Share |

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

Γιώργος Τσιαντής: Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΠΡΟΤΑΓΜΑ

 


1ο Παγκόσμιο Ολυμπιακό Συνέδριο Φιλοσοφίας

«Φιλοσοφία, ανταγωνιστικότητα και αγαθός βίος»

Αθήνα – Σπέτσες   27 Ιουνίου – 4 Ιουλίου 2004

Ανακοίνωση Δρ Γιώργου Τσιαντή


Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΠΡΟΤΑΓΜΑ


Ι.

Όπως είναι γνωστό, οι οικονομικές αντιλήψεις του Αριστοτέλη εκτίθενται σχεδόν εξολοκλήρου στο 5ο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (5.V) και στο 1ο βιβλίο των Πολιτικών (κυρίως κεφ. 8-10), καθώς τα λεγόμενα Οικονομικά δεν θεωρούνται γνήσιο έργο του. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου τυχαίο, αλλά αναδεικνύει ή προϋποθέτει μια συγκεκριμένη οντολογική οπτική, την οποία συνολικά, ήτοι μαζί με τις πολιτικές της συνεπαγωγές, φιλοδοξεί να φωτίσει η παρούσα Ανακοίνωση.

Οφείλουμε λοιπόν να τονίσουμε το γεγονός ότι η όλη συζήτηση που γίνεται στα Ηθικά Νικομάχεια για το χρήμα εντάσσεται στο πλαίσιο μια ευρύτερης συζήτησης για τη δικαιοσύνη και τις μορφές του δικαίου. Ενώ κατά παρόμοιο τρόπο, η συζήτηση για την οικονομία, τις μορφές της και την ανταλλαγή που γίνεται στα Πολιτικά, πλαισιώνεται επιπλέον από μια γενικότερη ανάλυση για την προέλευση και τη στοχοθεσία της πόλης και για τα είδη των πολιτευμάτων. Ήδη δηλαδή βλέπουμε ότι ο Αριστοτέλης προβαίνει σε μια «εισαγωγή στην οικονομία», αφού προηγουμένως έχει εμπράκτως δείξει, θα λέγαμε, και τις προθέσεις του. αυτό σημαίνει ότι, για τον Σταγειρίτη, μια οικονομική ανάλυση δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από την πολιτική και ηθική ανάλυση, την οποία κατεξοχήν θέτει, για παράδειγμα, το ζήτημα της δικαιοσύνης.

ΙΙ.

Ο Αριστοτέλης είναι βέβαια ο πρώτος που εισάγει στα Πολιτικά την διάκριση μεταξύ «αξίας χρήσης» και «ανταλλακτικής αξίας», πάνω στην οποία έκτοτε θεμελιώνεται η οικονομική σκέψη. Όπως μάλιστα παρατηρεί o Scott Meikle, ο Αριστοτέλης «ακολουθεί μέχρι τέλους τη διάκριση [αυτή] κατά τρόπο πολύ αυστηρότερο απ’ ό,τι σήμερα οι οικονομολόγοι. [καθώς] από την προοπτική της αριστοτελικής παράδοσης στη φιλοσοφία, η νεότερη οικονομία φαίνεται να εξαλείφει τη διάκριση»i.

Στο 5.V των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης ξεκινά λοιπόν τη συζήτηση για το χρήμα στο πλαίσιο της συζήτησης για τη δικαιοσύνη και ειδικά για τη δικαιοσύνη κατά την ανταλλαγή (δίκαιον το αντιπεπονθός). Όλες οι μορφές δικαιοσύνης, που αφορούν την διανομή, την συναλλαγή ή την επανόρθωση, προσδιορίζονται καταρχήν με βάση την έννοια της ισότητας, πρώτα ως γεωμετρική ισότητα/αναλογικότηταii (το διανεμητικόν δίκαιον) και έπειτα ως αριθμητική ισότηταiii (το διορθωτικόν δίκαιον).

Η αριθμητική ισότητα όμως διέπει τις συναλλαγές εκείνες που έχουν μάλλον δευτερογενή χαρακτήρα και όχι βέβαια την πρωτογενή και ουσιαστική, θα λέγαμε, ανταλλαγή (αλλαγή), η οποία συνιστά την κοινωνία και η οποία δεν προσεγγίζεται με βάση την έννοια της αριθμητικής, αλλά της γεωμετρικής ισότητας και αναλογικότηταςiv. Όπως λέει ο Αριστοτέλης: «ούτε γαρ αν μη ούσης αλλαγής κοινωνία ην, ούτ’ αλλαγή ισότητος μη ούσης, ούτ’ ισότης μη ούσης συμμετρίας»v. [επειδή δεν θα υπήρχε κοινωνία αν δεν υπήρχε ανταλλαγή, ούτε ανταλλαγή αν δεν υπήρχε ισότητα, ούτε ισότητα αν δεν υπήρχε συμμετρία].

Εδώ ακριβώς εντάσσεται, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, η έννοια της δικαιοσύνης κατά την ανταλλαγή, (το αντιπεπονθός δίκαιον), το οποίο αναδεικνύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στην σημαντικότερη μορφή δικαίου, καθώς φαίνεται ότι κατ’ ουσίαν είναι αυτό που δημιουργεί, συντηρεί και σώζει την κοινωνία: «Στις κοινωνίες ανταλλαγής –οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δεν διαχωρίζονται από όλες τις κοινωνίες εν γένει– αυτό το οποίο τις συνέχει είναι το δίκαιο της αμοιβαιότητας κατά την γεωμετρική αναλογία και όχι κατά την αριθμητική ισότητα. Επειδή μια τέτοια αναλογική αμοιβαιότητα/ανταπόδωση εξασφαλίζει την ισορροπία της πόλης»vi.

Επομένως, αν όπως είδαμε η κοινωνία προϋποθέτει την ανταλλαγή, την ισότητα και εν τέλει τη συμμετρία, αυτό αφ’ ενός συνεπάγεται ότι όχι η «ισότητα» αλλά η ετερότητα και η διαφορά συν-ιστά κατ’ ανάγκην την κοινωνία ως σχέση: «Ου γαρ εκ δύο ιατρών γίνεται κοινωνία, αλλ’ εξ ιατρού και γεωργού, και όλως ετέρων και ουκ ίσων»vii. αφ’ ετέρου δε ότι το αίτημα εν προκειμένω της ισότητας («αλλά τούτους δει ισασθήναι»viii) θέτει κατ’ αρχήν το πρόβλημα του μέτρου και περαιτέρω της βάσης αυτής της εξίσωσης και εν τέλει της περί ου ο λόγος συμμετρίας.

ΙΙΙ.

Πώς όμως θα εξισωθούν άνθρωποι, εργασίες και προϊόντα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Ή ακόμη περισσότερο, πώς αυτά θα γίνουν «συμμετρικά» για να ανταλλαγούν, εφόσον από τη φύση τους προφανώς δεν είναι; Εδώ ακριβώς ο Αριστοτέλης εισάγει την έννοια του χρήματος ως «νομίσματος»: «Γι’ αυτό ακριβώς όσα αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής πρέπει μεταξύ τους να είναι επιδεικτικά κάπως συγκρίσεως («συμβλητά δει πως είναι»).Κι έτσι το νόμισμα εμφανίζεται και καθίσταται εν προκειμένω ένα είδος διάμεσου («πως μέσον»). Διότι το χρήμα καταμετρεί τα πάντα, επομένως και το πλεόνασμα και το έλλειμμα. Για παράδειγμα, χρησιμεύει για να υπολογίσουμε πόσα υποδήματα ισοδυναμούν με ένα σπίτι ή με μία ποσότητα τροφίμων [...] Επειδή αν δεν συμβαίνει αυτό, δεν θα υπάρχει ανταλλαγή, ούτε κοινωνία. Και αυτό δεν θα συμβεί αν τα πράγματα δεν είναι / γίνουν κατά κάποιο τρόπο ίσα» ix.

Η εισαγωγή του χρήματος όμως δεν οδηγεί σε μια ισοπεδωτική αντίληψη και πρακτική, καθώς αφ’ ενός δεν μπορεί αυτή καθ’ εαυτήν να υπερβεί την οντολογική ετερότητα των ατόμων-πολιτών, αφ’ ετέρου δε διότι γίνεται κυριολεκτικά κατ’ ανάγκην κοινωνική/πολιτική. Ο Αριστοτέλης ρητά και με σαφήνεια εν προκειμένω δηλώνει: α). ότι άτομα, εργασίες και προϊόντα δεν είναι αληθινά συμμετρικά αναμεταξύ τους («και όλως ετέρων και ουκ ίσων [...] Τη μεν ουν αληθεία αδύνατον τα τοσούτον διαφέροντα σύμμετρα γενέσθαι, προς δε την χρείαν ενδέχεται ικανώς»)x, β). ότι μόνο ο κοινωνικός νόμος μπορεί να τα “εξισώσει”, καθώς όλα αυτά πρέπει να υπολογίζονται με ένα κοινό μέτρο το οποίο στην πραγματικότητα είναι η κοινωνική ανάγκη που συνέχει τα πάντα στην πόλη («αλλά τούτους δει ισασθήναι [...] Δει άρα ενί τινι πάντα μετρείσθαι [...] Τούτο δε εστί τη μεν αληθεία η χρεία, η πάντα συνέχει»)xi και γ). ότι το χρήμα καθίσταται απλώς κάτι σαν μέσο συγκρίσεως, διότι καταμετρεί τα πάντα και τα καθιστά συμμετρικά («Το δη νόμισμα ώσπερ μέτρον σύμμετρα ποιήσαν ισάζει [...] τούτο γαρ πάντα ποιεί σύμμετρα. μετρείται γαρ πάντα νομίσματι»)xii. Γι’ αυτό ακριβώς το χρήμα παραμένει το κατά σύμβαση υποκατάστατο της ανάγκης («οίον δ’ υπάλλαγμα της χρείας το νόμισμα γέγονεν κατά συνθήκη»)xiii και δεν συνιστά βέβαια την ίδια αυτή καθ’ εαυτήν την κοινωνική «χρεία», η οποία είναι η μόνη που μπορεί «τη αληθεία» να “εξισώνει” ικανοποιητικά πράγματα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους («προς δε την χρείαν ενδέχεται ικανώς»).

Το αληθινό επομένως «μέτρο», ήτοι η πραγματική βάση της μέτρησης δεν είναι το χρήμα, το οποίο τίθεται κατά συνθήκη/σύμβαση, ήγουν ως θεσμός («εξ υποθέσεως», όπως λέει ο Αριστοτέλης)xiv, αλλά η «χρεία», η οποία «συνέχει ώσπερ εν τι ον»xv, θεμελιώνοντας την ενότητα της κοινωνίας. καθώς όταν τα άτομα δεν έχουν ανάγκη το ένα το άλλο, ή το έργο ή το προϊόν του άλλου (ήτοι δεν βρίσκονται σε συμπληρωματική σχέση μεταξύ τους) δεν υπάρχει ούτε ανταλλαγή, ούτε κοινωνία/επικοινωνία. Η «χρεία» όμως αυτή, ως κοινωνική ανάγκη και ενότητα δεν μετριέται με ποσοτικά./μαθηματικά κριτήρια, δεν είναι αναγώγιμη σ’ αυτά, διότι απλά «δεν μπορούμε να μετρήσουμε με την ανάγκη, ούτε να μετρήσουμε την “ένταση” μιας ανάγκης»xvi.

Επομένως, το πρόβλημα που ανακύπτει αφορά στον προσδιορισμό της κοινής εκείνης ιδιότητας δυνάμει της οποίας τα συγκεκριμένα πράγματα είναι σύμμετρα, ώστε να μπορούν να εξισωθούν. και καταρχήν αφορά στον προσδιορισμό της τάξης/κατηγορίας στην οποία ανήκει η ιδιότητα αυτή που γεννά τη συμμετρία. Όντας συνεπείς τόσο με τις λογικές όσο και με τις μεταφυσικές αναλύσεις του Αριστοτέλη, (βλ. Κατηγορίες, Μετά τα Φυσικά) αυτό δυνάμει του οποίου τα πράγματα είναι σύμμετρα δεν μπορεί να είναι ποιότητα, γιατί η ποιότητα (ποιόν) είναι η διακριτική βάση ορισμού της ομοιότητας και της ανομοιότητας ενός πράγματος («ώστε ίδιον αν είη ποιότητος το όμοιον ή ανόμοιον λέγεσθαι κατ’ αυτήν»)xvii, και όχι βέβαια της ισότητας που εν προκειμένω μας ενδιαφέρει. Άρα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι κατ’ ανάγκην ποσότητα (ποσόν), καθώς –όπως παρατηρεί ο Σταγειρίτης–κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ποσότητας είναι ότι καλείται ίση και άνιση («ώστε του ποσού μάλιστα αν είη ίδιον το ίσον τε και άνισον λέγεσθαι»)xviii.

Το πρόβλημα έτσι της συμμετρίας αφορά εν τέλει στον προσδιορισμό ποιανού πράγματος συνιστούν αυτά ποσότητεςxix. Στην ανακάλυψη δηλαδή της «ποιοτικής βάσης» της όποιας δυνάμει ποσοτικοποίησης. Αν τα πράγματα είναι ασύμμετρα ως ουσίες, ποιότητες ή ως «αξίες χρήσης» και είναι σύμμετρα ως «ανταλλακτικές αξίες», τότε το πρόβλημα είναι να προσδιοριστεί τι είδους ποσότητα είναι η ανταλλακτική αξία (πρβλ. Carl Marx), ή όπως θα το έλεγε ο Αριστοτέλης, το «τι εστί» της ανταλλακτικής αξίαςxx.

Αν επομένως το πρόβλημα αφορά στη φύση της ανταλλακτικής αξίας, ή στον προσδιορισμό της βάσης της συμμετρίας των πραγμάτων κατά την ανταλλαγή, τότε οποιαδήποτε ερμηνεία που εν προκειμένω επιχειρείται, με στόχο για παράδειγμα την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ ανταλλακτικής αξίας και αξίας χρήσης, αγνοεί κατ’ ανάγκην όχι μόνο το θεωρητικό-μεταφυσικό οπλοστάσιο του Αριστοτέλη (όπως τη διάκριση μεταξύ ουσίας και συμβεβηκότος, ή μεταξύ των κατηγοριών της ποιότητας και της ποσότητας), αλλά και το οντολογικό-πολιτικό πλαίσιο στο οποίο, κατά τη γνώμη μας, εντάσσεται συνολικά η αριστοτελική προσέγγιση.

IV.

Εδώ όμως οφείλουμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον σύγχρονο εργαλειακό λόγο που εξισώνει αυθαίρετα και με απόλυτο τρόπο πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις ή προϊόντα χωρίς να το επιτρέπει η φύση τους, γνωρίζει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αληθινής ή αντικειμενικής εξίσωσης αυτών, καθώς διαφέρουν οντολογικά (: «Τη μεν ουν αληθεία αδύνατον τα τοσούτον διαφέροντα σύμμετρα γενέσθαι»). αποδέχεται όμως ως σώφρων απλά τη δυνατότητα μιας οιονεί εξίσωσης, όχι όμως ως ένα απόλυτο γεγονός, αλλά ως σχετικό προς την κοινωνική ανάγκη («προς δε την χρείαν ενδέχεται ικανώς»), δηλαδή για την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής και της ενότητας της πόλης.

Η φράση θα λέγαμε κλειδί στην ανάλυση του Αριστοτέλη είναι η εξής: «προς δε την χρείαν ενδέχεται ικανώς». Εδώ κατ’ ουσίαν βρίσκει, όπως νομίζουμε, την πρωταρχή της η έννοια της «πολιτικής οικονομίας», καθώς εδώ γίνεται κατ’ αρχήν φανερή η οντολογική της αναφορά. Αν δηλαδή ο Αριστοτέλης ήταν απλά ο επιστημολόγος που τον ενδιέφερε μόνο η διερεύνηση της φύσης της συμμετρίας, ή το «τι εστί» της ανταλλακτικής αξίας δεν θα προχωρούσε περαιτέρω την εν λόγω ανάλυση καθώς ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι γνωσιολογικά αδιέξοδη (Τη μεν ουν αληθεία αδύνατον τα τοσούτον διαφέροντα σύμμετρα γενέσθαι). Είναι σίγουρο ότι κάτι εξισώνεται μέσω του χρήματος στις δίκαιες ανταλλαγές, αλλά το τι συγκεκριμένα είναι αυτό δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Απλά αρκεί η εξίσωση αυτή να γίνεται με ικανοποιητικό τρόπο ως προς τη συνοχή της κοινωνίας Γι’ αυτό ακριβώς, αν και ο ίδιος επιστημολογικά/γνωσιολογικά δεν είναι σίγουρος ως προς το πώς συγκεκριμένα όλα αυτά εξισώνονται (βλ. εν προκειμένω τη χρήση του «ενδέχεται»), παρ’ όλα αυτά αποδέχεται λόγω της κοινωνικής ανάγκης και για την συνοχή της πόλης αυτή την οιονεί εξίσωσή τους ως επαρκή/ικανή (προς δε την χρείαν ενδέχεται ικανώς). Πώς μπορεί όμως να στηριχθεί εν προκειμένω αυτή η επιστημολογική –θα λέγαμε υπέρβαση– εκ μέρους του Σταγειρίτη και το αναγκαίο συνακόλουθό της, ήτοι το πρόταγμα της πολιτικής, αν δεν λάβουν από κοινού μια αυστηρά οντολογική θεμελίωση;

Κατ’ αρχήν είναι σαφές ότι ο Αριστοτέλης μέσω της σύνδεσης χρήματος και χρείας (το χρήμα ως συμβατική αναπαράσταση και υποκατάστατο [υπάλλαγμα] της χρείας), παρέχει μια προσωρινή λύση στο όλο πρόβλημα που αφορά στον προσδι-ορισμό της αναγκαίας σχέσης μεταξύ της συμμετρίας και του μέτρου της. δηλαδή μια λύση επιστημολογικά ανεπαρκή, καθώς αν και θέτει το ερώτημα για τη δυνατότητα της αυστηρής/αληθινής συμμετρικότητας μεταξύ των διαφορετικών προϊόντων, αυτή δεν αναζητείται, για παράδειγμα, σε ιδιότητες τις οποίες αυτά κατέχουν εκ της φύσεώς τους (που παραπέμπουν στην ποιοτική έννοια της αξίας χρήσης), αλλά σε μια κοινή ίσως ιδιότητα που αυτά αποκτούν δευτερογενώς, όταν αυτά ανταλλάσσονται και δη μέσω του συμβατικού και μη εκ φύσεως χρήματος (που βέβαια παραπέμπει στην μη κατ’ ουσίαν διαφοροποιήσιμη, ποσοτική έννοια της ανταλλακτικής αξίας)xxi.

Η δε τελική και βασιζόμενη στη χρεία λύση που δίνεται από τον Σταγειρίτη είναι επίσης, όπως είδαμε, επιστημολογικά ανεπαρκής (καθώς η ίδια η χρεία δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτήν ιδιότητα των προϊόντων/πραγμάτων και υποδηλώνει μια κατάσταση στην οποία βρίσκονται όσοι ανταλλάσσουν και επι/κοινωνούν), αλλά κοινωνικοπολιτικά επαρκής, όπως ρητά υποστηρίζει ο Αριστοτέλης (καθώς ακόμη κι αν τα πράγματα δεν είναι αληθώς σύμμετρα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επαρκώς σύμμετρα, για την επίτευξη ανταλλαγής και εν τέλει τη συνοχή της πόλης). και περαιτέρω βέβαια , όπως νομίζουμε, θα πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ή να αποβεί και οντολογικά επαρκής, ήτοι να λάβει την κατάλληλη οντολογική θεμελίωση, κάτι που είναι όντως δυνατόν υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες με συντομία θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε στη συνέχεια.

Στο βαθμό επομένως, που είναι μάλλον δύσκολο να αποδώσει κανείς στον Αριστοτέλη, όπως έπραξε εν προκειμένω ο Van Johnsonxxii, μια «θεωρία της οικονομικής αξίας», είτε στη βάση της ανάγκης/χρείας (ότι δηλαδή η χρεία είναι «έννοια αξίας» ή και «μονάδα αξίας», κάτι που ο Σταγειρίτης απορρίπτει μέσω της αδυναμίας του να βρει «τη αληθεία» λύση στο πρόβλημα της συμμετρίας), είτε στη βάση της “απλής και αφηρημένης” εργασίας ως υπόστασης της αξίας (όπως το επεδίωξε όχι βέβαια ο ίδιος ο Αριστοτέλης, αλλά αργότερα ο Marx) η ανάγκη για θεμελίωση στη βάση της οντολογίας που ονομάζουμε «οριακή», καθίσταται κατά τη γνώμη μας αναπότρεπτη.

Ο Αριστοτέλης δεν αγνοεί το γεγονός ότι αν και η δικαιοσύνη ως «αναλογία» («Έστιν άρα το δίκαιον ανάλογόν τι»), συνίσταται σε μία ισότητα λόγων σύμφωνα με την «αξία», η έννοια της αξίας δεν έχει την ίδια σημασία για όλους, αλλά διαφοροποιείται εν σχέσει με το περιεχόμενο που της αποδίδεται, έτσι ώστε: «αυτή η αξία δεν θεωρείται ότι είναι η ίδια για όλους, αλλά οι δημοκρατικοί λέγουν ότι είναι η ελευθερία, οι ολιγαρχικοί ο πλούτος ή η ευγενική καταγωγή και οι αριστοκρατικοί η αρετή» xxiii.

Ενόσω επομένως αγνοείται η κοινωνικο-πολιτική καθιέρωση της «αξίας»xxiv αυτής καθ’ εαυτήν και η προέλευσή της παραμένει οντολογικά αδιευκρίνιστη, (γιατί, για παράδειγμα, κάτι είναι ή συνιστά αξία, ποια είναι η αξία της αξίας, ή γιατί ως τέτοια αξίζει περισσότερο από κάποια άλλη) η αποκλειστικά οικονομική νοηματοδότηση του όρου, λόγω της ευκολίας της μαθηματικής μέτρησης μόνο των ποσοτικά προσδιόρισιμων στοιχείων της (βλ. «ανταλλακτική αξία»), αποδεικνύεται κυριολεκτικά αστήρικτη, λανθασμένη, μετέωρη και αυθαίρετη, οδηγώντας όμως τοιουτοτρόπως μάλλον μοιραία, αφενός στην αυτονόμηση της οικονομίας ως επιστήμης από την πολιτική, και άρα από κάθε κοινωνική αναφορά ως προς την ιεράρχηση και τον προσδιορισμό των αναγκών που υποτίθεται ότι θεραπεύει, αφετέρου δε στην τραγική και αδιέξοδη συρρίκνωση του δυτικού –και στο μέτρο που υποβαθμίζεται ως προς την πολιτική του διάσταση και προέλευση– κατ’ επίφαση «πολιτισμού» στην λεγόμενη έννοια της «ανάπτυξης».

Για τον Αριστοτέλη όμως κάτι τέτοιο θα ήταν αδι-ανόητο, γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι ολωσδιόλου τυχαίο, ότι η οικονομία (οικονομική) δεν αποτελεί κατ’ ουσίαν αυτόνομη επιστήμη, αλλά μαζί με την ρητορική και την στρατηγική υπάγεται στην πολιτική, ήτοι στη δύναμη, επιστήμη ή τέχνη, η οποία ως «κυριωτάτη και μάλιστα αρχιτεκτονική», υπερβαίνει τις επιμέρους τεχνοεπιστήμες περι-ορίζοντας μέσω κυρίως του νομοθετείν (ήτοι της ολικής θέσμισης της πόλης, βλ. της «καθολικής δικαιοσύνης) το ρόλο και τη λειτουργίας τους: «Διότι αυτή καθορίζει ποιες επιστήμες είναι απαραίτητες στις πόλεις, ποιες πρέπει ο καθένας να μαθαίνει και μέχρι ποιο βαθμό»xxv.

V.

Πώς όμως μπορεί να υποστηριχτεί με συνέπεια αυτή η αξιολογική πρόταξη της πολιτικής και να δικαιολογηθεί επαρκώς, αν δεν υπάρξει μια αντίστοιχη οντολογική θεμελίωση της άλλως ανεπαρκούς –ως σχετικής με πολλαπλές και ίσως αντιφατικές προεπιλογές/υποκειμενικοποιήσεις– βάσης των αξιών; Επιχειρεί ο Αριστοτέλης μια τέτοια θεμελίωση; Μπορεί και πώς αυτό συνολικά να επιτευχθεί στο πλαίσιο του αριστοτελικού στοχασμού;

Κατά την άποψή μας, αυτή η θεμελίωση είναι δυνατή, αν λάβουμε υπόψιν αφ’ ενός την έννοια του σκοπού («τέλος») που υπηρετεί κάθε πράξη και τέχνη, επιστήμη ή δύναμη, και ειδικότερα η πολιτική (που για τον Αριστοτέλη είναι το ίδιο «το ανθρώπινον αγαθό»), αφετέρου δε τη συσχέτιση του αγαθού με την «αυτάρκεια» της πόλης (άρα και την υπαρξιακή πληρότητα των πολιτών της, καθώς «άνδρες γαρ πόλις»xxvi) και εν τέλει την έννοια της «ευδαιμονίας», μέσω της καθοριστικής, όπως νομίζουμε, για το σύνολο του αριστοτελικού στοχασμού –πλην όμως οντολογικά μάλλον υποτιμημένης– έννοιας του «πέρατος». Είναι όμως ακριβώς μ’ αυτόν τον τρόπο, που κατά την γνώμη μας ικανοποιείται, έστω και εμμέσως (ήτοι αντανακλώντας το φως ενός αντίστοιχου αγαθού, δηλαδή του πλατωνικού, το οποίο κείται πάντα «επέκεινα της <επιστημολογικής> ουσίας»), η αναγκαία –όταν βέβαια μιλάμε αυστηρά για οντολογία– σύνδεση με το παρμενίδειο «εόν», και την οριακή πληρότητα που το χαρακτηρίζει, καθώς: «σύσσωμα στα πέρατα στέκει [...] μες στην πληρότητα της παρουσίας του [...] που συνιστά και το νόημά του» («ομώς εν πείρασι κύρει [...] παν δ’ έμπλεόν εστιν εόντος [...] το γαρ πλέον εστί νόημα»)xxvii.

Πιο συγκεκριμένα, η πολιτική κυβερνά και οριοθετεί τις επιμέρους τεχνοεπιστήμες, όπως την οικονομία, διότι το «τέλος» της πολιτικής, ήτοι το «αγαθόν και το άριστον», το επιδιώκουμε αυτό καθεαυτό και όχι ως μέσο για κάτι άλλο (ο δι’ αυτό βουλόμεθα, τα άλλα δε διά τούτο»)xxviii, γι’ αυτό ακριβώς όντας μάλλον το ίδιο το «ανθρώπινο αγαθό» περιέχει τα «τέλη» όλων των άλλων υποταγμένων επιστημών («το ταύτης τέλος περιέχει αν τα των άλλων, ώστε τούτ’ αν είη το ανθρώπινον αγαθόν»)xxix.Ήδη όμως ο Αριστοτέλης έχει προηγουμένως συσχετίσει την ύπαρξη αυτού του αγαθού με την έννοια του «πέρατος», καθώς μια πιθανή ή μόνιμη αναφορά του στο «άπειρο», αφήνει κατ’ ανάγκην ανεκπλήρωτη την ανθρώπινη επιθυμία («πρόεισι γαρ ούτω γ’ εις άπειρον, ώστ’ είναι κενήν και ματαίαν την όρεξιν»)xxx. Αν και βέβαια ο ίδιος δεν είναι σίγουρος και εν γένει παραμένει μάλλον αμφίσημος ή και διστακτικός στο να ταυτίσει με απόλυτο τρόπο το αγαθό του συγκεκριμένου ατόμου με το αγαθό της πόλης, ή προτεραιότητα που δίνεται από τον Αριστοτέλη στο «κοινό αγαθό» της πόλης είναι σαφής («Ει γαρ και ταυτόν εστιν ενί και πόλει, μείζόν γε κα τελειότερον το της πόλεως φαίνεται και λαβείν και σώζειν»)xxxi. γι’ αυτό, όπως νομίζουμε, το «άριστο τέλος» της πολιτικής που προσδιορίζεται συγκεκριμένα ως τα «καλά και τα δίκαια», αν και είναι εκτεθειμένο στην «διαφορά» και στην «πλάνη» της νομικής θέσμισηςxxxii (που ειρήσθω εν παρόδω αναδεικνύει το ζήτημα της δημοκρατίας ως το κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής) δεν παύει να παραπέμπει στην έννοια της «ευδαιμονίας», η οποία για τον Αριστοτέλη ταυτίζεται με την «αυτάρκεια», ένα είδος υπαρξιακής και προσωπικής πληρότητας, η οποία όμως δεν αγνοεί το πολιτικό, αλλά αντιθέτως το προϋποθέτει αποτελώντας την πληρέστερη έκφραση και πραγμάτωση της ατομικής και συνάμα κοινωνικής διάστασης της ανθρώπινης φύσηςxxxiii.

Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί ή όλη εν προκειμένω συζήτηση και έρευνα του Αριστοτέλη, είναι μεν τυπικά «οικονομική» ή «ηθική», αλλά κατ’ ουσίαν παραμένει αυστηρά πολιτική: «Η μεν ουν μέθοδος τούτων εφίεται, πολιτική τις ούσα»xxxiv.

Η οντολογική επομένως νοηματοδότηση της έννοιας του «πέρατος» (η οποία, όπως είδαμε, επιτυγχάνεται με τον κατ’ αρχήν συσχετισμό της με την έννοια του σκοπού/τέλους/αγαθού και της ευδαιμονίας ως αυτάρκειας) είναι –νομίζουμε– καθοριστική ώστε να είναι δυνατή αφ’ ενός η θεμελίωση της πολιτικής ως προτάγματος, αφ’ ετέρου η μη αυτονόμηση και περι-ορισμένη λειτουργία της οικονομίας.

Συνεπής μ’ αυτήν την οντολογική οπτική, ο Αριστοτέλης θα δώσει στα Πολιτικά, όχι έναν αλλά δύο ορισμούς των βασικών για την οικονομική σκέψη εννοιών της «ανταλλαγής» και του «πλούτου», ανάλογους με την κλασσική διάκρισή του ανάμεσα σε ανταλλακτική αξία και σε αξία χρήσης, όχι όμως και για το «χρήμα», όπως κάλλιστα θα μπορούσε. αν βέβαια επιθυμούσε να είναι περισσότερο συνεπής με τις καθαρά γνωσιολογικές ή επιστημο-λογικές του απόψεις, και όχι με τις καθαυτό οντολογικές και πολιτικές με τις οποίες, όπως υποστηρίζουμε, εν τέλει συντάσσεται. Η σημασία του «πέρατος» αναδεικνύεται λοιπόν και εδώ ως κεφαλαιώδης.

Σύμφωνα μ’ αυτά, ενώ η τέχνη της «φυσικής κτητικής», και περαιτέρω της φυσικής ανταλλαγής (μεταβλητική) αποβλέπει στην αξία χρήσης, ήτοι στην απόκτηση των χρήσιμων και αναγκαίων πραγμάτων για την αυτάρκεια της κοινότητας της οικογένειας ή της πόλης, σε ό,τι δηλαδή ο Αριστοτέλης ορίζει ως «αληθινό πλούτο», η τέχνη της «αφύσικης κτητικής» αποσκοπεί στην ανταλλακτική αξία, στην συσσώρευση και αύξηση του χρήματος, σε ό,τι επομένως ο Σταγειρίτης θεωρεί εμμέσως ως «κίβδηλο πλούτο», που είναι «άπειρος», ενώ ο αληθινός οριοθετείται κυρίως από την ενέργεια της χρήσης του και από τον σκοπό που αυτή ενσωματώνει: «Όλως δε το πλουτείν εστιν εν τω χρήσθαι μάλλον ή εν τω κεκτήσθαι. και γαρ η ενέργεια εστι των τοιούτων και η χρήσις πλούτος»xxxv.

Είναι δε χαρακτηριστικό εν προκειμένω το πώς η έννοια του «πέρατος» διαπερνά συνολικά τον στοχασμό του Αριστοτέλη, και ειδικά τις οικονομικές έννοιες της κτητικής, της χρηματιστικής, της ανταλλαγής (μεταβλητική) και του πλούτου, ώστε η «οριοθέτησή» τους που συνεπάγεται και την μη αυτονόμηση της οικονομίας από την πολιτική να επέρχεται ταυτόχρονα με την οντολογική θεμελίωση και των δύο, μέσω της αμφισβήτησης της έννοιας του απείρου, ήγουν μέσω της θεμελίωσης στη βάση της «οριακής οντολογίας».

Το «πέρας» λοιπόν, με τις ευρύτερες οντολογικές προϋποθέσεις και συνεπαγωγές του, είναι αυτό που κάνει αποδεκτή για τον Αριστοτέλη μια πρωταρχική μορφή ανταλλαγής (μεταβλητική), όπως είναι ο αντιπραγματισμός που ανήκει στην «οικονομική», αλλά όχι και την εξελιγμένη μορφή της, ήτοι την «καπηλική», η οποία έχοντας ενσωματώσει πλέον τη χρήση του νομίσματος και αποκτώντας ιδιαίτερη τεχνική, δεν στοχεύει στην αναπλήρωση της «κατά φύσιν αυτάρκειας», αλλά στη συσσώρευση νομισματικού, δηλαδή ψεύτικου, πλούτου ανήκοντας στην «<κακή> χρηματιστική»xxxvi.

Ο Αριστοτέλης λοιπόν κάλλιστα θα μπορούσε να ορίσει το χρήμα όχι μόνο ως «μέσο» ή «όργανο»xxxvii, αλλά επιπλέον ως «σκοπό», εφ’ όσον γνωρίζει ότι η αναγκαία χρήση του στη διαδικασία της ανταλλαγής αλλοτριώνοντας κάθε επιμέρους ανθρώπινη ικανότητα και ιδιαιτερότητα σε «χρηματιστική»xxxviii βαθμηδόν μετασχηματίζει την αρχική στόχευση, δηλαδή τον «αληθινό πλούτο», σε «ψεύτικο» ή «μη φυσικό».

Παρ’ όλο επομένως που ο Σταγειρίτης, δεν είναι αφελής να νομίζει ότι το χρήμα είναι απλά ένα ηθικά ουδέτερο τεχνικό μέσο, που υποτίθεται είναι στο χέρι μας να ελέγξουμε απόλυτα (μήπως άλλωστε υπήρξε ή θα υπάρξει ποτέ ουδετερότητα της τεχνικής;) και άρα έχει συνείδηση του γεγονότος ότι έγκειται στη φύση του χρήματος να μετατρέπεται από μέσο σε σκοπό (που μάλιστα υποτάσσει ή διαστρέφει σε δικά του «μέσα» τους καθαυτό σκοπούς που αρχικά υπηρετούσε), επιλέγει έτσι να ορίσει τη «φύση» του –και ταυτόχρονα να περιορίσει τη χρήση του– με βάση θα λέγαμε την προέλευση και όχι το τέλος τουxxxix.

Αυτό, όπως ήδη αναφέραμε, δεν είναι συμβατό με τις επιστημο-λογικές αναλύσεις του Αριστοτέλη, είναι όμως καθαρά συμβατό με τις καθαυτό πολιτικές και οντολογικές του απόψεις, με κεντρική εν προκειμένω την έννοια του «πέρατος».

Αν ο Σταγειρίτης προσδι-όριζε τη φύση του χρήματος με βάση, για παράδειγμα, το «τέλος» του στη διαδικασία της ανταλλαγής, θα έπρεπε κατ’ ανάγκην να αποδεχτεί την έννοια του «κίβδηλου», ή «παρά φύσιν» πλούτου ως συστατική, συνθήκη της ύπαρξης και της αυτάρκειας της πόλης. κάτι όμως προφανώς αδιέξοδο, αντιφατικό και οιονεί τραγικό, καθώς αυτός ο πλούτος, δεν έχει όρια (πέρας), το τέλος του είναι ότι δεν υπάρχει τέλος, και άρα δεν μπορεί να αποτελέσει στην πράξη –ως «άπειρος» και κατ’ ουσίαν απροσδιόριστος– τον αληθινό σκοπό/τέλος των πολιτών της κοινότητας. Ειδικά, αν λάβουμε υπόψιν ότι η ανθρώπινη επιθυμία για το ζην είναι κατ’ αρχήν άπειρη και στο βαθμό που δεν επαναπροσδιορίζεται από το «ευ ζην» αφήνει μέσω του ατέρμονου κυνηγητού του «άπειρου κίβδηλου πλούτου» ανικανοποίητο τον άνθρωποxl. Γι’ αυτό ακριβώς, δεν είναι τυχαίο ότι για τον Αριστοτέλη, όπως προηγουμένως και για τους Πυθαγόρειους, στους οποίους ο ίδιος παραπέμπει, το «αγαθό», σε αντίθεση με το κακό που αφορά στο «άπειρο», ανήκει σαφώς στην τάξη του «πεπερασμένου»: «το γαρ κακόν του απείρου, ως οι Πυθαγόρειοι είκαζον, το δε αγαθόν του πεπερασμένου»xli. Γι’ αυτό επίσης με σύνεση ο ίδιος τονίζει ότι: «οι το άπειρον ποιούντες λανθάνουσιν εξαιρούντες την του αγαθού φύσιν»xlii. Έτσι, η κατ’ αρχήν μεθοδολογική ανάγκη να υπάρξει ένα πέρας/στάση («ανάγκη στήναι και μη εις άπειρον ιέναι»)xliii όχι μόνο ενέχει οντολογική χροιά/αναφορά (μέσω, για παράδειγμα, της έννοιας του «πρώτου κινούντος ακινήτου»xliv, αντανακλώντας κάτι από το φως του πλατωνικού «αγαθού» και του παρμενίδειου «εόντος»), αλλά ταυτόχρονα λαμβάνει σαφώς μια τέτοια υλοποιούμενη μέσω του προτάγματος της πολιτικής ως «αρχιτεκτονικής τέχνης», και άρα της οριοθέτησης και μη αυτονόμησης απ’ αυτήν της οικονομίας, ως μιας επιμέρους τεχνοεπιστήμης. Το «κοινό αγαθό», ο υπέρτατος ανθρώπινος και ταυτόχρονα πολιτικός στόχος, δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι «πεπερασμένος», να έχει τα ανάλογα όρια που θέτει εκ των πραγμάτων η ίδια η ύπαρξη, λειτουργία και καθημερινή πρακτική της πόληςxlv.

Κλείνοντας λοιπόν την Ανακοίνωσή μας και συνοψίζοντας πολλά απ’ όσα αναλύθηκαν μπορούμε τώρα να καταλήξουμε στις εξής συμπερασματικές παρατηρήσεις:

1. Η θεώρηση της πολιτικής ως «κυριωτάτης και μάλιστα αρχιτεκτονικής» τέχνης συνδέεται άμεσα με το τέλος/αγαθό στο οποίο αυτή αναφέρεται.

2. Το τέλος αυτό, ήτοι το πολιτικό και ταυτόχρονα ανθρώπινο αγαθό, για τον Αριστοτέλη, σχετίζεται άμεσα με τη δικαιοσύνη ως το κοινό συμφέρον («έστι δε πολιτικόν αγαθόν το δίκαιον, τούτο δ’ εστί το κοινή συμφέρον»)xlvi.

3. Είναι ακριβώς η θεώρηση/οριοθέτηση της οικονομίας υπό το βλέμμα και ανώτερο αγαθό της πολιτικής (και ο προσδι-ορισμός της δηλαδή ως αυστηρά «πολιτικής οικονομίας»), αυτό το οποίο στηρίζει την μη αυτονόμησή της από την τελευταία.

4. Αυτό συνεπάγεται αφ’ ενός την εξέταση της στο πλαίσιο της καταρχήν γεωμετρικής ισότητας και αναλογικότητας («δίκαιον το αντιπεπονθός»), αφ’ ετέρου τη συσχέτισή της με την ολική θέσμιση της πόλης και την παιδαγωγική διάσταση της δημοκρατίας: «Δήλον ουν ως ουχ ικανόν το τας ουσίας ίσας ποιήσαι τον νομοθέτην, αλλά του μέσου στοχαστέον. Έτι δ’ ει τις και την μετρίαν τάξειεν ουσίαν πάσιν, ουδέν όφελος. μάλλον γαρ δει τας επιθυμίας ομαλίζειν ή τας ουσίας, τούτο δ’ουκ έστι μη παιδευομένοις υπό των νόμων»xlvii.

5. Η έννοια του «πέρατος» σε συνδυασμό με αυτήν του τέλους ως αυτάρκειας/ευδαιμονίας συνιστά το επίκεντρο της οντολογικής θεμελίωσης της αριστοτελικής «πολιτικής οικονομίας», η οποία υπερβαίνει την κατεξοχήν επιστημολογική ή και μεταφυσική διάσταση του έργου του.

6. Αν λοιπόν η νεώτερη και σύγχρονη οικονομική επιστήμη (economics) βρήκε στον ωφελιμισμό το ηθικό άλλοθι που ζητούσε για να αυτονομηθεί από το «κοινό αγαθό», ήτοι από κάθε κοινωνική αναφορά, έλεγχο και ανάγκη, η επιστροφή μιας αληθινής πολιτικής των πολιτών, που θα επαναφέρει το πρέπον μέτρο στην οικονομία και θα υπενθυμίσει τα όριά της ως κατ’ ουσίαν «πολιτικής» (political economy) –απεγκλωβίζοντας παράλληλα τον πολιτισμό από την συρρίκνωσή του στην «μεταφυσική της ανάπτυξης»– δεν μπορεί λοιπόν να επιτευχθεί παρά στη βάση της «οριακής οντολογίας».


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

i Βλ. Scott Meicle, Aristotles Economic Thought, Clarendon Press, Oxford 1995 (ελληνική έκδοση Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη, μετ. Άκης Γαβριηλίδης, επιμ. Γιάννης Μηλιός, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 24.

ii Βλ. ό.π., 1131 b 12 κ.εξ.

iii Βλ. ό.π., 1131 b 30 – 1132 a 12.

iv Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, «Αξία, ισότητα, δικαιοσύνη, πολιτική: Από τον Marx στον Αριστοτέλη κα από τον Αριστοτέλη σ’ εμάς», στον τόμο Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, μετ. Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1991, σελ. 303-385: 350.

v Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1133 b 19-21.

vi Αριστοτέλης, ό.π., 1133 b 36-39.

vii Ό.π., 1133 a 20-22. Βλ. επίσης του ίδιου Πολιτικά, 1261 a 26-28: «Ου μόνον δ’ εκ πλειόνων ανθρώπων εστίν η πόλις, αλλά και εξ είδει διαφερόντων. Ου γαρ γίνεται πόλις εξ ομοίων».

viii Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια ,ό.π., 1133 a 22.

ix Ό.π., 1133 a 23-26, 28-30.

x Βλ. ό.π., 1133 a21-22 και 1133 b 21-24.

xi Ό.π., 1133 a 22, 30-32.

xii Ό.π., 1133 b 18-19, 25-26.

xiii Ό.π., 1133 a 34-35.

xiv Ό.π., 1133 b 24-25.

xv Ό.π., 1133 b 7-9.

xvi Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, ό.π., σελ. 361.

xvii Βλ. Αριστοτέλους, Κατηγορίαι, 11 a 18-19.

xviii Βλ. Αριστοτέλης, ό.π., 6 a 34-35. Βλ. επίσης του ίδιου, Των μετά τα Φυσικά, 1021 a 11-12: «ταυτά μεν γαρ ων μία η ουσία, όμοια δ’ ων η ποιότης μία, ίσα δε ων το ποσόν εν».

xix Βλ. Scott Meicle, Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη, ό.π., σελ. 30-33.

xx Πρβλ. Scott Meicle, ό.π., σελ. 34-35.

xxi Πρβλ. Scott Meicle, ό.π., σελ. σελ. 55-59.

xxii Βλ. σχετικά Van Johnson, “Aristotle’s Theory of Value”, American Journal of Philology, 60 (1939), pp. 445-451. Πρβλ. Scott Meicle, ό.π., σελ. 45, 63.

xxiii Βλ. Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1131 a 27-33.

xxiv Πρβλ. σχετικά τις απόψεις της Hannah Arendt στο The Human Condition, The University of Chicago, Chicago 1958 (ελληνική έκδοση Η ανθρώπινη κατάσταση – Vita Activa, μετ. Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1986, σελ. 226-230: 227-229 : «Οι αξίες, σε αντιδιαστολή προς τα πράγματα, τις πράξεις ή τις ιδέες, δεν είναι ποτέ προϊόντα μιας ειδικής ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά γεννιούνται όποτε κάποια τέτοια προϊόντα εισέρχονται στην διαρκώς μεταβαλλόμενη σχετικότητα της ανταλλαγής μεταξύ των μελών της κοινωνίας [...] “απόλυτη αξία” δεν υπάρχει στην ανταλλακτική αγορά, η οποία είναι ο καθαυτό χώρος για τις αξίες, και ότι το να ψάχνουμε για μια τέτοια αξία μοιάζει όσο τίποτε άλλο με την προσπάθεια να τετραγωνίσουμε τον κύκλο. Η υποτίμηση όλων των πραγμάτων, δηλαδή η απώλεια κάθε εγγενούς αξίας τους, για την οποία τόσοι πολλοί εκφράσανε την λύπη τους, αρχίζει με την μετατροπή τους σε αξίες, ήτοι εμπορεύματα, διότι από την στιγμή αυτή και μετά δεν υπάρχουν παρά σε σχέση προς κάποιο άλλο πράγμα, με το οποίο είναι δυνατό να το ανταλλάξουμε. Η καθολική σχετικότητα, κατά την οποία ένα πράγμα υπάρχει μόνο σε σχέση με άλλα, και η απώλεια της εγγενούς αξίας, κατά την οποία τίποτα πλέον δεν έχει “αντικειμενική” αξία ανεξάρτητη από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες εκτιμήσεις, όπως αυτές καθορίζονται από την προσφορά και την ζήτηση, είναι σύμφυτες με την έννοια ακριβώς της ίδιας της αξίας». (Η έμφαση δική μας).

xxv Βλ. Αριστοτέλους, ό.π., 1094 a 30 – 1094 b 6.

xxvi Πρβλ. Θουκυδίδου, Ιστορίαι, VII, 77, 7.

xxvii Βλ. Παρμενίδης, απόσπασμα 8, στ. 49, 24 και απόσπασμα 16, στ. 4.

xxviii Βλ. Αριστοτέλους, ό.π., 1094 a 21-22, 25.

xxix Ό.π., 1094 b 6-8.

xxx Ό.π., 1094 a 23-24.

xxxi Ό.π., 1094 b 8-10. Γι’ αυτό ακριβώς, κατά τον Αριστοτέλη, αν και δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα παντού και πάντοτε, ως προς την ταύτιση του «αγαθού ανθρώπου» και του «αγαθού πολίτη» –ώστε να μπορεί κάποιος να πει με σιγουριά ότι η «ατομική παιδεία» (η καθ’ έκαστον παιδεία), η οποία καθιστά κάποιον άνθρωπο αγαθό, ανήκει στην πολιτική– είναι δεδομένο ότι ο χαρακτήρας του νόμου δεν είναι μόνο να προστάζει και να αποτρέπει, αλλά να δημιουργεί την «καθολική αρετή» (ποιητικά της όλης αρετής) μέσω των νομικών διατάξεων εκείνων που αφορούν στην «κοινή παιδεία» που σχετίζεται με τις δημόσιες υποθέσεις (την προς το κοινόν παιδείαν). δηλαδή την πολιτική κοινωνικοποίηση του ανθρώπου και τη μεταμόρφωσή του από «απλό ζωντανό οργανισμό» σε «πολιτικό ον», ήτοι σε πολίτη εντός της συλλογικότητας της πόλης: «τα δε ποιητικά της όλης αρετής εστι των νομίμων όσα νενομοθέτηται περί παιδείαν την προς το κοινόν. περί δε της καθ’ έκαστον παιδείας, καθ’ ην απλώς ανήρ αγαθός εστιν, πότερον της πολιτικής εστιν ή ετέρας, ύστερον διοριστέον. ου γαρ ίσως ταυτόν ανδρί τ’ αγαθώ είναι και πολίτη παντί». (Βλ. σχετικά Αριστοτέλους, ό.π., 1130 b 28-34).

xxxii Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Σταγειρίτης: «Τα δε καλά και τα δίκαια, περί ων η πολιτική σκοπείται, τοσαύτην έχει διαφοράν και πλάνην ώστε δοκείν νόμω μόνον είναι, φύσει δε μη». Βλ. Αριστοτέλους, ό.π., 1094 b 17-20.

xxxiii Αριστοτέλης, ό.π., 1097 b 8-25. Πρβλ. επίσης του ίδιου, Πολιτικά, 1280 a 34-39, 1280 b 32 – 1281a 4.

xxxiv Ό.π., 1094 b 13-14.

xxxv Βλ. Αριστοτέλους, Περί Ρητορικής τέχνης, 1361 a 22-24. Πρβλ. του ίδιου, Των μετά τα Φυσικά, 1050 a 21-23: «το γαρ έργον τέλος, η δε ενέργεια το έργον, διό και τούνομα ενέργεια λέγεται κατά το έργον και συντείνει προς την εντελέχειαν». Αυτό λοιπόν συμβαίνει γιατί, όπως παρατηρεί ο Αριστοτέλης: «ουδέν γαρ όργανον άπειρον ουδεμιάς εστι τέχνης ούτε πλήθει ούτε μεγέθει, ο δε πλούτος οργάνων πλήθός εστιν οικονομικών και πολιτικών» (Πολιτικά, 1256 b 37-40).

xxxvi Βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά, 1257 a 30-33, 1257 b 1-12. Βλ. επίσης στο ίδιο, 1258 a 41 – 1258 b 3: «Διό κατά φύσιν εστίν η χρηματιστική πάσι από των καρπών και των ζώων. Διπλής δ’ ούσης αυτής, ώσπερ είπομεν, και της μεν καπηλικής της δ’ οικονομικής, και ταύτης μεν αναγκαίας και επαινουμένης, της δε μεταβλητικής ψεγομένης δικαίως (ου γαρ κατά φύσιν αλλ’ απ’ αλλήλων εστίν)».

xxxvii Βλ. Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1133 a 23-24, του ίδιου, Πολιτικά, 1256 b 39-40. Πρβλ. επίσης Ηθικά Νικομάχεια, 1096 a 6-10: «Ο δε χρηματιστής βίαιος τι εστίν, και ο πλούτος δήλον ότι ου το ζητούμενον αγαθόν. χρήσιμον γαρ και άλλου χάριν. Διό μάλλον τα πρότερον λεχθέντα τέλη τις αν υπολάβοι. δι’ αυτά γαρ αγαπάται».

xxxviii Αριστοτέλους, Πολιτικά, 1258 a 14-16.

xxxix Πρβλ. Scott Meicle, ό.π., σελ. 134-135.

xl Αριστοτέλους, Πολιτικά, 1257 b 46 – 1258 a 2.

xli Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1106 b 32-33.

xlii Βλ. Αριστοτέλους, Των μετά τα Φυσικά, 994 b 12-13.

xliii Βλ. Αριστοτέλους, Φυσικής Ακροάσεως, 256 a 34-35.

xliv Βλ. Αριστοτέλους, ό.π., 258 b 5-19. Πρβλ. επίσης του ίδιου, Των μετά τα Φυσικά, 1072 a 21-27.

xlv Πρβλ. Σπύρου Κυριαζόπουλου, Πολιτικά αίτια της ηθικής του Αριστοτέλους, Ιωάννινα 1971, σελ. 130-132.

xlvi Βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά, 1282 b 18-20.

xlvii Ό.π., 1266 b 29-35.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΤΗΣ

ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

ΜΕΤΑΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ