner Ε., Gesellschaft und Kultur im XIV Jahrh. “Sozial- Ökonomischen Fragen”, Actes du XIVe Congrés International des Etudes Byzantines, 1, Bucarest 1974, 93-110.
Ζακυθηνού Δ., «Ιδεολογικαί Συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», Ν. Εστία 47 (1950) 794-99.


Επιστροφή >  http://www.blogger.com/home?pli=1