Share |

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Κλεομένης Κουτσούκης- Ο κοινωνικός στοχασμός του Ζαχαρία Παπαντωνίου: Οι απολλώνιες διαστάσεις του έργου και της προσωπικότητάς του*




 Εισήγηση  στην Ακαδημία Αθηνών στο συνέδριο για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου (Δεκέμβριος 2010) 



Κλεομένης Κουτσούκης
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου







Ι.  Εισαγωγικά

     «Ο κόσμος του Ζαχαρία Παπαντωνίου είναι ένας πλατύχωρος κόσμος και οι μορφές του έργου του πολυάριθμες… Έχει μέσα του όση μπορεί ευαισθησία και πολύ στοχασμό… Θα μπορούσε να είχε γράψει πολύ περισσότερα, αν δεν είχε το ελάττωμα ή το προνόμιο, κατά την περίσταση, να στοχάζεται τόσο, εκείνο που ήταν να πει…»
     Αυτά γράφει για τον Ευρυτάνα λογοτέχνη ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, προλογίζοντας πριν από χρόνια την τρίτη έκδοση του βιβλίου του Ζαχαρία  Παπαντωνίου: Παρισινά Γράμματα.[1]
     Είναι τόσες πολλές οι πτυχές του έργου και της προσωπικότητας του Ζ. Π., ώστε είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς γι’ αυτόν συνολικά και ολοκληρωμένα.  Είναι ενδεικτικό ότι σ’ ένα αφιέρωμα που του έγινε από το περιοδικό «Νέα Εστία» λίγους μήνες μετά το θάνατό του (1940), υπάρχουν πάνω από δέκα πέντε ενότητες – κεφάλαια, που στοχεύουν ακριβώς να δουν το έργο του και την όλη του ζωή και δράση μέσα από ποικίλες εκφάνσεις και οπτικές.[2]  Ο Ζ. Π., αν και συγκαταλέγεται στους ολιγογράφους για το μικρό σε όγκο έργο του, όπως το χαρακτηρίζουν οι ομότεχνοί του, ωστόσο δεν παύει να είναι ποιοτικά ανώτερο και πλούσιο σε εξειδικεύσεις και σε πολλούς τομείς κατανεμημένο, όπως του ποιητή, του διηγηματογράφου, του παιδαγωγού, του δοκιμιογράφου, του δημοσιογράφου, του τεχνοκρίτη, του χρονογράφου κ.ά.  Ταυτόχρονα προκύπτει ότι και ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά του διακρίνονται για ορισμένα γνωρίσματα, συχνά έντονα ή και εκ πρώτης όψεως αντιφατικά μεταξύ τους.

     Σκοπός μας στην παρούσα εισήγηση είναι να αντλήσουμε, μέσα από το πολύπτυχο έργο του, τις βασικές ιδέες και αντιλήψεις του, που συγκροτούν την βιοθεωρία και κοσμοθεωρία του λογοτέχνη και διανοητή Ζ. Παπαντωνίου.   Προπαντός αυτές τις σκέψεις που αναφέρονται στη ζωή γενικά, στην κοινωνία, την τέχνη και την ηθική.  Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι θα έμοιαζε με ανευλάβεια (αν όχι ιεροσυλία) να προσπαθήσει να εκμαιεύσει κανείς τέτοιες σκέψεις από έναν λογοτέχνη, που με τη γραφή του σκόπευε πρωτίστως να συγκινήσει αισθητικά, δίνοντας έμφαση στο στυλ και τη μορφή του λόγου, δηλ. το ύφος γραφής. 

     Στην εξέταση αυτής της οπτικής του λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου, που είναι άγνωστη στους πολλούς, μάς οδηγεί αβίαστα το γεγονός ότι η πρώτη του ενασχόληση με την δημοσιογραφία από το 1893, τον καθιστούσε έναν από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.  Ως εκ τούτου έχει ενδιαφέρον να ανιχνεύσει κανείς πέρα από τη δημοσιογραφική και λογοτεχνική του πέννα και τον πυρήνα επίσης των πολιτικών και κοινωνικών ιδεών του, τις οποίες έμμεσα ή άμεσα προβάλλει, τόσο μέσα από την εφημερίδα ή τις εφημερίδες, όπου έγραφε συστηματικά και για πολλά χρόνια, όσο και από τα λογοτεχνικά του βιβλία.  Όπως λέει ο βραβευμένος με το φετινό βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, Μάριο Βαργίας Λιόσα, «η καλή λογοτεχνία δεν είναι απλώς μια φανταστική ψυχαγωγία αλλά και ένα μέσο για την καλύτερη κατανόηση του κόσμου στον οποίο ζούμε».[3]  Αυτή την αποστολή την εκπλήρωσε στο έπακρον ο Ζ. Παπαντωνίου διότι και ως λογοτέχνης και ως δημοσιογράφος έταξε τον εαυτό του να συμβάλει σ’ αυτή την κατανόηση του κόσμου στην Ελλάδα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.  Στο πλαίσιο της δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας επιχειρεί να ερμηνεύσει κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές καθώς και μορφές που έπαιζαν κάποιο πρωταγωνιστικό ρόλο στην εποχή εκείνη.  Συναφώς έχουν ενδιαφέρον τα όσα είπε ο Ζ. Παπαντωνίου στην αντιφώνησή του κατά την είσοδό του στην Ακαδημία Αθηνών (1938), κυρίως όσα, μεταξύ άλλων, είπε για το πώς αισθάνεται την αποστολή του λογοτέχνη καθώς και τις ευθύνες που επωμίζεται απέναντι στην κοινωνία και το αναγνωστικό κοινό: «Έχω γνωρίσει το ελληνικό κοινό.  Το παρακολούθησα ως λογογράφος και ως αναγνώστης, το είδα από πολύ κοντά ως διευθυντής μουσείου και ως κριτικός της τέχνης.  Ένιωσα τις οξύτατες και τις θαυμάσιες διαισθήσεις του.  Είδα την αντίστασή του στη φρεσκοπληξία, στο σνομπισμό, το σοφό δισταγμό του μπροστά στο θορυβώδες και το εντυπωσιακό, την υπομονή και τον πόθο του για το αληθινό και το διαρκές.  Τέτοιο κοινόν κάθε συγγραφέας πρέπει διαρκώς να το στοχάζεται και να ρωτά: «Τι του έχω δώσει; Το πλήθος συνεργάζεται με τη στιγμή και με τον θόρυβο.  Το κοινόν με τη σιωπή και με το χρόνο.  Στη συνείδησή του (κοινού) και όχι στα γραφεία μας, σχηματίζεται η ιστορία των ελληνικών γραμμάτων».[4]

     Για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, ο ακαδημαϊκός Γρηγόριος Ξενόπουλος, στην ομιλία του κατά την υποδοχή του Ζ. Π. στην Ακαδημία θα πει μερικά αποκαλυπτικά:  «Μόνο εσύ, αληθινά, ο θρεμμένος με τη βυζαντινή τέχνη και ιστορία μπορούσες να γράψης ένα τέτοιο αναδημιουργικό και υποβλητικό καλλιτέχνημα (εννοεί τον βυζαντινό όρθρο).  Και θα αναφέρω ακόμα το «χτυπημένο Γεράκι» και το «Φουστάνι της Λελούδας».  Δυο πολύ πρωτότυπα διηγήματα που τα συμπαθώ ξεχωριστά, σαν ιδιόρρυθμη κοινωνική φιλοσοφία το ένα, σα βαθύτατη ψυχογραφία το άλλο.  Στο χρονογράφημα είσαι ο πρώτος που ανέβασες το είδος σε αληθινή… λογοτεχνική περιωπή…  Είσαι ρεαλιστής, που από την πραγματικότητα που αναπαριστάς ξεχύνεται η ποίηση, όπως η ευωδιά από το άνθος, γιατί προπάντων είσαι ποιητής κι η ιστορία σου είναι πάντα και φιλοσοφία, γιατί σε σένα η φιλοσοφική διάθεση είναι τόσο δυνατή, όσο κι η ποιητική…  Η ζωγραφική και η γλυπτική δεν έχουν εδώ σοφότερο και βαθύτερο κριτικό από σένα».[5]

     Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς, τι νόημα έχει να απομονώσεις αποσπασματικά τις σκέψεις και τις ιδέες ενός διανοούμενου συγγραφέα, ποιητή και πεζογράφου, τη στιγμή που οι ιδέες του και οι ανθρώπινες ευαισθησίες του είναι διάχυτες μέσα στο έργο του;  Κάθε στίχος του, κάθε αράδα κρύβουν ένα συναίσθημα, μια ιδέα, έναν κόκκο σκέψης, με τον οποίο σαγηνεύει τον νου και την καρδιά αυτού που τον διαβάζει, προκαλώντας του μύριες όσες σκέψεις και ανατάσεις;  Πραγματικά, ένας τέτοιος αποσπασματικός λόγος θα αδικούσε τον στοχασμό και το ύφος του Ζ. Παπαντωνίου.  Ωστόσο, αν επιχειρείται εδώ αυτό, γίνεται για να αποσπάσουμε με τα δικά μας μέτρα κάτι πιο συγκεκριμένο και κατανοητό για τον στοχασμό και τη σκέψη του Ζ. Παπαντωνίου, γιατί θεωρούμε, ότι με την γραφή του άσκησε επιρροή, επί τα βελτίω, στις συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές της κοινωνίας του καιρού του.

      Με δεδομένο όμως το πολυσύνθετο έργο του Ζ. Παπαντωνίου το εγχείρημα αυτό δεν είναι εύκολο και γι’ αυτό θα περιορισθούμε εδώ επιλεκτικά σε μερικές από τις, ίσως, πιο αντιπροσωπευτικές, κατά την κρίση μας, επισημάνσεις, που αφορούν τις σκέψεις του για τη ζωή, την κοινωνία, την ηθική και την τέχνη.  Όλα αυτά, όπως θα δούμε, στον στοχασμό του Ζ. Παπαντωνίου συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.  Ωστόσο, μόνο ψήγματα του στοχασμού του θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε εδώ.  Κύριος σκοπός μας είναι να καταδείξουμε, όχι τόσο τον λογοτέχνη, ποιητή ή διηγηματογράφο, που ως τέτοιος κυρίως είναι γνωστός, όσο τον στοχαστή Ζαχαρία Παπαντωνίου.  Δεν ζει μόνο τον κόσμο της φαντασίας αλλά προ παντός τον κόσμο της κοινωνικής πραγματικότητας.  Από αυτόν αντλεί ερεθίσματα για τον στοχασμό του, παράλληλα με αυτόν της λογοτεχνίας.  Γι’ αυτό, μελετώντας συνολικά το έργο του, δεν έχουμε παρά να ασπασθούμε, χωρίς καμιά επιφύλαξη, την διαπίστωση που κάνει ο ακαδημαϊκός Στράτης Μυριβήλης λέγοντας για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου: «Αν βγάλει κανείς τέσσερα ή πέντε ποιήματα και άλλα τόσα διηγήματα στο υπόλοιπό του έργο της φαντασίας, διακρίνει περισσότερο τον σοφό κατασκευαστή παρά το δημιουργό, που μεταγγίζει τη ζεστή καρδιά του.  Γενικά μέσα σ’ αυτόν τον λαξευτή του ελληνικού λόγου, κυριαρχούσε ο εγκέφαλος του διανοητή και η εξεταστική ματιά του αισθητικού εις βάρος της συνθετικής ευαισθησίας του καλλιτέχνη… Ήταν ο μεγάλος μαέστρος της ισορροπίας».[6]  Η διαπίστωση αυτή μάς οδηγεί να τον χαρακτηρίσουμε ως απολλώνιο στοχαστή, όπως αναλυτικότερα θα εξηγήσουμε στα επόμενα. 

ΙΙ.  Οι απολλώνιες διαστάσεις του έργου και ο συγκρουσιακός ψυχικός
     του κόσμος

      Σε αντίθεση με τον, σχεδόν σύγχρονο αλλά μεγαλύτερό του, Κωστή Παλαμά, ο οποίος, κατά τον Κων. Τσάτσο, «είναι ελάχιστα στοχαστής· είναι μάλιστα αρνητής και περιφρονητής του στοχασμού», ο Ζ. Παπαντωνίου είναι θα ’λεγα πρώτα στοχαστής και μετά ποιητής.  Συνεχίζοντας ο Κ. Τσάτσος θα πει ότι «ο Παλαμάς δεν εκφράζει καμιά σκέψη και ούτε μπορεί να δεχτεί τον έπαινο του στοχαστή που του προσνέμουν.  Ο Παλαμάς δεν έχει καμιά φιλοσοφική διάθεση.  Φθάνει το πολύ ως την αμφιβολία για την αξία της σκέψης».[7]

     Απεναντίας, θα λέγαμε, ότι το έργο του Ζ. Παπαντωνίου πείθει ότι δικαιούται τον τίτλο του στοχαστή και λίαν στοχαστικού συγγραφέα.  Η δομή του λόγου του δεν έχει μόνο λογοτεχνικές αλλά και επιστημονικές αρετές.  Γνωρίσματα δηλαδή, που ταιριάζουν στον επιστημονικό λόγο, τον οποίο χαρακτηρίζουν η σαφήνεια και ακριβολογία, η παρατηρητικότητα και ευθυκρισία, η ισορροπία και λογική συσχέτιση νοημάτων και επιχειρημάτων και πάνω απ’ όλα η αυστηρή μέθοδος.  Αυτή πείθει για την αντικειμενικότητα και την αλήθεια των σκέψεων και διανοημάτων του.  Ακόμη και η ποίησή του δείχνει ότι αυτή απορρέει περισσότερο από τη λογική και τον ορθολογισμό παρά από το συναίσθημα και τον αυθορμητισμό.  Πεζός και έντεχνος λόγος «όζουν λυχνίας», τουτέστιν είναι απόρροια βαθιάς σκέψης και ελεγχόμενου συναισθηματισμού, αν όχι πλήρως μεθοδολογικού σχεδιασμού.  Έτσι, ολόκληρο το έργο του Ζ. Παπαντωνίου τον καταξιώνει να θεωρείται ως ένας Απολλώνιος (στοχαστής) παρά Διονυσιακός.  Στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο λογοτεχνικός του λόγος είναι διττός με σαφή όμως υπεροχή την Απολλώνια έκφανσή του.[8]

     Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου είναι γεμάτος στοχασμό.  Θα διακινδύνευα να πω ότι είναι ο στοχαστικότερος της γενιάς του, γιατί οι ανθρωποκεντρικές και πατριδολατρικές του ιδέες είναι διάσπαρτες σε όλο του το έργο, πεζό και ποιητικό.  Ο στοχασμός του κυριαρχείται από ευαισθησία και συμπάθεια για τον άνθρωπο, πότε με τις αρετές του και πότε με τα πάθη του.  Ο στοχασμός του αυτός εμφανίζεται πιο κοινωνικός και οικουμενικός, ιδίως μετά την, ευεργετική και δημιουργική για την ψυχή και τη σκέψη του, τρίχρονη παραμονή του στο Παρίσι.  Η εμπειρία του εκείνη τού έδωσε μεγάλες διανοητικές ανατάσεις και πνευματικά ερεθίσματα. Γονιμοποίησε ολόκληρο το είναι του.  Δεν αγκαλιάζει μόνο την τέχνη, την αισθητική, την ποίηση και λογοτεχνία αλλά κινείται πάντα /συχνά γύρω από τον άνθρωπο, την πατρίδα, την κοινωνία, το έθνος, τη φύση, τη ζωή των ταπεινών και περιθωριακών.  Τα πάθη τέτοιων απλών ανθρώπων, τα πορτραίτα τους τα δίνει με το απαράμιλλο ύφος του, άλλοτε στα διηγήματά του κι άλλοτε στα ποιητικά του έργα, δομημένα όλα με συναίσθημα και κοινωνική ευαισθησία.
    
     Στην πολιτική κοινωνιολογία, προκειμένου να ανιχνεύσουμε τη σκέψη και ώριμη συμπεριφορά μιας ηγετικής κυρίως προσωπικότητας, συχνά αξιοποιούμε, με τις όποιες επιφυλάξεις,  τα πορίσματα της ψυχολογίας.[9]   Θα ήταν ενδεδειγμένο ο κοινωνικός στοχασμός του να εξεταζόταν στο πλαίσιο μιας ευρύτερα ολοκληρωμένης ανάλυσης της προσωπικότητας του Ζ. Παπαντωνίου, κάτι όμως που ξεφεύγει από τα όρια της παρούσης εισήγησης.  Γι’ αυτό εδώ θα περιορισθούμε σε μερικές μόνο επισημάνσεις γύρω από την προσωπικότητά του, στην προσπάθειά μας να φωτίσουμε τις πρώτες καταβολές, αν όχι γενεσιουργά, κατά την άποψή μας, αίτια του κοινωνικού στοχασμού του και της συμπεριφοράς του.   Θεωρούμε ότι αυτά ανάγονται σε έναν ανεξερεύνητο ως τώρα βαθύτερο ψυχισμό του.  Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα ήταν χρήσιμο, σύμφωνα με τις θεωρίες της προσωπικότητας, να γίνουν κάποιες αναγωγές σε ορισμένες ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος εκφάνσεις της προσωπικότητάς του.  Αυτές κατά βάση παραπέμπουν σε καταλυτικά συμβάντα της παιδικής και νεανικής του ζωής.  Αποτελούν τραυματικές εμπειρίες που, ίσως, χάραξαν τον ψυχικό του κόσμο και επηρέασαν την μετέπειτα συμπεριφορά του.[10]

     Ως σημαδιακά για μια απόπειρα ψυχαναλυτικής ερμηνείας της προσωπικότητάς του και της μετέπειτα συμπεριφοράς του, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις του, θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν τα όσα καταθέτει ένας σοβαρός μελετητής του έργου του, ο Καρπενησιώτης συγγενής του, Νίκος Ζωρογιαννίδης. Στην επιμελημένη από τον ίδιο πρόσφατη έκδοση των «Παρισινών Γραμμάτων», που μόλις προλάβαμε να ρίξουμε μια ματιά, αναφέρει μεταξύ άλλων, α) ότι ήταν «το πιο υπάκουο και φιλάσθενο παιδί των γονιών του», β) ότι «τελείωσε τις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου στο Καρπενήσι», γ) ότι «έφερε μέσα του τις αρετές του επαρχιώτη, την τιμιότητα, δηλαδή, τον σεβασμό προς κάθε κατεύθυνση, που τις διδάχθηκε από τον θεοφοβούμενο πατέρα του, διδάσκαλο και συγγραφέα μιας μονογραφίας με τον τίτλο «περί θειότητος του χριστιανισμού», δ) ότι «εξ αιτίας της λεπτής ευαισθησίας του, πολύ νωρίς απομακρύνθηκε απ’ την επιστήμη.  Ως φοιτητής ιατρικής στο πρώτο μάθημα της ανατομίας λιποθύμησε» και τέλος, ως κατακλείδα, ε) ότι «κλειστός καθώς ήταν, κατά βάση, χαρακτήρας δύσκολα θα λέγαμε καταλάβαινε κανείς τον ψυχικό του κόσμο».[11]  Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Ζ. Παπαντωνίου ήταν δεμένος με την οικογένειά του, τους στοργικούς γονείς του, τον δάσκαλο πατέρα και την πολύ τρυφερή μητέρα του καθώς και τα αδέλφια του, που τον χαμό τους θρήνησε νωρίς.  Κατόπιν έρχεται το σχολείο, τα παιδιά της ηλικίας του, που έπαιζε μαζί τους, η εκκλησία, όπου έψελνε ο πατέρας κι ο παππούς του κ.ά.

     Από μελέτες σχετικές με την προσωπικότητα προσώπων που ξεχωρίζουν στη δημόσια ζωή, κατά κανόνα ως παιδιά, τα αγόρια, έχουν ισχυρή την θέληση να μοιάσουν του πατέρα τους.  Ακόμη περισσότερο, τείνουν ασυνείδητα να ξεπεράσουν τον πατέρα, που αρχικά λειτουργεί ως πρότυπο εξουσίας και ταυτόχρονα μίμησης.[12] 

     Δίνοντας προτεραιότητα στην ψυχική του ανάγκη για θεραπεία της «φιλασθένειάς» του επέλεξε να γραφτεί στην Ιατρική Σχολή και να γίνει γιατρός.  Παραμέρισε έτσι, για λίγο, το πρότυπο του δάσκαλου/παιδαγωγού, που ήταν ο πατέρας του, αφού βάλθηκε να γίνει γιατρός.  Τον πρόδωσε όμως η υπερβολική του ευαισθησία και μια κάποια έμφυτη αισθητική του αντίληψη, που δεν μπορούσαν να αντέξουν την «κατακρεούργηση» ενός πτώματος στο μάθημα της ανατομίας.  Έτσι, εγκατέλειψε την ιατρική![13]  Αυτό τον επαναφέρει στο πρότυπο του πατέρα.  Στην μετέπειτα πορεία του, ωστόσο,  θα αναβαθμίσει αυτό το αρχικό πρότυπο.  Ταυτόχρονα θα το συνδυάσει με «διευρυμένη» άσκηση της «ιατρικής», που την είχε απορρίψει.  Ο «ασθενής» γι’ αυτόν πλέον είναι η κοινωνία με τις ποικίλες παθογένειες, που την μαστίζουν.  Για τη θεραπεία της υιοθετεί διττό ρόλο, γίνεται ταυτόχρονα «γιατρός» και «παιδαγωγός».  Ικανοποιεί έτσι τόσο την εσωτερική παρόρμηση να ακολουθήσει το πρότυπο του πατέρα, όσο και τη δική του επιλογή να γίνει γιατρός, που την μεταθέτει ως «γιατρός» για ολόκληρη την κοινωνία.

     Η μεγάλη αναγνωσιμότητα των χρονογραφημάτων του δείχνει την πλέρια αποδοχή από την μεριά του κόσμου.  Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη ανταμοιβή του για το διττό λειτούργημα που επιτελούσε.  Του έδινε ανακούφιση και τον λύτρωνε από έντονες συγκρουσιακές καταστάσεις που ζούσε στον ψυχικό του κόσμο.  Φαίνεται πως αυτή η «μαστοριά» της αρχιτεκτονικής του λόγου του, το στυλ και το ύφος της γραφής του προέρχεται από μια ψυχική έντονη πλέον ανάγκη, ως συμπλήρωμα της δημοσιογραφικής και λογοτεχνικής του έκφρασης.  Μοιάζει σα να θέλει, με το δικό του ύφος και την αισθητική του λόγου του, να συγκινήσει τον κόσμο γύρω του, τους αναγνώστες του.  Αυτό του δίνει μια αίσθηση ικανοποίησης για τη «θεραπευτική αγωγή» που προσφέρει και επομένως έρχεται ως ένα τρόπαιο νίκης.  Έχοντας διαγνώσει εύστοχα την πολύπτυχη παθογένεια, με τη διεισδυτική του ματιά, πραγματικά «πίστευε πως πρώτα έπρεπε να μορφώσουμε την κοινωνία (μας) κι ύστερα να οργανώσουμε το κράτος».[14] 

      Ο Ζ. Παπαντωνίου είχε αναμφίβολα πολλές ευαισθησίες.  Πιο σημαντική είναι αυτή που αναφέρεται στην αισθητική εμφάνιση των πραγμάτων, του τοπίου, του κόσμου γύρω του.  Γι’ αυτό είναι λάτρης της αρμονίας στο στίχο αλλά και στη φράση και στην έκφραση.  Δεν είναι τυχαίο ότι επικράτησε ο χαρακτηρισμός του ως «στυλίστας».  Δίνει μεγάλη σημασία στην μορφή, στο ύφος, στην αρχιτεκτονική δομή του λόγου.  Γι’ αυτό, ως ένα βαθμό, είναι ο ορθολογιστής Απολλώνιος, που θέλει την αρμονία υπεράνω όλων.  Αποτελεί αναμφίβολα έκφραση της απολλώνιας φύσης του. Ακόμη και η όποια έμπνευσή του θα πάρει σάρκα και οστά μέσα από την λογική της δικής του αρχιτεκτονικής.  Το συναίσθημα εκφράζεται μέσα από μια αρμονική στοίχιση των αισθήσεων και άρτια αισθητική εμφάνιση, τόσο του αντικειμένου, όσο και του υποκειμένου.

ΙΙΙ.  Κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής του:   
      Κρατικός λειτουργός και ο δημόσιος λόγος του

     Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δεν είναι πολιτικός στοχαστής ούτε καν πολιτικός δημοσιογράφος.  Ο στοχασμός του, ωστόσο, είναι διάχυτος σε όλα του τα κείμενα ανεξάρτητα αν αυτά είναι δημοσιογραφικά χρονογραφήματα, στήλες αισθητικής κριτικής, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, διηγήματα, δοκίμια κ.ά.  Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι κινείται με μετριοπάθεια στο χώρο του φιλελεύθερου κέντρου.

     Εξάλλου, εκτός από την πέννα, συνέβαλε και με τη δράση του στην υλοποίηση πολλών εκσυγχρονιστικών ιδεών, άλλοτε καταλαμβάνοντας τη θέση του νομάρχη σε διάφορες περιοχές της χώρας, κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης των φιλελευθέρων υπό τον Ελ. Βενιζέλο (1912-1920) και άλλοτε ως μέλος διαφόρων επιτροπών, αλλά ιδιαίτερα ως Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης καθώς και Καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών.

     Ανάμεσα στις πάμπολλες συνηγορίες για τον κοινωνικό στοχασμό του Ζ. Παπαντωνίου, αναφέρουμε ενδεικτικά και συνοπτικά μερικές απ’ αυτές, όπως: Ο Δ. Καμπούρογλου εκτιμώντας την όλη προσωπικότητα του Ζ. Παπαντωνίου και προπαντός τον κοινωνικό του προβληματισμό γράφει ότι είναι «χαρακτηριστής και κοινωνιολόγος δυσαναπλήρωτος… βγαλμένος από τους κόλπους της ελληνικής επαρχίας, μυρωμένος από τη σεμνότητα και την καρτερία της, είχε το αδιάφθορο και αφιλόκερδο ήθος της… Το αισθηματικό του θησαύρισμα τον οδηγούσε προς την ποίηση, η ευρυτάτη και ποικίλη μάθησή του τον παρακινούσε προς την διδαχή του κοινού, ο ηθικός του βίος τού μαρτυρούσε το καθημερινό χρέος του προς την αγίνωτη και ακυβέρνητη νεοελληνική κοινωνία».[15]  Ενώ ο Ηλ. Βουτιερίδης θα γράψει: «Στις ιδέες και στον τρόπο της δημιουργίας του, δεν ακολουθεί καμμιά ωρισμένη τεχνοτροπία και ιδεολογία.  Είναι ολότελα πρωτότυπος.  Έχει τη δική του τέχνη κι οι ιδέες του είναι το φανέρωμα της βαθιάς αισθητικότητάς του, αντικρύζει τη φύση και τη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου της ψυχής με μάτι καλλιτέχνη και φιλοσόφου… Στην ποιησή του υπάρχει σκέψη που διατυπώνεται πάντα με τον πιο ποιητικό τρόπο».  Εξάλλου, τον Γιάννη Κορδάτο, που θεωρεί ότι ο Ζ. Παπαντωνίου «… για μια περίοδο έκανε τον σοσιαλιστή…» κι ότι «ωστόσο ο στοχαστής αυτός … έμεινε ολότελα αδιάφορος και ασυγκίνητος μπροστά στα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας», τον αντικρούει ένας σοβαρός μελετητής του Ζ. Παπαντωνίου, ο Μιχάλης Σταφυλάς, λέγοντας ότι απεναντίας ο Ζ. Παπαντωνίου «κατηγορήθηκε ως εισαγωγέας σοσιαλιστικών ιδεών».[16]

     Είναι ενδεικτικό ότι σε ένα από τα «Παρισινά του Γράμματα», που αναφέρεται στην περίφημη «LInternationale” δηλ. τον ύμνο του σοσιαλισμού, καταθέτει τις πρώτες απόψεις του για τον σοσιαλισμό, στις αρχές του 20ου αιώνα.  Αφού παραθέσει το κείμενο του ύμνου και το σχολιάσει, θα κλείσει λέγοντας, μεταξύ άλλων: «Βεβαίως είνε ύμνος, και ως ύμνος περιέχει αγριότητας, επειδή δε ο σοσιαλισμός είνε ζήτημα εξελίξεως και όχι ορμών τυφλών, δύναται το άσμα αυτό να παρασύρη και τους αλήτας εις πλιάτσικο.  Αλλ’ αν εξετάσωμε ηρέμως τα πράγματα θα ίδωμεν ότι η «Internationale” εις τας τρελλάς στροφάς της περιέχει όλον τον σοσιαλισμόν του μέλλοντος».[17]

     Πόσο σημαντική είναι για τον Ζ. Παπαντωνίου η κοινωνιολογική σκέψη που σημαίνει  ευρύτερη γνώση για τα κοινωνικά φαινόμενα και τον κοινωνικό προβληματισμό φαίνεται από απόσπασμα συνέντευξής του, που παραθέτει σε σχετική μελέτη της η Φωτεινή Κεραμάρη, η οποία έχει ασχοληθεί συστηματικά και ενδελεχώς με το συνολικό έργο του.  Συγκεκριμένα, διατυπώνει ο Ζ. Παπαντωνίου την άποψη, με αφορμή κριτική πάνω στο έργο του Καρκαβίτσα, λέγοντας μεταξύ άλλων:  «Αλλά ο Καρκαβίτσας, όπως και το πλείστο των Ελλήνων δεν ήθελε να ξαίρη τίποτα από κοινωνιολογία.  Αγνοούσε κι’ αυτός όπως και όλοι σχεδόν οι σημερινοί λόγιοί μας, ότι δεν μπορείς να είσαι σοβαρός ούτε ποιητής ούτε πεζογράφος ούτε ζωγράφος ούτε μουσικός αν δεν φροντίσης να γνωρίσης πρωτήτερα τη ζωή κάτω από το άπλετο φως της κοινωνιολογικής επιστήμης».[18]                                      

     Εξάλλου, η ταύτισή του με τους θιασώτες του δημοτιστικού κινήματος πρωτοπόρους σοσιαλιστές, όλων των ομάδων διανοουμένων της εποχής εκείνης, που εκφράζονται μέσα από τον «Νουμά» και το «Μέλλον» αλλά και η στενή αδελφική φιλία του με τον πρώτο σοσιαλιστή λογοτέχνη Ρουμελιώτη Κώστα Χατζόπουλο, ενισχύει την παραπάνω αντίκρουση που κάνει ο Μ. Σταφυλάς.  Ο Ζ.. Παπαντωνίου εμφορείται ακόμη από τις ίδιες εκσυγχρονιστικές ιδέες και αντιλήψεις των παραπάνω σοσιαλιστών.  Το βήμα της εφημερίδας απ’ όπου εξέφραζε τις ιδέες του διευκόλυνε τη διάδοσή τους.  Το γεγονός, άλλωστε, ότι εθήτευσε επανειλημμένα ως νομάρχης σε κυβερνήσεις του Ελ. Βενιζέλου, στις οποίες πρωτοκλασάτο στέλεχος υπήρξε ο αρχηγός των σοσιαλιστών Αλέξανδρος Παπαναστασίου, συνηγορεί από πολλές απόψεις στην απόρριψη της μομφής από τον Γ. Κορδάτο, ότι υπήρξε αδιάφορος και ασυγκίνητος για τα μεγάλα προβλήματα της εποχής.[19]

     Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στα χρονογραφήματά του ως στοχαστής σε πεζό ρυθμό εκφράζεται με τη διάθεση ενός κοινωνικού ανατόμου, που επιζητεί τη διάγνωση μιάς κοινωνικής παθογένειας για να προβεί στη συνέχεια στη διατύπωση θεραπευτικής αγωγής.  Δίνει μια «συνταγή θεραπείας» διασκεδάζοντας τον «ασθενή» και ξεγελώντας την αρρώστια του με αφηγηματική χάρη και λογοτεχνικό ύφος και άλλα τερτίπια της τέχνης, που υποβάλλουν τον ασθενή μαγεύοντάς τον.  Είναι η επαγωγική του μέθοδος.  Ο κόσμος στον οποίο απευθύνεται ο Ζ. Παπαντωνίου είναι αυτός που αρχίζει να αστικοποιείται, που μπαίνει σε νέα καλούπια ομαδικής συμπεριφοράς.  Γι’ αυτό βάλθηκε να του καλλιεργήσει μια νέα συνείδηση κοινωνικής συμπεριφοράς, ταιριαστή για την αρμονική συμβίωση σε ένα νέο κόσμο.  Ωστόσο, θέλει να του υπενθυμίζει τις αρχές και τα ήθη της ως τώρα πολύτιμης παραδοσιακής ζωής, με τις αξίες της οποίας ως τώρα είναι και αυτός μεγαλωμένος.

     Αν κρίνουμε από πολλά χρονογραφήματά του, που τον κατέστησαν δημοφιλή στην αθηναϊκή κοινωνία, θα δούμε σ’ αυτά, ότι, με το λεπτό χιούμορ που τον διέκρινε, είναι κριτικός απέναντι σε πολλές συλλογικές νοοτροπίες στην ελληνική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα.  Αν λάβουμε δε υπόψη μας και το γεγονός, ότι πολιτικά τάχθηκε υπό την σημαία των Φιλελευθέρων, θητεύοντας επανειλημμένα ως Νομάρχης, με τα μέτρα της εποχής του, δεν θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε συντηρητικό.  Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να τον αποκαλέσουμε ούτε σοσιαλιστή ή μαρξιστή, λόγω του ότι έδειχνε συμπάθεια στους νεοφανείς σοσιαλιστές και τις ιδέες τους όταν έγραφε: «εδροσίσθη η ψυχή μου όταν έμαθα ότι πέντε σοσιαλισταί εμπήκαν εις την ελληνικήν Βουλήν και ότι υπάρχει εδώ εταιρεία νέων διαδίδουσα τας κοινωνιολογικάς επιστήμας.  Θα μας δώσουν, ελπίζω, να εννοήσωμεν και ημείς ότι οι άνθρωποι είναι ένα μόνον είδος … και ότι είναι ίσοι, εντελώς ίσοι, απολύτως ίσοι ενώπιον Θεού και ανθρώπων…».[20]

     Θα πρέπει βέβαια να τονισθεί εδώ ότι αυτή η συμπάθεια του Ζ.Π. δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια βαθιά ιδεολογική ταύτισή του προς τις σοσιαλιστικές ιδέες, αλλ’ ως μια κατάφαση αφ’ ενός προς τις εκσυγχρονιστικές ιδέες που με το σοσιαλιστικό ένδυμα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται, τότε, στον ελληνικό ορίζοντα, έχοντας ως φορείς νέους διανοούμενους που επέστρεφαν από την Ευρώπη, και αφ’ ετέρου ως μια συμπόρευση στην προ πολλού δυτικοστρέφεια της ελληνικής κοινωνίας.  Άλλωστε, αυτός ο ευρωκεντρικός προσανατολισμός (συνώνυμο της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού) της ελληνικής κοινωνίας, ως γνωστό, είχε αρχίσει να δεσπόζει όλο και περισσότερο στην ελληνική κοινωνία από της συστάσεως του νεοελληνικού κράτους (μέχρι και σήμερα).[21]

     Αν κρίνει κανείς από την προσκόλλησή του στην ελληνική παράδοση και την δημοτική γλώσσα, που ήσαν καθοριστικά στοιχεία για την γενιά του ’30 καθώς και τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό και ρασιοναλισμό που φέρει και ο ίδιος μαζί του, ιδιαίτερα, μετά την επιστροφή του από το Παρίσι, τότε μπορούμε να πούμε ότι έστω και επιλεκτικά βρίσκεται κι αυτός κοντά σε έναν ελληνότροπο φιλελευθερισμό, που αποτελεί τη σημαία της γενιάς του ’30, με κύριο εκπρόσωπό του τον Γιώργο Θεοτοκά.[22]

IV.      Διάσπαρτες εκφάνσεις του κοινωνικού στοχασμού του

     Αν και συντάχθηκε με μια πολιτική μερίδα αυτήν των Φιλελευθέρων και υπηρέτησε σε θέσεις όπως του Νομάρχη, επανειλημμένα, χάρη στην εμπιστοσύνη του Ελ. Βενιζέλου, ο ίδιος δεν φαίνεται να διακατέχεται από ιδεολογικό πολιτικό φανατισμό, εκτός από το θαυμασμό του για τον Ελ. Βενιζέλο.  Ούτε φαίνεται να ενδίδει σε πολιτικές σκοπιμότητες ή συμπεριφορές άλλες πλην εκείνων που θεωρεί χρέος του να εκδηλώσει όπως την αρνητική του στάση απέναντι στο ανάθεμα κατά του Ελ. Βενιζέλου.  Για τη στάση του αυτή, ως γνωστόν, εσύρθη στα δικαστήρια.[23]

     Δεν παύει να είναι ο πολυσυζητημένος κριτικός της τέχνης, με τον λεπτό χρωστήρα της αισθητικής του κριτικής για έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, αρχιτεκτονικής αλλά και ως φυσιολάτρης της αισθητικής του τοπίου.  Παρατηρώντας τις ραγδαίες αλλαγές στο τοπίο της Αθήνας από τις αρχές ακόμη του 20ου αιώνα (1904) θα γράψει: «Τα οικόπεδα χάνονται.  Τα οικόπεδα γίνονται σπίτια… Η οικοδομή προχωρεί αμειλίκτως φονεύουσα την εξοχήν και φράσσουσα τον ουρανόν.  Διέτρεξα χθες την οδόν Πατησίων… Εκτίσθη σχεδόν όλη.  Κάπου ανεκάλυψα μόνο ένα οικόπεδον το οποίον ελησμονησεν η οικοδομική.  Είμεθα δυστυχείς άνθρωποι αν πυκνωθούν αι Αθήναι. Δεν έχει αυτή η πόλις μεγαλυτέραν μαγείαν από την αραιότητά της».[24]
     Τα δημοσιογραφικά του κείμενα, ιδιαίτερα τα σύντομα, μικρής σχετικά έκτασης κείμενα υπαγορεύονται βέβαια από τις επιταγές της επικαιρότητας.  Σ’ αυτά όμως, μαζί με το ξεδίπλωμα του λογοτεχνικού του ταλέντου, ο Ζ. Π. φανερώνει και τις πλατύτερες σκέψεις του για την κοινωνία και την πολιτική, για συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές.  Του δίνεται η ευκαιρία να προβεί σε διάγνωση συμπτωμάτων της κοινωνικής παθογένειας της εποχής και του καιρού του και να δοκιμάσει έτσι τις δικές του συνταγές θεραπείας.  Ο «πολιτισμός» που μεταφράζεται σε έλλογη πρόοδο και σχεδιασμένο εκσυγχρονισμό είναι η μόνιμη συνταγή του.  Δεν είναι τυχαίο ότι του δόθηκε το προσωνύμιο «πολιτισμένος».  Έτσι μαζί με τη δημοσιογραφία ασκεί και το λειτούργημα, θα λέγαμε, της κοινωνικής ιατρικής.  Προβαίνει σε εύστοχες διαπιστώσεις της κοινωνικής πραγματικότητας, του κοινωνικού του περίγυρου (αστικού και αγροτικού).  Οι παθογένειες της κοινωνίας τον προβληματίζουν.  Η αλλοίωση λ.χ. του τοπίου της Αθήνας, που χάνει τους λόφους της, την ελεύθερη θέα, την αρχιτεκτονική της ερεθίζουν διαρκώς την αισθητική του αντίληψη για την πόλη, την πρωτεύουσα της χώρας, όπως είδαμε πιο πάνω.
     Στις ηθογραφικές περιγραφές του σημαδεύει ορισμένες αντινομίες της καθημερινής ζωής, με τους τρόπους της παράδοσης που διέπει ως τώρα τη συμπεριφορά πολλών ανθρώπων, ιδιαίτερα αυτών της υπαίθρου.  Αν προσέξει κανείς τις προσωπογραφίες των ηρώων του θα διαπιστώσει ότι ο Ζ. Παπαντωνίου τις διανθίζει με την κοινωνική του ευαισθησία, μέσα από λεπτό χιούμορ χωρίς αυτό να εμποδίζει να φθάνει σε ώριμες σκέψεις για την κοινωνία.  Συχνά, το δημοσιογραφικό και το ερευνητικό του δαιμόνιο τον οδηγεί στην ιστορία και τα ιστορικά πρόσωπα.  Όπως θα δούμε αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν σε δύο από τα πιο αξιόλογα βιβλία του, το ένα είναι το Άγιον Όρος και το άλλο ο Όθων, για τα οποία θα μιλήσουμε εκτενέστερα πιο κάτω.
     Στις περιγραφές του διαλέγει τα πρόσωπα με τα οποία θα ασχοληθεί για να αναλύσει την προσωπικότητά τους.  Μέσα απ’ αυτές θα περάσει τα δικά του μηνύματα πατριωτισμού και πατριδολατρείας, θρησκευτικής πίστης και παραδόσεων, έξαρσης αξιών και ιστορικού μεγαλείου.  Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι διακατέχεται από μια παθιασμένη νοσταλγία για τον γενέθλιο τόπο, που την εκδηλώνει στον ποιητικό στίχο.  Αλλά συχνά και τον πεζό λόγο τον ντύνει με την συναισθηματική αχλύ της ποίησης.  Στην ποίηση, βέβαια, είναι διάχυτη η νοσταλγία της ζωής του βουνού.  Ιδιαίτερα για το Καρπενήσι, με την γύρω του αγροτική περιοχή και τα μαγευτικά χωριά που το περιβάλλουν.

     Σε λιτές γραμμές θα διαβάσει κανείς σκέψεις του που αφορούν τη ζωή, την κοινωνία, την ισότητα, τα δικαιώματα μα και τις ευθύνες μας ως μέρους του συνόλου, ακόμη και συμπτώματα της παθολογίας της κοινωνίας, όπως είναι το έγκλημα.  Με παραστατικό τρόπο σε βάζει αμέσως στον προβληματισμό του και θα σου δώσει τη φιλοσοφία του, που θα σε παρασύρει, με τη γοητεία του λόγου του, σε παραπέρα σκέψεις και ιδέες.  Όπως τονίζει ο Ν. Ζωρογιαννίδης «χωρίς δυσνόητα φιλοσοφήματα ή ανούσιους στοχασμούς πλάθει τις ιδέες του».[25]  Για την κοινωνία, σε ένα άρθρο του το 1914, απευθυνόμενος κυρίως προς τους νέους, με απλό, παιδαγωγικό τρόπο θα γράψει, μεταξύ άλλων: «έχετε πάντοτε υπόψη σας τους άλλους.  Μάθετε πως κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι μόνος.  Υπάρχουν πάντοτε οι άλλοι.  Αυτός και οι άλλοι κάνουν την κοινωνία.  Οι άλλοι πρέπει να συλλογίζονται αυτούς και αυτοί τους άλλους.  Χρήσιμος άνθρωπος είναι εκείνος που χρησιμεύει στους άλλους…»[26]

     Θέλοντας να δώσει εξήγηση στην έξαρση της εγκληματικότητας στις πόλεις θα πει κάτι που και σήμερα είναι άκρως επίκαιρο:  «Τόση ανισότης μαινομένη σε αυτάς τα πόλεις δεν είναι δυνατόν να συντελή εις τον σεβασμόν της ιδιοκτησίας, επομένως εις την ασφάλειαν.  Κορυφώνεται αυτή (η ανισότης), κορυφώνεται το έγκλημα». 
     Εκτός όμως από τα κοινωνικά αίτια όπως η ανισότητα, θεωρεί ότι και η κληρονομικότητα οδηγεί σε τέτοια εγκλήματα.  Ωστόσο, γίνεται επιεικής προς τους Έλληνες, ιδιαίτερα τους εγκληματίες, λέγοντας:  «Οι Έλληνες δεν συνήθισαν να οργίζονται κατά των εχόντων, όταν αυτοί δεν έχουν, απεναντίας δε δικαιολογούν την στέρησίν των, ως θέλημα του Θεού, είναι ευχαριστημένοι δια το κρεμμύδι των (δόξα σοι Θε μου που φάγαμε κι απόψε) και κλείουν την βιωτικήν τραγωδίαν των δια καλού σταυροκοπήματος.  Αυτοί ακόμη οι λησταί της Ελλάδος υπήρξαν κατά το πλείστον ιδεαλισταί, ρωμαντικοί και ηθικολόγοι» και θα καταλήξει λέγοντας: «τέλος, ο ρωμηός και τυχοδιωκτών ακόμη σύρει από το δισάκι του την θρησκοπάθειαν και τον πατριωτισμόν του».[27]

          Υπέρ της ισοπολιτείας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων γράφει, με αφορμή περιστατικό παράτασης της προφυλάκισης, φαινόμενο που δυστυχώς ακόμη ενδημεί στη χώρα μας:  «Πολλάκις η προφυλάκισις διαρκεί τόσον, ώστε ο ρόλος του δικαστηρίου δεν είναι πλέον άλλος παρά η απόλυσις.[28]  Συνεπής, στις αρχές του αυτές υψώνει φωνή διαμαρτυρίας για την κακομεταχείριση υπηρετριών από τα αφεντικά τους.  Διατυπώνει σκέψεις και αλήθειες που είναι και σήμερα επίκαιρες λέγοντας, μεταξύ άλλων:  «Αλλ’ είναι τόσο δύσκολο να είναι κανείς αφέντης!  Η εξουσία σημαίνει πολιτισμόν.  Δια να εξουσιάζης ένα ον χωρίς να το  τυραννής πρέπει να είσαι κατά βάθος και πλάτος άνθρωπος, όπως δια να αγαπάς τα ζώα πρέπει να είσαι ευρύς εις πνεύμα και ψυχήν!»[29]

     Παρατηρώντας την αδηφαγία την δημοσιογραφική των ομοτέχνων του, οι οποίοι διεισδύουν στην προσωπική ζωή των ανθρώπων, προσπαθώντας να αποσπάσουν κάτι, τους επιπλήττει λέγοντας, μεταξύ άλλων: «Οι δημοσιογράφοι μας εσυνήθισαν να βλέπομεν το βαθύτερον μέρος της καρδίας των άλλων … Συνηθίζουν να δημοσιεύουν τας ερωτικάς επιστολάς του πρώτου τυχόντος ανθρώπου, ο οποίος θα περιπλακή εις ερωτικό δράμα.  Εκθέτουν εις τους διαβάτας το βαθύτερον μέρος της…  Το αίσθημα όταν συμβή να λέγεται έρως, το εκφράζει η ερωτική επιστολή.  Μόνον ο Θεός δικαιούται να σκύψη από τον ουρανόν και να κοιτάξη εις αυτό το ιερόν κομμάτι χαρτιού, απρόσκλητος. Ο άνθρωπος, το πλήθος;  Ουδέποτε βέβαια…».[30]

     Φέροντας στη μνήμη το διπλωματικό επεισόδιο «Νίκολσον» θα γράψει για τις σχέσεις των Ελλήνων με τους ξένους και το πνεύμα φιλοξενίας που τους διέπει:  Ο ελληνικός λαός έδωσεν έξοχα δείγματα ευγενείας προς τους ξένους.  Ο ξένος(όμως) έχει την ιδέαν ότι τον περιποιείσαι μόνον όσον είναι φυσικόν… Η μεγάλη ευγένεια προξενεί εντυπώσεις εντελώς αντιθέτους από εκείνας που περιμένομεν…».[31]

     Για τη φιλία των λαών και ιδιαίτερα των Βαλκανίων θα γράψει λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος του 1912-13:  «Ο Έλλην έχει έτοιμα τα χείλη του δια να φιλήση όλους τους βαλκανικούς λαούς… Οι λαοί (όμως) πρέπει να δυσπιστούν διότι η πολιτική είνε ανεμόμυλος και έρχεται ή αύριον… λαέ μου μάθε να διστάζης και παύσε να μεθάς.  Σε εγέλασαν τόσον καιρόν.  Σοβαρέψου.  Μάθε ότι και οι φίλοι και εχθροί δεν είνε εφευρέσεις της στιγμής.  Γίνου φιλάργυρος εις τους έρωτας και τα μίση.  Γίνου εγκρατής, όπως όλοι οι λαοί.  Ο εθισμός είνε όπως το κρασί.  Το πίνεις εις την ώρα του, ωφελείσαι.  Το πίνεις όπου και όπως τύχη, γίνεσαι τάπα και χτυπάς τους τοίχους».[32]

      Ως λάτρης και νοσταλγός της παράδοσης, δεν κρύβει τον θαυμασμό του προς την βυζαντινή μουσική – ψαλμωδία,  παρατηρώντας ότι «καλή είναι η ευρωπαϊκή μουσική δια το «Δόξα σοι» και διά το «Κύριε Ελέησον» και δια το «Χαίρε νύμφη» - αν και τίποτε δεν είναι καλόν όταν αφαιρεί κάτι τι από το θησαυροφυλάκιον των εθνικών παραδόσεων».[33]   

V.       Ο στοχασμός του σε επιλεγμένα έργα του

     Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απόψεις του για τις κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις της τέχνης.  Μεταξύ των άλλων αξίζει να επισημάνουμε την φιλοσοφία του για την τέχνη και ιδιαίτερα τη σχέση της με την κοινωνία γενικότερα.  Γράφει χαρακτηριστικά:  «Κανένας δεν έχει τη δύναμη να αποξενώσει ένα έργο από την αιτία που το γέννησε και από την κοινωνία στην οποία απευθύνεται».[34]  Αναλύοντας το έργο του Γκύζη θα πει ότι: «Δυο ειδών ζωγράφοι υπάρχουν.  Αυτοί που σκέπτονται με το σχέδιο… και αυτοί  που σκέπτονται με το χρίσμα.  Ο Γκύζης ανήκει εις την πρώτην οικογένεια.  Ενώ άλλοι ιδεολόγοι έβλεπαν πρώτα την ιδέαν, εκείνος έβλεπε πρώτα την μορφήν».[35]

     Εκφράζοντας πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες για την εποχή του απόψεις για την τέχνη, αποφαίνεται ότι «Η τέχνη δεν έχει σκοπόν να μιμηθεί απλώς… διότι η αξία της τέχνης είναι η προσωπικότης του ανθρώπου, η εκδήλωσίς του ηθικού μας κόσμου, της βαθυτέρας μας αξίας. Η τέχνη δεν έχει σκοπό να διδάξη την ηθική.  Άμα γίνη ηθικολόγος χάνει την αξία της.  Αλλά πάλι χάνει την αξία της, όταν γίνη ανηθικολόγος.  Και τα δύο πράγματά της είναι επικίνδυνα.  Η τέχνη δεν διδάσκει την ηθική, συμπίπτει όμως με την ηθική.  Γιατί η ηθική είναι μέσα στην κοινωνία, της οποίας η τέχνη είναι ένα όργανο και είναι μέσα στην ελευθερία του ανθρώπου, της οποίας η τέχνη είναι πάλι ένα όργανο.  Ώστε χωρίς να το ζητήση και χωρίς να το θέλη, η τέχνη υπηρετεί την ηθικήν, όπως υπηρετεί κι άλλα ιδεώδη της κοινωνίας.  Αρκεί να έχει τη δύναμη να τα επιβάλη.  Η συμπάθεια, η κοινωνικότης, είναι το στοιχείο της τέχνης».[36]

    Κλείνοντας θα επισφραγίσει τα λεγόμενά του με μια διαπίστωση του Γκόγια: Η καλλιτεχνική και ποιητική μεγαλοφυΐα είναι μια εξαιρετικά έντονη μορφή της συμπάθειας και της κοινωνικότητος, η οποία ικανοποιείται μόνο όταν δημιουργήση κόσμο νέο από ζωντανές υπάρξεις.  Η μεγαλοφυΐα είναι δύναμις αγάπης, η οποία, όπως κάθε αληθινός έρως τείνει με σφοδρότητα προς τη γονιμότητα και τη δημιουργία της ζωής». [37]

     Το μελέτημά του «Όθων» είναι μια από τις εμβριθέστερες προσωπογραφίες του έκπτωτου βασιλιά αλλά και του φιλέλληνα πατέρα του Λουδοβίκου Α΄.  Είναι ένα πλήρες δοκίμιο στο οποίο κρίνει με αντικειμενικότητα τα διατρέξαντα στην ελληνική επικράτεια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την αντιβασιλεία ως την έξωση του Όθωνα.

     Το πυκνό αυτό σε νοήματα βιβλίο του είναι ένα σύνθετο έργο, στο οποίο ο λογοτέχνης συνδυάζει την κοινωνικοπολιτική ανάλυση με την αισθητική και την ιστορική έρευνα.  Με επιστημονική εμβρίθεια αναζητεί τους λόγους που συνετέλεσαν στην έξωση του Όθωνα.  Προσπαθεί να βρει τα αίτια της δυσαρμονίας του Βαυαρού βασιλιά με την ελληνική πραγματικότητα.  Συγκρίνει τα ελαττώματα και τις αρετές του ενός με αυτά του άλλου.  Εξετάζει μεταξύ των άλλων και το ρόλο της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της γλώσσας στην έκπτωσή του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ο Όθωνας «ήλθε στην Ελλάδα με την δημοτική γλώσσα και έφυγε με την καθαρεύουσα!», δίνοντάς μας μια διαχρονική εικόνα της διαπάλης μεταξύ των δυο γλωσσών και των εκπροσώπων τους.

     Ανιχνεύοντας τα αίτια που τον οδήγησαν στην έξωσή του από το θρόνο θα γράψει μετά από πολλή έρευνα και διασταυρώσεις τεκμηρίων:  «Ήταν καθηγητής (δηλ. θεωρητικός) εκεί που έπρεπε να είναι ένας “actif” δηλ. πρακτικός και κατασκευαστής συλλογισμών εκεί που έπρεπε να είναι ευλύγιστος διπλωμάτης… Ξεκίνησεν από την θεωρία πως ο κοινοβουλευτισμός είναι κακός, αλλά έμεινεν εκεί καρφωμένος… Η λαϊκή διαίσθηση πήρε είδηση πως ο βασιλιάς δεν είναι μεγαλοφυϊα και πως η ισχυρογνωμοσύνη του δεν είχεν άλλο να δώση από αυτό που έδωσε τόσα χρόνια.  Έτσι ήρθε το ’62».[38]

     Συνεπαρμένος ο Ζ. Παπαντωνίου από θαυμασμό αλλά και οίκτο για τους άτυχους, πρώτους βασιλείς του νεοελληνικού κράτους θα επισκεφθεί τους τάφους τους στο Μόναχο, στον περίφημο δρόμο της Λουντβικστράσσε, όπου η εκκλησία του μοναχικού τάγματος των Θεατίνων.  Εκεί κοιμούνται, όπως γράφει, όλοι οι βασιλείς της Βαυαρίας.  Αλλά θα πει «Τι μικρός χώρος για το βασιλιά του ΄54, εκείνου, που βλέποντας προς το Βυζάντιο, τα έβαλε με όλη την Ευρώπη, με την ίδια την Βαυαρία!  Τι φυλακή για την αμαζόνα (εννοεί την Αμαλία) με τις ανάερες ιππασίες της σε βράχους φωτεινούς, επάνω από γαλάζιες θάλασσες που τραγουδούν την ελληνική ιστορία!  Ας φροντίσουμε να έχουν τακτικά οι δυο μαύρες θήκες απάνω τους ένα νωπό μπουκέτο ελληνικά λουλούδια.  Τους χρωστούν ένα κάθε χρόνο η Αττική, η Λακωνία, η Καλαμάτα, οι Κυκλάδες, το Μεσολόγγι, το Καρπενήσι, οι χώρες όπου σκαρφάλωσαν με την άσπρη συνοδεία των φουστανελλοφόρων των για να εξερευνήσουν την αναστημένη Ελλάδα, καθώς κι η Θεσσαλία κι η Μακεδονία, στους κάμπους των οποίων εκάλπαζε το ανυπόταχτο άλογο της φαντασίας των!  Τα άνθη πρέπουν και στα όνειρα και στα λάθη».[39]

     Θαυμάζει, ωστόσο, τον έμπρακτο φιλελληνισμό του Βαυαρού βασιλιά Λουδοβίκου του Α΄, πατέρα του Όθωνα, αναλύει το φαινόμενο του ρομαντικού φιλελληνισμού κατονομάζοντας μεγάλες μορφές φιλελλήνων, όπως του Μπάϋρον και του Πούσκιν και τις εμπλοκές τους στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[40]  Η περιδιάβαση στο ελκυστικό Μόναχο, που ο Λουδοβίκος Α΄ το κατέστησε μικρή κλασική Αθήνα, είναι ένας ύμνος για τον φιλελληνισμό του Βαυαρού βασιλιά.

     Ταυτόχρονα με την περιήγησή του αυτή, το προσκύνημα στον τάφο των βασιλέων, του δίνεται η ευκαιρία να ασχοληθεί με την γερμανική κοινωνία και να διεισδύσει στην ψυχολογία του σύγχρονου γερμανικού λαού και να προβεί σε μερικές εύστοχες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις που δεν παύουν να έχουν και σήμερα την επικαιρότητά τους.   Αφού επαναλάβει τον χαρακτηρισμό του γερμανικού λαού με τον τίτλο της “Laboriositas” , που πρώτος ο Λαϊμπνιτς του έδωσε, βγήκε πέρα ως πέρα αληθινή.  Αναφερόμενος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γράφει σχετικά:  «Η ανθρωπότης επλήρωσε με 18 εκατομμύρια νεκρούς και πληγωμένους τη θεωρία της δυνάμεως…  Πρέπει να πιστέψωμε πως η «δύναμις» δεν είναι έργο λόγιων θεωρητικών αλλά υπάρχει μέσα στο γερμανικό κύτταρο και δεν θα ησυχάση ποτέ, αλλά θα αναπτύσσεται κάθε τόσο και κάθε τόσο θα καταστρέφεται για να ξαναρχίση.».[41]  Δυστυχώς, ο Ζ. Παπαντωνίου πέθανε ακριβώς πάνω στην ώρα που άρχισαν να επαληθεύονται οι προβλέψεις του και οι φόβοι του (1940), δηλ. λίγο πριν την γενίκευση του Β΄ Π. Π. που ήλθε και στην πατρίδα μας.

     Στο ομώνυμο βιβλίο του, το Άγιον Όρος, βλέπω ένα χώρο στον οποίο ο Ζ. Παπαντωνίου ξεδίνει, εκτονώνεται από τις εσωτερικές του συγκρούσεις και αντιφάσεις.  Όπως τονίζει ο Σ. Καρράς, ο Ζ. Παπαντωνίου πάντοτε είχε «απωθημένα μέσα του, μια διάθεση να γυρίζει πότε, πότε στο κλίμα της εκκλησίας και της ψαλμωδίας». [42] Την επίσκεψή του όμως αυτή στο Άγιο Όρος την έκανε με κρίση και γνώση, ακριβώς για να ξεδιαλύνει μέσα του τα νεφελώματα του ασυνειδήτου του, που είχαν διαμορφωθεί στις μικρές εκκλησίες και τα ψαλτήρια τα χρόνια της παιδικής του ζωής στη γενέτειρά του την Ευρυτανία και ταλάνιζαν τον ψυχικό του κόσμο, που τον έφερναν στην εκκλησιαστική και βυζαντινή μυσταγωγία και υπέρβαση.  Το Άγιο Όρος τα συνδυάζει όλα αυτά.  Εκεί πλέον θα κατασταλάξει λέγοντας: «Την έλξη που ασκεί το μοναστήρι στους ανθρώπους τη μελέτησα σε διαφορετικών ειδών υποκείμενα: Στο νέο χωριάτη, που διαβάζοντας μια σελίδα του Ιωάννη της Κλίμακος παραφέρθηκε κι αμέσως τάχτηκε.  Στον άνθρωπο με τη μυστικιστική διάθεση.  Στον άλλον με την λεπτήν αισθητικότητα, στον οποίον το ρωμαντικό τοπίο του μοναστηριού φέρνει με δύναμη τις ιδέες της αποταξίας.  Τέλος, στο χτυπημένο από τη ζωή, περίπτωση που είναι γνωστή και δεν έχομε να τη συζητήσουμε…»[43]
     Είναι εξομολογητικές στιγμές, που εκφράζουν τον ψυχικό του κόσμο όταν στοχάζεται λέγοντας για όσους, όπως αυτός, ζουν κοινωνικά μια περιορισμένη ζωή:  «εκείνοι που ζουν στην κοινωνία και ειρωνεύονται τον ασκητισμό στερούνται όμως τον κόσμο, στερούνται τον έρωτα για τούτον ή άλλο λόγο, στερούνται τον επαρκή αέρα κι ένα μεγάλο μέρος της ελευθερίας· κι ενώ κατοικούν μαζί με χιλιάδες ανθρώπους και είναι μέσα στην κοινωνία και την επιστήμη είναι αποσυρμένοι στην πιο τραγική κι απομονωμένη σπηλιά – στη διάψευση».  Ο ίδιος, μετά από περιπλάνηση τόσων ημερών στο Άγιο Όρος, ζώντας ανάμεσα στους καλογέρους, στα κοινοβιακά μοναστήρια, το ασκηταριό και συμμετέχοντας σε λειτουργίες, εσπερινούς και όρθρους σύμφωνα με το καλογερίστικο τυπικό θα καταλήξει λέγοντας: «Όσο κι αν εβίασα τον εαυτό μου, οι στιγμές αυτές ήταν φοβερές.  Ένιωσα πόσο εμείς οι άνθρωποι της κοινωνίας είμαστε μακρυά από τις σκιές εκείνες.  Αν εμείς επαναλάβωμε την ίδια κίνηση, αν ιδούμε δυο φορές το ίδιο τοπίο, κρίνομε τον εαυτό μας κατάδικο και καταγγέλλομε αμέσως έναν τύραννο της ζωής, τη μονοτονία από την οποία ζητούμε παράφορα να ξεφύγουμε, βρίσκοντας την ευτυχία στην παραμικρή μετακίνηση».[44]   Ήταν φανερό ότι αυτή η μονοτονία δεν του ταίριαζε και την απέρριψε επιστρέφοντας έτσι από το Άγιον Όρος λυτρωμένος!

VI.  Αντί επιλόγου

     Κλείνοντας την εισήγησή μας συμπεραίνομε συνοπτικά ότι, τόσο το έργο, όσο και η προσωπικότητα του Ζ. Παπαντωνίου κυριαρχούνται από έναν συγκρουσιακό δυϊσμό.  Οι καταβολές αυτού του δυϊσμού ανάγονται στην οικογενειακή του ανατροφή και κυρίως τα παιδικά του βιώματα.  Η μια του όψη είναι «η απολλώνια», στην οποία κυριαρχεί η σκέψη, η λογική αλληλουχία, ο ορθολογισμός, η «νοοκρατία».  Αποτελούν το υπόστρωμα του κοινωνικού του στοχασμού και προβληματισμού.  Αυτή η υπερτέρηση της απολλώνιας έκφρασης ίσως λειτούργησε αρνητικά γι’ αυτόν στο χώρο της ποίησης.  Όπως γράφει ο Κλέων Παράσχος  : «Ο Παπαντωνίου ούτε εξωτερικά ούτε εσωτερικά μπόρεσε να μορφώσει δική του έκφραση ποιητική, προσωπική σαν του Χατζόπουλου, σαν του Μαλακάση, σαν του Πορφύρα… μπορούμε να συλλάβουμε το βασικό αίτιο· είναι η νοοκρατία.  Αυτόματα, επειδή την ποιητική του λειτουργία τη διευθύνει περισσότερο η διάνοια παρά ο μουσικός οίστρος, η λυρική διάθεση του Παπαντωνίου γι’ αυτό ξεφτά σε θεματογραφία, γυμνώνεται από την αληθινή ποιητική ουσία και μένει σχήμα ποιητικό· λογική ανάπτυξη, μέτρα ομοιοκαταληξίας.  Γίνεται διάθεση λυρικότερη από τη λαχτάρα της φυγής».[45]  
     Η άλλη του όψη είναι η «διονυσιακή», στην οποία κυριαρχεί το συναίσθημα, ο αυθορμητισμός, η έξαρση των συναισθημάτων και ο στροβιλισμός τους στους κυματισμούς της έμπνευσης και της φαντασίας. 

     Εκφάνσεις αυτού του δυϊσμού εμφανίζονται μέσα από αλληλοσυγκρουόμενες εκλάμψεις πότε της μιας και πότε της άλλης.  Ιδιαίτερα η απολλώνια τάση βρίσκει έκφραση στο πεζογραφικό του έργο.  Μέσα σ’ αυτό ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου βρίσκει φαίνεται τη λύτρωση από τις εσωτερικές του συγκρούσεις, όπως αυτές εντοπίσθηκαν και οριοθετήθηκαν με τις επιφυλάξεις και τους συμβολισμούς που εκφράσαμε στην αρχή της εισήγησής μας.

    
________________________
·   Απάλειψα τον όρο «πολιτικός» από τον αρχικό τίτλο, όταν πληροφορήθηκα την ύπαρξη άλλης εισήγησης, που καλύπτει τον πολιτικό στοχασμό του Ζ. Π.  Βέβαια, «κοινωνικός» και «πολιτικός» στοχασμός δεν μπορούν να διαχωριστούν εύκολα.



[1] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Παρισινά Γράμματα, Εστία, τρίτη έκδοση, 1966
[2] Νέα Εστία, 1 Απριλίου 1940 (τ. 319, σ. 402
[3] Περιοδικό «Κ» Καθημερινή, 21/10/2010, σ. 4
[4] Μιχάλης Σταφυλάς, Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα Θεία Δώρα της Εμπνεύσεώς του, ΤΕΔΚ Ευρυτανίας, 2000, σ. 84
[5] Σταφυλάς, οπ. παρ. σ. 82-83
[6] Στο ίδιο, σ.139
[7] Κων. Τσάτσος, Κωστής Παλαμάς, τρίτη έκδοση, Εστία, 1966
[8] Οι όροι «απολλώνιος» και «διονυσιακός» χρησιμοποιούνται συχνά από λογοτέχνες και ιδιαίτερα τους μελετητές - ιστορικούς της λογοτεχνίας. Ωστόσο, δεν δίνουν ποτέ σαφή προσδιορισμό τους.  Σε ό,τι αφορά τη χρήση τους στην κοινωνική έρευνα, βλ. Κλεομένης Κουτσούκης, Απολλώνιοι και Διονυσιακοί στην Κοινωνική Έρευνα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2001.
[9] Βλ. ενδεικτικά, John and Mavis Biesanz, Modern Society, third edition, Prentice Hall Inc., 1964, σ. 100 επ. Έρικ Έρικσον, Η Παιδική Ηλικία και η Κοινωνία.  Καστανιώτης, 1975, Κλ. Κουτσούκης, Πολιτική Ηγεσία – Ηγέτες: Ταυτότητα, Προσωπικότητα, Συμπεριφορά,  Εκδόσεις Αναστασίου, 2000.
Ένα ερώτημα που συχνά ταλανίζει όσους ασχολούνται με την ανάλυση μιας ξεχωριστής μορφής του πνεύματος ή της πολιτικής, είναι το πώς διαμορφώνεται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά τους.  Γιατί, στα χρόνια διαμόρφωσής τους εμφυτεύονται μέσα τους οι πρώτες καταβολές, οι αξίες και πεποιθήσεις τους, που θα ενστερνισθούν και θα αναδειχθούν αργότερα ως επιδίωξη αλλά και πράξη /δράση και συμπεριφορά.  Οι αξίες και οι πεποιθήσεις τους ενσταλάζονται μέσα τους από το στενό οικογενειακό και το ευρύτερο περιβάλλον.   Ιδιαίτερα στο σχολείο.  Ταυτόχρονα όμως σμιλεύονται και παίρνουν την οριστική τους μορφή μέσα από τις βιωματικές τους εμπειρίες.  Ακόμη έχει βρεθεί, ότι σε προσωπικότητες, που ξεχώρισαν αυτές οι εμπειρίες κατά κανόνα είναι τραυματικές.  Αυτό σημαίνει ότι αφήνουν πάνω στον ψυχικό τους κόσμο κάποιο ανεπούλωτο τραύμα.  Αυτό σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία μπορεί να απωθείται μέσα τους, στο υποσυνείδητο αλλά δεν παύει να αντανακλάται στην ενήλικη ζωή με ανεξήγητες εκ πρώτης όψεως συμπεριφορές (π.χ. νευρωτικά φαινόμενα, διάφορες εμμονές κλπ.).  Η ψυχανάλυση αποβλέπει κατά κανόνα στην επούλωση αυτών των τραυμάτων, μέσα από διάφορες τεχνικές π.χ. ανάκληση βιωμάτων στη μνήμη κλπ. επίλυση σύγκρουσης κ.ο.κ.  Γι’ αυτό και για να τις ανιχνεύσει ο ερευνητής, ανατρέχει στην ψυχολογία και σε ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, ώστε να μπορέσει να προβεί σε κάποια πειστική ερμηνεία μέσα από το φως της ψυχαναλυτικής θεωρίας και της ψυχοϊστορίας, όπως αυτές εξελίχθηκαν ως τις μέρες μας.  Σκόρπιες τέτοιες σκέψεις θα διακινδυνέψουμε εδώ προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τον κοινωνικό στοχασμό και γενικότερα την προσωπικότητα του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
[10] Σ. Φρόϋντ, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Αθήνα, Γκοβοστης, ΧΧ
[11] Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Αλήθεια είναι εκείνο που δεν πρέπει να λέγεται: 90 Παρισινά Γράμματα. Επιμέλεια Νίκος Ζωρογιαννίδης. Εκδόσεις Αρμός, 2010 (στο εξής παραπομπή στο Ζωρογιαννίδης). Ιδιαίτερα βλ. Εισαγωγή, σ. 16-17.  Με την  ευκαιρία αυτή θα ’θελα να ευχαριστήσω τον κ. Ζωρογιαννίδη γιατί μου προμήθευσε πολλά από τα Παρισινά γράμματα, συστηματικά ταξινομημένα από τον ίδιο λίγο καιρό πριν τα δημοσιεύσει στον σχετικό τόμο.
[12] Κουτσούκης, οπ. παρ. σ. 333-341.  Τον πατέρα πρότυπο, ο Ζ. Παπαντωνίου θέλησε να τον ξεπεράσει με τον δικό του τρόπο.  Αντί να γίνει ένας απλός δάσκαλος σε περιορισμένο αριθμό μαθητών, μια εσωτερική παρόρμηση τον έφερε να γίνει δάσκαλος, «παιδαγωγός», στοχαστής και εκφραστής μιας ολόκληρης κοινωνίας.  Αυτό το έπραξε με τον δικό του ιδιοφυή τρόπο, όπως θα δούμε.  Οι ψυχικές διεργασίες που λειτούργησαν εδώ είναι αρκετά περίπλοκες για πολλούς λόγους.  Την απλούστευσή τους θα επιχειρήσουμε εδώ. Στον απωθημένο ψυχικό του κόσμο, το στίγμα του «φιλάσθενου παιδιού» της οικογένειας, από το ένα μέρος τον έκανε αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής, αγάπης, στοργής, τρυφερότητας μέσα στην οικογένεια, ενώ ταυτόχρονα του στερούσε τη χαρά ελεύθερης επαφής με τη φύση, τον αέρα και πιο σημαντικό, το παιχνίδι, κατά διαστήματα, με τα παιδιά της ηλικίας του.  Αυτή η ανεγνωρισμένη «φιλασθένειά» του, φύτεψε φαίνεται μέσα του την ιδέα του «γιατρού», που θα έδινε λύση για πάντα στο προσωπικό του πρόβλημα. 
[13] Ζωρογιαννίδης, οπ. παρ. σ. 17, 34 και Νίκου Α. Ζωρογιαννίδη «Ο Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου», περ. Αρχείο Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών, τ. 3 (2009), σ. 31-33. Με τα περίφημα χρονογραφήματά του, που αριθμούνται σε χιλιάδες, τις συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές που συγκροτούν παθογένειες της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας, βάλθηκε να τις διαβρώσει, δηλ. «θεραπεύσει», μέσα από τη δική του βιοθεωρία και κοσμοθεωρία.  Με τη δημοσιογραφική και λογοτεχνική πέννα του κάνει τις διαγνώσεις όλων των «παθών» που ταλανίζουν την κοινωνία του καιρού του.  Πότε με τη σάτιρα και το λεπτό χιούμορ του, πότε με παραστατικές εικόνες της ελληνικής πραγματικότητας, όλων των λογιών τα «πάθη» της ελληνικής κοινωνίας  παρελαύνουν με λογοτεχνική χάρη και απαράμιλλο ύφος. Προσπαθεί να τα «θεραπεύσει» με την δική του «κοινωνική» πλέον «ιατρική», διαπαιδαγωγόντας αυτήν τη δυναμική της κοινωνίας προς τις δικές του εκσυγχρονιστικές ιδέες και οδηγώντας την σε ανώτερα, ευπρεπέστερα, ευγενέστερα επίπεδα συμπεριφοράς και πολιτισμού. 
[14] Στο ίδιο, σ. 18-19.  Με τα περίφημα χρονογραφήματά του, που αριθμούνται σε χιλιάδες, τις συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές που συγκροτούν παθογένειες της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας, βάλθηκε να τις διαβρώσει, δηλ. «θεραπεύσει», μέσα από τη δική του βιοθεωρία και κοσμοθεωρία.  Με τη δημοσιογραφική και λογοτεχνική πέννα του κάνει τις διαγνώσεις όλων των «παθών» που ταλανίζουν την κοινωνία του καιρού του.  Πότε με τη σάτιρα και το λεπτό χιούμορ του, πότε με παραστατικές εικόνες της ελληνικής πραγματικότητας, όλων των λογιών τα «πάθη» της ελληνικής κοινωνίας  παρελαύνουν με λογοτεχνική χάρη και απαράμιλλο ύφος. Προσπαθεί να τα «θεραπεύσει» με την δική του «κοινωνική» πλέον «ιατρική», διαπαιδαγωγόντας αυτήν τη δυναμική της κοινωνίας προς τις δικές του εκσυγχρονιστικές ιδέες και οδηγώντας την σε ανώτερα, ευπρεπέστερα, ευγενέστερα επίπεδα συμπεριφοράς και πολιτισμού. 
[15] Σταφυλάς, οπ. παρ. σ. 136
[16] Στο ίδιο, σ. 125-126
[17] Εφ. «Εμπρός», 16 Μαΐου 1909.  Επίσης βλ. περ. Αρχείο Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών, τ. 3 (2009), σ. 50-51
[18] Φωτεινή Κεραμάρη, Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ως πεζογράφος, Αθήνα, Εστία, 2001, σ. 208
[19]  Αλέξανδρος Παπαναστασίου: Οι Κοινωνικές και Πολιτικές Απόψεις του, Πρακτικά Συνεδρίου (5-7/!»/1980) Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1990 και Σταφυλάς, οπ. παρ.  
[20] Σταφυλάς, οπ. παρ., σ. 66
[21] Κλ. Κουτσούκης, «Η Ευρώπη, η ελληνική ηγεσία και ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας», περ. Νέα Κοινωνιολογία, τ. 5 (1989), σ. 102-111.
[22] Σπύρος Μακρής, Ελληνικός Φιλευθερισμός και Γενιά του Τριάντα, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2008, σ. 73-87.
[23] Σταφυλάς, οπ. παρ. σ. 37-39.
[24] Εφ. «Σκριπ» 5/3/1904
[25] Ζωρογιαννιδης, οπ. παρ. σ. 16
[26] Σταφυλάς, οπ. παρ. σ. 66
[27] Χρονογράφημά του, εφ. «Εμπρός» 23/3/1912
[28] «Δικαστικά Παράξενα», εφ. «Εμπρός», 2/10/1912
[29] «Δουλικά και Αφεντικά», εφ. «Εμπρός», 20/1/1905
[30] Εφ. «Εμπρός» της 16/11/1910
[31] «Οι Ξένοι και Ημείς» στην εφ. «Εμπρός της 22/12/1910
[32] Εφ. «Εμπρός» 5/4/1911
[33] «Πασχαλιναί Σημειώσεις», εφ. «Σκριπ», 14/4/1902
[34] Ζαχ. Παπαντωνίου, Όθων, Εστία, τρίτη έκδοση, 1997, σ. 120
[35] Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Κριτικά, επιμ. Φαίδωνος Μπουμπουλίδη, Αθήνα, Εστία, 1964, σ. 78-92.
[36] Στο ίδιο, σ. 102
[37] Στο ίδιο, σ. 240-242
[38] Ζαχ. Λ. Παπαντωνίου, Όθων και η Ρωμαντική δυναστεία, Εστία, 1997, σ. 17-19.
[39] Στο ίδιο, σ. 165-166.
[40] Ενδεικτικά για τον Πούσκιν βλ. Δημήτρης Γ. Φαρσόλας, Ο Αλέξανδρος Πούσκιν και η Ελληνική Επανάσταση 1821.1829, Εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2001
[41] Οθωμανικά, σ. 123-133.  Εντυπωσιασμένος από την πειθαρχία των Γερμανών γράφει χαρακτηριστικά: «Όλοι υπάρχουν ο ένας δια μέσου του άλλου.  Το όν που πραγματικά ζει σ’ αυτούς τους δρόμους και τους κήπους είναι η κοινωνία» . 126).
[42] Στάθης Καρράς, Λογοτεχνικά Πορτραίτα,  σ. 282-3.
[43] Ζαχ. Παπαντωνίου, Άγιον Όρος, Βιβλιοπωλείον Εστίας, 1997, σ. 147 επ.
[44] Στο ίδιο, σ. 180 επ.
[45] Κλέων Παράσχος, «Το έργο του Παπαντωνίου», Ν. Εστία, οπ. παρ. σ. 412