κείμενο εδώ: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ
ΠΡΑΚΤΙΚΆ από το Παγκόσμιο Φιλοσοφικό Συνέδριο ''ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΓΑΘΟΣ ΒΙΟΣ'', Αθήνα, 2005. τομ.Β' , σσ.340-372.
ΠΡΑΚΤΙΚΆ από το Παγκόσμιο Φιλοσοφικό Συνέδριο ''ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΓΑΘΟΣ ΒΙΟΣ'', Αθήνα, 2005. τομ.Β' , σσ.340-372.
Shades magazine Ακολουθήστε ημ.
II H Eξέγερση της Φύσης
Αν ο Λόγος κηρυχθεί ανίκανος να καθορίσει τους τελικούς στόχους της ζωής και πρέπει να αρκεστεί στο να υποβιβάζει το κάθε τι που συναντά σε ένα απλό εργαλείο, ο μόνος εναπομένων στόχος του είναι απλώς η διαιώνιση της συντονιστικής του δραστηριότητας. Αυτή η δραστηριότητα κάποτε αποδιδόταν στο αυτόνομο «υποκείμενο». Όμως, η διαδικασία του εξυποκειμενισμού επηρέασε όλες τις φιλοσοφικές κατηγορίες: δεν τις σχετικοποίησε και τις διατήρησε σε μια καλύτερα δομημένη ενότητα σκέψης αλλά τις υποβίβασε στην τάξη των γεγονότων προς καταλογοποίηση. Αυτό ισχύει επίσης για την κατηγορία του υποκειμένου. Η διαλεκτική φιλοσοφία από την εποχή του Kant προσπάθησε να διαφυλάξει την κληρονομιά του κριτικού υπερβατισμού (σ.Ονειρμός ορθότερα ”υπερβατολογισμού”), πάνω απ’ όλα την αρχή ότι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά και οι θεμελιώδεις κατηγορίες της αντίληψής μας του κόσμου εξαρτώνται από υποκειμενικούς παράγοντες.
Συναίσθηση του καθήκοντος της ανίχνευσης των εννοιών πίσω στις υποκειμενικές καταβολές τους πρέπει να υπάρχει σε κάθε βήμα προσδιορισμού του αντικειμένου. Αυτό ισχύει για βασικές ιδέες, όπως γεγονός, συμβάν, πράγμα, αντικείμενο, φύση, όχι λιγότερο απ’ όσο για ψυχολογικές ή κοινωνιολογικές σχέσεις. Από την εποχή του Kant, ο ιδεαλισμός δεν ξέχασε ποτέ αυτή την απαίτηση της κριτικής φιλοσοφίας. Ακόμη και οι νεοεγελιανοί της πνευματιστικής σχολής έβλεπαν στο Εαυτόν «την υψηλότερη μορφή εμπειρίας την οποίαν έχουμε, αλλά… όχι μια αληθινή μορφή» διότι η ιδέα του υποκειμένου είναι καθεαυτή μία μεμονωμένη έννοια η οποία πρέπει να σχετικοποιηθεί μέσω της φιλοσοφικής σκέψης. Αλλά ο Dewey, ο οποίος ενίοτε φαίνεται να συναντάται με τον Bradley στην ανύψωση της εμπειρίας στην υψηλότερη θέση στην μεταφυσική, δηλώνει ότι «το Εαυτόν ή το υποκείμενο της εμπειρίας είναι αναπόσπαστο τμήμα του ρου των γεγονότων» Κατ’ αυτόν, «ο οργανισμός – το Εαυτόν, το ‘υποκείμενο’ της δράσης – είναι ένας παράγοντας εντός της εμπειρίας». Πραγμοποιεί το υποκείμενο. Ωστόσο, όσο περισσότερο όλη η φύση θεωρείται «ένας κυκεών ετερόκλητων πραγμάτων»” (κυκεών αναμφίβολα μόνον επειδή η δομή της φύσης δεν ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη χρήση), απλώς αντικείμενα σε σχέση με ανθρώπινα υποκείμενα, τόσο το κάποτε υποτιθέμενο αυτόνομο υποκείμενο αδειάζει από κάθε περιεχόμενο, μέχρις ότου τελικώς γίνεται απλώς ένα όνομα το οποίο δεν σημαίνει τίποτε. Η πλήρης μεταμόρφωση κάθε σφαίρας ύπαρξης σ’ένα πεδίο μέσων, οδηγεί στην καταστροφή του υποκειμένου που υποτίθεται ότι θα τα χρησιμοποιούσε. Αυτό δίνει στην μοντέρνα ιντουστριαλιστική κοινωνία την μηδενιστική της όψη. Ο εξυποκειμενισμός, ο οποίος εξαίρει το υποκείμενο, συγχρόνως το καταδικάζει.
Το ανθρώπινο ον, στην διαδικασία της χειραφέτησής του, μοιράζεται την μοίρα του υπόλοιπου κόσμου του. Η κυριάρχηση της φύσης εμπεριέχει την κυριάρχηση του ανθρώπου. Κάθε υποκείμενο πρέπει όχι μόνον να λάβει μέρος στην καθυπόταξη της εξωτερικής φύσης, ανθρώπινης και μη, αλλά, για να κατορθώσει κάτι τέτοιο, πρέπει να καθυποτάξει την φύση μέσα του. Η κυριάρχηση «εσωτερικεύεται» χάριν της κυριάρχησης. Ό,τι συνήθως δεικνύεται ως ένας σκοπός- η ευτυχία του ατόμου, η υγεία και ο πλούτος – αντλεί τη σημασία του αποκλειστικά από τις λειτουργικές του δυνατότητες. Οι όροι αυτοί υποδηλώνουν ευνοϊκές συνθήκες για διανοητική και υλική παραγωγή.
Συνεπώς η αυτοάρνηση του ατόμου στην ιντουστριαλιστική κοινωνία δεν έχει κανένα στόχο που να υπερβαίνει την ιντουστριαλιστική κοινωνία. Μια τέτοια παραίτηση επιφέρει ορθολογικότητα σε ό,τι αφορά τα μέσα και ανορθολογικότητα σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη. Η κοινωνία και οι θεσμοί της, όχι λιγότερο από το ίδιο το άτομο, φέρουν τη σφραγίδα αυτής της ανακολουθίας. Αφού η καθυπόταξη της φύσης, μέσα και έξω από τον άνθρωπο, συνεχίζεται χωρίς ένα κίνητρο με νόημα, η φύση στην πραγματικότητα δεν υπερβαίνεται ούτε διευθετείται αλλά απλώς καταπιέζεται.
Η αντίσταση και η εχθρική μεταστροφή που εκπηγάζουν από αυτήν την καταπίεση της φύσης περιέβαλλαν τον πολιτισμό από τις απαρχές του με την μορφή κοινωνικών εξεγέρσεων – όπως στην περίπτωση των αυθόρμητων επαναστάσεων των χωρικών κατά τον δέκατο έκτο αιώνα ή των έξυπνα σχεδιασμένων φυλετικών ξεσηκωμών των ημερών μας – καθώς και με την μορφή ατομικών εγκλημάτων και διανοητικών διαταραχών. Τυπική της εποχής μας είναι η δόλια χρησιμοποίηση αυτής της εξέγερσης από τις κρατούσες δυνάμεις του πολιτισμού του ίδιου, η χρήση αυτής της εξέγερσης ως μέσου διαιώνισης των ίδιων εκείνων συνθηκών από τις οποίες υποδαυλίζεται και κατά των οποίων κατευθύνεται. Ο πολιτισμός ως εκλογικευμένος παραλογισμός ενσωματώνει την εξέγερση της φύσης ως ένα ακόμη μέσον ή εργαλείο.
Εδώ πρέπει να συζητηθούν εν συντομία μερικές από τις όψεις αυτού του μηχανισμού, π.χ. η θέση του ανθρώπου σε μια κουλτούρα αυτοσυντήρησης χάριν αυτής της ιδίας* η εσωτερίκευση της κυριάρχησης μέσω της ανάπτυξης του αφηρημένου υποκειμένου, του εγώ*· η διαλεκτική αντιστροφή της αρχής της κυριαρχίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος κάνει τον εαυτόν του ένα εργαλείο της ίδιας αυτής φύσης την οποίαν καθυποτάσσει· η καταπιεσμένη μιμητική παρόρμηση, ως μια καταστροφική δύναμη την οποία εκμεταλλεύτηκαν τα πλέον ριζοσπαστικά συστήματα κοινωνικής κυριαρχίας. Μεταξύ των διανοητικών τάσεων, οι οποίες αποτελούν συμπτώματα της διασύνδεσης μεταξύ κυριαρχίας και εξέγερσης, ο Δαρβινισμός θα συζητηθεί ως μια περίπτωση, όχι επειδή ελλείπουν πιο τυπικές φιλοσοφικές παραστατικές ερμηνείες της ταύτισης της κυριαρχίας του ανθρώπου στη φύση και της υποταγής του σ’ αυτήν, αλλά επειδή ο.Δαρβινισμός είναι ένα από τα ορόσημα του λαϊκού διαφωτισμού ο οποίος έδειξε με αναπόδραστη λογική τον δρόμο προς την πολιτιστική κατάσταση του καιρού μας.
Ένας παράγοντας του πολιτισμού μπορεί να περιγραφεί ως η βαθμιαία αντικατάσταση της φυσικής επιλογής από λογική δράση. Η επιβίωση – ή, ας πούμε, η επιτυχία – εξαρτάται από την προσαρμοστικότητα του ατόμου στις πιέσεις τις οποίες ασκεί επάνω του η κοινωνία. Για να επιβιώσει ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε μια μηχανή που αντιδρά κάθε στιγμή με την ακριβώς ενδεδειγμένη αντίδραση στις περίπλοκες και δύσκολες καταστάσεις που συνθέτουν τη ζωή του. Ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κατάσταση. Αυτό αναμφισβήτητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνον της σύγχρονης εποχής· ήταν ενεργό κατά την διάρκεια ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ωστόσο, οι διανοητικές και ψυχολογικές ικανότητες του ατόμου μεταβλήθηκαν με τα μέσα υλικής παραγωγής. Η ζωή ενός Ολλανδού χωρικού ή τεχνίτη τον δέκατο έβδομο αιώνα ή ενός μαγαζάτορα του δέκατου όγδοου ήταν οπωσδήποτε πολύ λιγότερο ασφαλής από τη ζωή ενός εργάτη σήμερα. Αλλά η εμφάνιση του ιντουστριαλισμού συνοδεύτηκε από ποιοτικώς νέα φαινόμενα. Η διαδικασία προσαρμογής έχει γίνει τώρα εσκεμμένη και συνεπώς ολική. Όπως ακριβώς όλη η ζωή σήμερα τείνει ολοένα και περισσότερο να υποβάλλεται σε εξορθολογισμό και προγραμματισμό, έτσι και η ζωή κάθε ατόμου, συμπεριλαμβανομένων και των πλέον απόκρυφων παρορμήσεών του, οι οποίες προηγουμένως συγκροτούσαν τον ιδιωτικό του χώρο, πρέπει τώρα να λάβει υπόψη τις απαιτήσεις του εξορθολογισμού και του προγραμματισμού: η αυτοσυντήρηση του ατόμου προϋποθέτει την προσαρμογή του στις απαιτήσεις για την συντήρηση του συστήματος. Δεν έχει πλέον περιθώρια να ξεφύγει από το σύστημα. Και όπως ακριβώς η διαδικασία εξορθολογισμού δεν είναι πλέον το αποτέλεσμα των ανωνύμων δυνάμεων της αγοράς, αλλά αποφασίζεται συνειδητά από μια μειοψηφία η οποία προγραμματίζει, έτσι και η μάζα των υποκειμένων πρέπει εσκεμμένα να προσαρμοστεί: το υποκείμενο πρέπει, ούτως ειπείν, ν’ αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις στο να είναι «μέσα και να ανήκει στην κίνηση των πραγμάτων» σύμφωνα με τον πραγματιστικό ορισμό. Άλλοτε η πραγματικότητα εναντιωνόταν στο και συγκρουόταν με το ιδεώδες, το οποίο εξελισσόταν παραπέρα από το υποθετικά αυτόνομο άτομο* η πραγματικότητα υποτίθετο ότι διαμορφωνόταν σύμφωνα μ’αυτό το ιδεώδες.
Σήμερα τέτοιες ιδεολογίες έχουν αφεθεί έκθετες και έχουν υποσκελιστεί από την προοδευτική σκέψη, η οποία ασυναίσθητα διευκολύνει έτσι την ανύψωση της πραγματικότητας στην θέση του ιδεώδους. Άρα η προσαρμογή γίνεται το πρότυπο για κάθε νοητό τύπο υποκειμενικής συμπεριφοράς. Ο θρίαμβος του υποκειμενικού, τυποποιημένου Λόγου είναι και θρίαμβος μιας πραγματικότητας η οποία αντιμετωπίζει το υποκείμενο ως απόλυτο, ως συντριπτικό. Ο σύγχρονος τρόπος παραγωγής απαιτεί πολύ μεγαλύτερη ευελιξία παρά ποτέ. Η περισσότερη πρωτοβουλία, που χρειάζεται σε όλα σχεδόν τα επαγγέλματα, απαιτεί μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αν ένας τεχνίτης του μεσαίωνα διάλεγε πιθανόν μια άλλη τέχνη, η μεταπήδηση θα ήταν πολύ πιο ριζική απ’ αυτήν ενός σημερινού ανθρώπου, ο οποίος γίνεται διαδοχικά μηχανικός, πωλητής και διευθυντής μιας ασφαλιστικής εταιρίας. Η συνεχώς μεγαλύτερη ομοιομορφία των τεχνικών διαδικασιών κάνει ευκολότερη για τους ανθρώπου την αλλαγή δουλειάς.Αλλά η μεγαλύτερη ευκολία μετάβασης από μια δραστηριότητα σε άλλη δεν σημαίνει ότι μένει περισσότερος χρόνος για θεώρηση ή για αποκλίσεις από καθιερωμένα πρότυπα. Όσο περισσότερα τεχνάσματα επινοούμε για να κυριαρχήσουμε την φύση, τόσο περισσότερο πρέπει να τα υπηρετούμε για να επιβιώσουμε. Ο άνθρωπος εξαρτάται σταδιακά λιγότερο από απόλυτα πρότυπα συμπεριφοράς, οικουμενικώς δεσμευτικά ιδεώδη. Πιστεύει ότι είναι τόσο ολοκληρωτικά ελεύθερος ώστε να μην χρειάζεται πρότυπα άλλα από τα δικά του.
Παραδόξως όμως αυτή η αύξηση ανεξαρτησίας οδήγησε σε μια παράλληλη αύξηση παθητικότητας. Όσο έξυπνοι κι αν έχουν γίνει οι υπολογισμοί του ανθρώπου όσον αφορά τα μέσα του, η επιλογή του σκοπών, η οποία άλλοτε συνδεόταν με πίστη σε μια αντικειμενική αλήθεια, έχει γίνει βλακώδης: το άτομο, εξαγνισμένο από κάθε κατάλοιπο μυθολογιών, συμπεριλαμβανομένης της μυθολογίας του αντικειμενικού Λόγου, αντιδρά αυτόματα σύμφωνα με γενικά πρότυπα προσαρμογής. Οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα τυφλών φυσικών δυνάμεων τις οποίες ο άνθρωπος, για να αυτοσυντηρηθεί, πρέπει να κυριαρχήσει προσαρμόζοντας τον εαυτό του σ’ αυτές. Ως τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής έχουμε από την μια πλευρά το Εαυτόν, το αφηρημένο εγώ που έχει αδειάσει από κάθε ουσία, εκτός από την προσπάθειά του να μετατρέψει κάθε τι που βρίσκεται στον ουρανό και στη γη σε μέσα για την συντήρησή του, και από την άλλη πλευρά μια άδεια φύση υποβαθμισμένη σε απλώς υλικά, απλώς πράγματα προς κυριάρχηση, χωρίς άλλο σκοπό από αυτήν ακριβώς την κυριάρχηση.
Εισήγηση στην
ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ
ΠΟΛΙΤΩΝ Σπίθα
που ίδρυσε ο Μίκης Θεοδωράκης 2011
ΤΣΙΑΝΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ
ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ:
Η αλλαγή της αντίληψης για τη γνώση και τις δυνατότητές μας
Αφιερωμένο στη μνήμη του αείμνηστου αδελφού μου δασκάλου Ιωάννη Ν. Τσιαντή
1. Γενικά
Η εισήγηση αυτή έχει σα σκοπό να αμφισβητήσει την ατελέσφορη νοητική εικόνα που έχουμε σχηματίσει οι νεοέλληνες για τη γνώση και τις δυνατότητές μας και να την επανασυνθέσει σε δημιουργική και αναπτυξιακή βάση.
Κι αυτό επειδή με βάση την υφιστάμενη νοητική αντίληψη έχουμε αυτοακυρώσει συστηματικά εδώ και δεκαετίες τη δημιουργικότητα και την ιστορικότητά μας, με συνέπεια να οδηγηθούμε στη χρεοκρατία, τη χρεοκοπία και την εθνική αποσύνθεση.
Και βέβαια για το γεγονός αυτό υπόλογη δεν είναι μόνο η πολιτική μας ηγεσία, αλλά κατ’ εξοχήν η πνευματική ηγεσία και η ιντελιγκέντσια της χώρας, που επέτρεψαν να αλωθεί η ελληνική παιδεία από το πνεύμα του μηδενισμού και από την πιο στείρα αντίληψη για τη γνώση, τη θεωρία, την επιστήμη, την τεχνολογία, την τέχνη.
Η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ό,τι έχει ονομασθεί «ύλη» διδασκαλίας, και η οποία δίνει την αίσθηση του αδρανούς υλικού, του άψυχου αντικειμένου. Αλλά για να καταστήσω σαφές τι εννοώ θα ξεκινήσω επισημαίνοντας τον ανεύθυνο τρόπο με τον οποίο η πλειονότητα του χώρου της διανόησης και των ΜΜΕ διαχειρίστηκε την αντίληψη του κοινού σε σχέση με τον όρο «θεωρία».
1.1. Η Θεωρία στην κοινή αντίληψη, τη Φιλοσοφία και την Επιστήμη
Μεγάλη σύγχυση επικρατεί στον τόπο μας όσον αφορά τη λέξη Θεωρία. Η σύγχυση αυτή είναι ενδεικτική της γενικότερης πνευματικής σύγχυσης που μας χαρακτηρίζει από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους. Ενδεικτική της μονομέρειας και της προχειρότητας, καθώς και της απουσίας επιτελικού φορέα που μελετάει τα πράγματα- τη βάση και την προοπτική του πολιτισμού μας- και πέμπει μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση και ενδιαφερόμενο.
Δεν είναι πρόθεσή μου να μιλήσω εδώ αναλυτικά για τον όρο θεωρία. Θα περιοριστώ μόνο σε κάποιες νύξεις, ελπίζοντας ότι αυτές θα βοηθήσουν ώστε να φανούν οι βασικές του εννοιολογικές διαφοροποιήσεις.
Στην καθημερινότητά μας χρησιμοποιούμε συχνά τη φράση «όλο θεωρία είσαι», «όλο θεωρίες λες», σκοπεύοντας έτσι να ψέξουμε κάποιον για την αναποτελεσματικότητά του, τη μη ενεργητική πρακτική συμμετοχή του, και τη παραμονή στον κόσμο του ή στην ανέξοδη ουτοπία. Η αντίληψη αυτή έχει καλλιεργηθεί στο λαό μας κυρίως από τη νεοελληνική διανόηση η οποία, κυριαρχούμενη από τη φιλοσοφία και τη θεολογία, ταύτισε τη θεωρία με τη φιλοσοφική ενατένιση και τον διαλογισμό. Έτσι στα Λεξικά διαβάζουμε πως θεωρία είναι «η δια των οφθαλμών εξέταση», η παρατήρηση, δηλαδή το αυτοτελές ενέργημα του νου που δεν έχει σχέση με το εξωτερικό ενέργημα, την πράξη. Επικρατεί έτσι στην κοινή γνώμη η αντίληψη ότι θεωρία ίσον εικασία, δηλαδή κάτι υποκειμενικό χωρίς εγκυρότητα αλήθειας.
Πέρα όμως από τη φιλοσοφική και την κοινή του χρήση, όρος θεωρία έχει μια εντελώς άλλη λειτουργία στο χώρο της Επιστήμης. Η ιστορία της επιστήμης μαρτυρεί ότι όταν ο Θαλής ο Μιλήσιος (περ 630/635 π.Χ. - 543 π.Χ.), ο ιδρυτής της φυσικής φιλοσοφίας, παρατηρούσε τ’ άστρα και προσπαθούσε να κατανοήσει την κίνησή τους, δεν έκανε διαχωρισμό νου και χεριού, θεωρίας και πράξης, μέσα και έξω κόσμου. Έχοντας πλήρη γνώση της αριθμητικής και της γεωμετρίας του καιρού του, ο Θαλής έκανε μετρήσεις και αξιοποιούσε δεδομένα με τη συστηματική θεώρηση των οποίων μπόρεσε και πρόβλεψε την έκλειψη του ηλίου που έγινε το Μάιο του 585 π.χ. Ο Θαλής είχε ευρύτατο φάσμα ενδιαφερόντων και το ερευνητικό του ενδιαφέρον κάλυπτε όλες σχεδόν της περιοχές της γνώσης, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της επιστήμης, των μαθηματικών, της τεχνολογικής επινόησης, της γεωγραφίας, και της πολιτικήςi. Οδηγώντας τη σκέψη της εποχής του από τον Μύθο στον Λόγο, έγινε ένα από τα μέλη του Συμβουλίου των επτά σοφών της Ελλάδος και αναγνωρίστηκε ως θεμελιωτής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης.
Η θεωρία κατέχει πρωτεύουσα θέση και στη σύγχρονη επιστήμη, τόσο στα μαθηματικά όσο και στις φυσικές επιστήμες. Στη μαθηματική λογική, μια θεωρία είναι σύνολο από προτάσεις σε μια τυπική γλώσσα. Στη φυσικές επιστήμες η θεωρία θεωρείται ως μια αναλυτική δομή, σχεδιασμένη για να εξηγεί ένα σύνολο από παρατηρήσεις. Δηλαδή: (1) να αναγνωρίζει το σύνολο αυτό των παρατηρήσεων, ως μια ομάδα φαινομένων, και (2) να διατυπώνει υποθέσεις-ισχυρισμούς για την υποκείμενη πραγματικότητα των φαινομένων, τους νόμους που τα διέπουνii.
1.2. «Υλη διδασκαλίας» και μαθητής
Και Ενώ οι δημιουργικές αυτές πράξεις εμπεριέχονται κάτω από τον όρο «θεωρία», έρχεται η Εκπαίδευση να νεκρώσει τη θεωρία. Να την υποκαταστήσει με την τελική φόρμουλα, με τον φυσικό νόμο που θα συμβολοποιηθεί και θα μετατραπεί σε μαθηματικό τύπο για να καταχωρηθεί στα σχολικά εγχειρίδια και να καταστεί «ύλη διδασκαλίας». Όλη η δημιουργική προσπάθεια ανακάλυψης της γνώσης έχει εξαφανισθεί και αντίκρυ μας στέκει το αντικείμενο, η «ύλη» διδασκαλίας, η φόρμουλα.
Ο μαθητής καλείται τώρα να μάθει τη φόρμουλα, να την αποστηθίσει-να την παπαγαλίσει και να βρει τρόπο να την ανακαλέσει στη μνήμη του την ώρα της εξέτασης. Καμιά βιωματική σχέση με την όλη δημιουργική προσπάθεια, την παρατήρηση, τη μέτρηση, το πείραμα, τη δοκιμασία της μαθηματικής απεικόνισης, την επαλήθευση της υπόθεσης και πολύ πιο συχνά την απόρριψή της. Ο μαθητής παθητικός έτσι δέκτης ρέπει προς το «σκονάκι» και αντιδρά ή δυσφορεί σε κάθε αξίωση για «απόδειξη».
Βεβαίως η μνήμη πρέπει να καλλιεργείται και ν’ αναπτύσσει τις ικανότητές της. Όμως η μνήμη αποτελεί ένα τμήμα μόνο της εγκεφαλικής λειτουργίας. Οι νευροεπιστήμες μάλιστα έχουν επικεντρωθεί τα τελευταία χρόνια σε προβλήματα εγκεφαλικής συνδεσμικότητας (brain connectivity) που είναι σημαντικά για την κατανόηση της οργανωμένης δυναμικής διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλουiii. Το ζητούμενο εδώ από εκπαιδευτικής πλευράς είναι το σχολείο να βοηθήσει στη ανάπτυξης αυτής της συνδεσμικότητας, πράγμα που απαιτεί την ένταξη του όλου μαθητή στη μαθησιακή διαδικασία- ένταξη διανοητική, συναισθηματική και ψυχοσωματική. Αλλά σε ποιο σχολείο στην Ελλάδα θα βρούμε κάτι τέτοιο;
2. Αναδόμηση και ανασύνθεση
Η διερεύνηση των πραγμάτων δείχνει πως είναι ανάγκη πλέον οι Έλληνες να αναμορφώσουμε τις αντιλήψεις μας για τη γνώση και τη μάθηση- τη γνωσιοθεωρία μας και την μαθησιοθεωρία μας. Να αναστήσουμε τη διαδικασία της ανακάλυψης μέσα στην αίθουσα και το εργαστήριο. Και Να απελευθερώσουμε τη δημιουργικότητα, τη φαντασία και το ταλέντο μαθητών και δασκάλωνiv.
2.1. Χρειάζεται να καταλάβουμε πως «κι η θεωρία δημιουργία είναι». Δεν είναι ένα βότσαλο που το βρίσκουμε έτοιμο στην ακτή. Κι η θεωρία δημιουργία είναι. Δίχτυ που φτιάχνεται με τέχνη, φαντασία και δημιουργικότητα και ρίχτεται μέσα στο πέλαγος για ν’ αλιεύσει- να συλλάβει τους κρυφούς νόμους του κόσμου. Σαν το ψάρι μες το δίχτυ αναδύονται και σύρονται στην ακτή οι νόμοι του κόσμου, όταν η εύνοια της τύχης το θελήσει. Κι η μορφή που παίρνει τότε το δίχτυ είναι σημάδι της μορφής της κρυμμένης στη φύση αρμονίας. Και λέμε σημάδι, επειδή δεν πρόκειται για τους νόμους καθεαυτούς αλλά για την ανθρώπινη παράστασή τους, αφού, όπως σημειώνει οι Ηράκλειτος, «η φύσις κρύπτεται φιλεί». Μπορούμε, ωστόσο, αυτό το σημάδι να το κάνουμε το κλειδί για να φανερωθεί η ίδια η φύση πάνω στη σκηνή κάτω από συνθήκες που θα ορίσουμε.
2.2. Άνθρωπος και Φύση συναντιώνται στη θεωρία, και από τη συνάντηση αυτή με την παρατήρηση, το πείραμα, τη μέτρηση και τα μαθηματικά γεννιέται η Επιστήμη, η ανακάλυψη των επιστημονικών νόμων που διέπουν το σύμπαν και τους οποίους καταγράφουμε συμβολικά πάνω στο χαρτί, στις σελίδες των βιβλίων της Φυσικής, της Χημείας, της Βιολογίας που γνωρίζουμε.
2.3Αλλά ποιο από τα πανεπιστήμιά μας ή ποιο από τα σχολεία μας δίνει έμφαση στην ανακάλυψη της γνώσης και όχι στην αποστήθιση της γνωστικής ύλης; Σε πόσα ελληνικά πανεπιστήμια διδάσκεται σήμερα η Ιστορία της Επιστήμης (το χρονικό παραγωγής των επιστημονικών ανακαλύψεων), ή ακόμα, η Ιστορία των ιδεών (το χρονικό του σχηματισμού των εννοιών με τις οποίες συλλαμβάνουμε –κατανοούμε τον κόσμο, το χρονικό της γλώσσας με το οποίο εγκαθιδρύουμε την παρουσία μας στον κόσμο και φτιάχνουμε το δίχτυ που ρίχνουμε στο πέλαγο);
Όλες οι μορφές ανακάλυψης της γνώσης, που έχουν τις ρίζες τους στη μεγάλη πνευματική μας παράδοση, είναι στον τόπο αυτό σήμερα όλες νεκρές. Η γνώση έχει γίνει πλέον εισαγόμενη κονσέρβα, που έχει τους διακινητές της, τους χρήστες και τους καταναλωτές της. Η φιλοσοφία μας- το μεγάλο αυτό εργαστήρι της ελευθερίας- έχει χάσει τη σφαιρικότητα της όρασής της κι έχει γλιστρήσει στη μερικότητα και στη μισή-αλήθεια. Χωρίς σχέση αυθεντική με την αρχαιοελληνική πηγή της και την αγωνιούσα σήμερα ανθρώπινη ύπαρξη, περιφέρεται σαν σκιάχτρο μέσα στο λαβύρινθο.
3. Τεχνολογία
Η κατάσταση της παρακμής αγγίζει ωστόσο τον πυθμένα αν θέσουμε το ερώτημα για την Τεχνολογία στη σύγχρονη Ελλάδα, για τα σύγχρονα τεχνολογικά μας επιτεύγματα.
Το ζήτημα της τεχνολογίας η νεότερη και σύγχρονη ελληνική φιλοσοφία συστηματικά το αγνόησε και πολλές φορές το συκοφάντησε. Προτίμησε την εξάρτηση και μας άφησε χωρίς τεχνολογική κουλτούρα.
Έτσι, αντί η τεχνολογία να κατανοείται ως δημιουργική κατ’ εξοχήν δραστηριότητα, ως επινόηση και καινοτομία, στον τόπο μας κατανοείται ακόμα ως αντικείμενο, που σημαίνει έτοιμο εισαγόμενο προϊόν: σύνολο από αυτοκίνητα, μηχανές, τηλεοράσεις, κινητά, φάρμακα, υπολογιστές, φιάλες υγραερίου και «χιλιάδες λογιών εμφιαλωμένη φύση».
Ποιος παράγει και πώς παράγονται τα τεχνολογικά προϊόντα είναι ερωτήσεις απ’ τις οποίες φαίνεται να έχουμε παραιτηθεί. Το ενδιαφέρον το συγκεντρώνουν οι αντιπροσωπίες εμπορίας τέτοιων προϊόντων και όχι οι παραγωγοί τεχνολογίας.
Η σύμπραξη Επιστήμης και Τεχνολογίας, που είναι η βάση των ανακαλύψεων, δεν προχωράει σ’ αυτή τη χώρα.
Μοναδικά σε απόδοση τεχνολογικά συστήματα που δημιουργήθηκαν απ΄ τα πολυτεχνεία μας, όπως λ.χ. ανεμογεννήτριες, δεν βρίσκουν χρηματοδότη για να γίνουν βιομηχανική παραγωγή. Προτιμάμε την εισαγωγή ανεμογεννητριών από τη Δανία.
Τα προγράμματα σπουδών των πολυτεχνείων και πανεπιστημίων μας εξακολουθούν να μένουν άκρως θεωρητικά, προετοιμάζοντας εγκεφάλους για τις ερευνητικές και παραγωγικές υποδομές του εξωτερικού. Δεν είναι στραμμένα στην εγχώρια παραγωγή και δημιουργία.
Τα κριτήρια επιλογής καθηγητών και εξέλιξης καθηγητών στην Ανώτατη παιδεία εξακολουθούν να είναι τα θεωρητικά papers- άρθρα και όχι οι τεχνικές καινοτομίες και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
Η νοοτροπία που συναντάει ο εφευρέτης-δημιουργός σε κάθε του προσπάθεια είναι η νοοτροπία του τυπικού δημόσιου υπαλλήλου που σε κάθε ερώτημα έξω από τη ρουτίνα έχει μάθει να απαντά σταθερά «αυτό δεν γίνεται, δεν μπορεί να γίνει». Κανένα δεν βρίσκεις να σου πει πώς να υλοποιήσεις μια ιδέα, πώς ν’ απελευθερώσεις τις δημιουργικές δυνάμεις σου.
Πάνω σε μια τέτοια βάση έχει χτιστεί ολόκληρο το εκπαιδευτικό μας σύστημα και μέσα απ’ αυτή τη νοοτροπία διαιωνίζεται το καθεστώς της εξάρτησης που πνίγει τη χώρα.
-Δεκαετίες οι επιστήμονες και οι τεχνικοί μας στα μεγάλα πανεπιστήμια και εργαστήρια των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γερμανίας προχωρούν και κάνουν θαύματα. Έστειλαν αποστολές στη Σελήνη και τον Άρη. Πρωτοστάτησαν στα μαθηματικά και στη δημιουργία της μικροηλεκτρονικής, της νανοτεχνογιας, της βιοτεχνολογίας, της γενετικής μηχανικής. Και στην πατρίδα; Παραμένουμε απλοί χρήστες και καταναλωτές εισαγόμενων προϊόντων. Προτεκτοράτο. Πολιτεία νεκρών ψυχών, ασπόνδυλα μαλάκια χωρίς νου και χέρι δημιουργικό.
-Κοίτα τους άλλους. Τους Ιάπωνες και τους Κινέζους. Δυο δεκαετίες ήταν αρκετές να μείνουν στις ΗΠΑ κι έπειτα να γυρίσουν σπίτι τους και να κάνουν το θαύμα.
5. Τι μπορούμε να κάνουμε
Όλα στη χώρα αυτή πρέπει να ξαναγίνουν απ’ την αρχή. Και δεν έχουμε άλλο τι να εμπιστευτούμε για την εκκίνηση αυτή πέρα από τον πολιτισμό μας. Ν’ ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, ν’ ανακτήσουμε εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας και Να φέρουμε στο κέντρο της παιδείας μας τη Δημιουργία.
Να σκύψουμε οι ίδιοι να κατανοήσουμε απ’ το πρωτότυπο τα ελληνικά κείμενα, βάζοντας σε παρένθεση κάθε δοσμένη ερμηνεία.
Να κατακτήσουμε την ελληνική γλώσσα, και να καταδικάσουμε τα Greeklish της κ. Διαμαντοπούλου.
Ν’ ανακαλύψουμε ξανά τον τρόπο που γεννιέται η Επιστήμη, η Φιλοσοφία, η Δημοκρατία, η Πολιτική.
Να κάνουμε την τέχνη πρότυπο δημιουργίας σε κάθε τομέα. Δύναμη που δεν κινεί απλά, μα συν-κινεί όλους προς κάτι υψηλό. Προς την ελευθερία και προς το αδημιούργητο. προς.
Να κάνουμε το Λόγο δύναμη ικανή ν’ αγγίζει και να κατανοεί την ηθική βάση που βρίσκεται πίσω από τους πόλους οποιαδήποτε αντίθεσης. Η δύναμη αυτή είναι αναγκαία σήμερα όσο ποτέ, επειδή έχουμε φτάσει στο σημείο που δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας σε τίποτα και καταδικάζουμε εύκολα οποιονδήποτε έχει γνώμη διαφορετικη απ’ τη δική μας.
Αλλά, όπως έλεγε ο εθνικός μας ποιητής,
Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό
Διονύσιος Σολωμός
Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ως εθνικές, αξίες που έχουν δοκιμαστεί ιστορικά και έχουν καταξιωθεί στη συνείδηση των λαών ώστε να αποτελούν παρακαταθήκη της ανθρωπότητας.
Αυτό σημαίνει πως πρέπει να αγωνιστούμε για να διατηρήσουμε την πολιτιστική μας ταυτότητα και φυσιογνωμία και ν’ αντισταθούμε στην ομογενοποίηση των πολιτισμών που θέλει η παγκοσμιοποίηση.
Αυτό σημαίνει πώς είμαστε αποφασισμένοι να μη δεχτούμε ότι το χρήμα-η οικονομία είναι η αληθινή κοινή βάση για να μετρήσουμε τα επιτεύγματα ενός λαού.
Η συζήτηση βέβαια αναφορικά με τέτοια καταστατικά θέματα ενδιαφέρει άμεσα τον πανεπιστημιακό χώρο. Γι αυτό και πολλά μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας αρνούνται τον οικονομισμό και την ποσοτικοποίηση ως βάση αξιολόγησης- αναγωγής του έργου του πανεπιστημίου και τον μετασχηματισμό του σε οικονομική κατ΄εξοχήν μονάδα.
Μέσα στην άρνηση συμπεριλαμβάνεται κατά συμβολικό τρόπο και η έννοια του ασύλου. Κατάργηση του ασύλου σημαίνει συμβολική αποδοχή του δόγματος της Νέας Τάξης για θεμελίωση της ελευθερίας πάνω στη χρησιμότητα και όχι πάνω στην αλήθεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου σημαίνει παράδοση και της τελευταίας νησίδας ελευθερίας και μετατόπιση της συνείδησης της ανθρωπότητας στα χέρια της οικονομικής ελίτ της βαρβαρότητας.
Κλείνω με τούτα τα λόγια του Σεφέρη:
Μας είπαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.
ΚΩΣΤΑΣ Ν. ΤΣΙΑΝΤΗΣ Ph.D. Φιλοσοφία, Ιστορία και
Διδακτική της Τεχνολογίας University of Maryland
ΠΗΓΕΣ
ii http://www.physics.ntua.gr/POPPHYS/60/theory.html
iii http://www.math.upatras.gr/~mabiphys/research.htm
iv Τσιαντής, Κώστας, Ιστορική Παιδαγωγική της Τεχνολογίας, Ελληνικά Γράμματα, 2001
Ένα από τα πιο βαθυστόχαστα φιλοσοφικά έργα που διάβασα το τελευταίο διάστημα είναι το ανά χείρας βιβλίο.
Ενώ ασχολείται συνολικά με το έργο και την προσωπικότητα του Μ. Χάιντεγκερ, επικεντρώνεται σε ένα τομέα την σχέση της φιλοσοφίας του με το Δίκαιο, ο οποίος ούτε έχει μελετηθεί μέχρι τώρα επαρκώς αλλά ούτε και οι σκέψεις του Γερμανού φιλόσοφου είναι ιδιαίτερα αποσαφηνισμένες. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται από ότι δεν υπήρξε ούτε συνταγματολόγος, ούτε πολιτειολόγος, όπως ο σύγχρονος του Κ.Σμίτ, αλλά στοχαστής και φιλόσοφος με την κλασσική σημασία του όρου. Βεβαίως οι σκέψεις του ενέχουν πολιτικά συμπεράσματα. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας «ο Heidegger δεν υπήρξε δεδηλωμένος πολιτικός φιλόσοφος, αν και οι οντολογικές του κατηγορίες διαθέτουν πολιτικές συνηχήσεις. Παρ’ όλη την εκ μέρους του απόρριψη της «πολιτικής επιστήμης» και την διαφορά του από καίριες θεματικές της (πολιτική σύνταξη, δημοσιότητα, νομιμοποίηση, κριτικό πνεύμα, αγωνιστικότητα κ.λ.π.), τούτες οι οντολογικές κατηγορίες δεν αποκλείουν μια πολιτική ανάγνωση του έργου του»(σελ.122).
Με γόνιμο και κριτικό εξετάζεται όχι μόνο ο στοχασμός του Χάιντεγκερ αλλά και όλο το εύρος της βιβλιογραφίας που δείχνει το εύρος των επιρροών του αλλά και των αντιδράσεων-θετικών και αρνητικών- που προκάλεσε.
Ο Χάιντεγκερ απέρριψε άλλους στοχαστές της γερμανικής συντηρητικής επανάστασης με φιλοσοφικά επιχειρήματα. Έτσι «οι πολιτικές υποστασιοποιήσεις τύπου Ernst Junger τίθενται υπό κριτική ως μεταφυσικές κατηγορίες, έστω και στο πλαίσιο της αναστοχασμένης φυσιοκρατίας του νιτσεϊκού μοντέλου. Ο Heidegger θα απορρίψει δηλαδή την έννοια της “Gestalt” του Junger ως νεωτερική-μεταφυσική υπόσταση, αφού αυτός επανάγεται με αυτήν στην καρτεσιανή ακρίβεια και στο ανθρώπινο υποκείμενο (πχ. τον «Εργάτη») ως ακίνητο θεμέλιο (“fundamentum inconcussum”) του Είναι)»(σελ.122). Η επίκριση που αναπτύσσει στον φιλελευθερισμό και στην τεχνική τον ο δηγεί στην απόρριψη επίσης του Κ.Σμίτ με επιχειρήματα ανάλογης θεμελίωσης.
Βέβαια «η φιλοσοφική αντίθεση του Heidegger στο ναζιστικό ρατσισμό ήταν κάθετη. Η βιομηχανική και συστηματική όψη του τον οδήγησε ακριβώς στη διάπλαση της κριτικής-καταγγελτικής έννοιας της πλαισιοθέτησης»(σελ.149). Επίσης τα περιβόητα «Μαύρα Τετράδια» του Χάντεγκερ «δεν είναι μονοσήμαντα αντισημιτικά ή φιλοναζιστικά. Ο ναζισμός απεικονίζεται συχνά ως οντική βαρβαρότητα και η εθνολαϊκιστική ιδεολογία αποδομείται, ενώ καταγγέλεται ο «μικροαστισμός» που υφέρπει στον ιστορικό εθνικοσοσιαλισμό»(σελ.161). Συγχρόνως σε αντίθεση με τον αρρωστημένο αντισλαβισμό της ναζιστικής ιδεολογίας ο Χάιντεγκερ εξυμνεί σε πολλές περιπτώσεις την Ρωσία(σελ.162). Αλλά «είναι αληθές ότι ο Heidegger γνώρισε πολιτικές περιπέτειες μετά την αποχώρησή του από το ναζιστικό κόμμα, γνώρισε πολιτικές διώξεις από ακαδημαϊκούς «συναδέλφους» του, όπως ο Ernst Krieck, την απόλυση του από το πανεπιστήμιο το 1944 και την αποστολή του για καταναγκαστική εργασία στο Ρήνο»(σελ.162).
Σύμφωνα με το συγγραφέα, σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο του έργου του και σε αυτή περιλαμβάνει και το «Είναι και Χρόνος», «το ύστερο έργο του, όμως είναι μια καταδίκη του ναζισμού, που αποκαλύπτεται ως διαστροφική αποθέωση της «humanitas”, που με την αισθητικοποίηση της πολιτικής κορυφώνει διεστραμμένα τη μοίρα της τέχνης ως εκδοχής της «τεχνικής» στη μορφή μιας ολοκληρωτικά περίκλειστης κοινότητας χωρίς περίκοσμο»(σελ.163).
Κατά παράδοξο τρόπο ο ύστερος Χάιντεγκερ συναντάται με τον ύστερο Κ.Σμίτ: « ο ύστερος Schmitt αφήνει να αναδυθούν σκέψεις που μαρτυρούν ορισμένη στωικιστική αποδέσμευση από την πολιτικο-θεολογικά σπαρασσόμενη εκκοσμίκευση. Έτσι θα συναντήσει τον ύστερο Heidegger και δη την ησυχαστική του κατάληξη με την Άφεση»(σελ.242).
Ο συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο και στον επίλογο συνοψίζει την αμφίσημη σχέση του Χάιντεγκερ με το Δίκαιο. Ίσως η απόφανση «το θετικό δίκαιο είναι λησμοσύνη» (σελ.249) περιγράφει στην πιο ολοκληρωμένη μορφή τα αδιέξοδα που κατέληξε η χαϊντεγκερινή ερμηνεία.
Η τεχνολογία, ως ανθρώπινο δημιούργημα, υπήρξε πάντοτε θεμελιώδης παράγοντας στη διαμόρφωση των πολιτικών μορφών. Από την προπολιτική χρήση εργαλείων έως την αλγοριθμική διακυβέρνηση της ψηφιακής εποχής, η τεχνολογία λειτουργεί ως μηχανισμός οργάνωσης, αποκάλυψης και μετασχηματισμού της συλλογικής ζωής. Το άρθρο εξετάζει τη μετάβαση από το προπολιτικό στο πολιτικό και τελικά στο μεταπολιτικό περιβάλλον, όπου η τεχνολογία παύει να είναι εργαλείο της πολιτικής και γίνεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο η πολιτική καθίσταται δυνατή. Στο πλαίσιο αυτό, το έργο The Mathematical Law of the Athenian Participatory Democracy του Τσιαντή αναλύεται ως κρίσιμο σημείο τομής: μια πρόταση που μπορεί να λειτουργήσει είτε ως αναγέννηση της δημοκρατικής ισότητας είτε ως επιτάχυνση της τεχνοκρατικής και αλγοριθμικής μεταπολιτικής. Η μελέτη συνδέει τη θεωρία του Τσιαντή με τις έννοιες της post-democracy, της τεχνοκρατίας και της αλγοριθμικής διακυβέρνησης, αναδεικνύοντας τις εντάσεις και τις προοπτικές που αναδύονται.
Η σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την πολιτική αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης θεωρίας. Η τεχνολογία δεν είναι απλώς εργαλείο· είναι τρόπος ύπαρξης, τρόπος αποκάλυψης του κόσμου, τρόπος οργάνωσης της συλλογικής ζωής. Από την αρχαιότητα έως σήμερα, η τεχνολογία διαμορφώνει τις δυνατότητες και τα όρια της πολιτικής πράξης. Η γραφή, η τυπογραφία, η βιομηχανική παραγωγή, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και, σήμερα, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι αλγόριθμοι, δεν αποτελούν ουδέτερα μέσα· είναι μορφές εξουσίας.
Στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογία έχει εξελιχθεί σε υποδομή πραγματικότητας. Οι αλγόριθμοι ταξινομούν, προβλέπουν και ρυθμίζουν κοινωνικές συμπεριφορές· οι ψηφιακές πλατφόρμες διαμορφώνουν τη δημόσια σφαίρα· η προσοχή και η μνήμη γίνονται αντικείμενα βιομηχανικής διαχείρισης. Η πολιτική μετατοπίζεται από τη δημόσια πράξη στη διαχείριση συστημάτων, από τη διαβούλευση στον υπολογισμό. Η δημοκρατία, ως μορφή συλλογικής αυτοκυβέρνησης, βρίσκεται σε κρίση.
Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο του Τσιαντή, The Mathematical Law of the Athenian Participatory Democracy, προτείνει μια ριζική αναδιατύπωση της δημοκρατίας: όχι ως ιστορικό θεσμό, αλλά ως μαθηματικό νόμο συμμετοχής. Η πρόταση αυτή ανοίγει ένα διπλό ενδεχόμενο. Από τη μία πλευρά, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ανανέωσης της δημοκρατικής ισότητας, προσφέροντας μια ακριβή, διαφανή και καθολική αρχή συμμετοχής. Από την άλλη, μπορεί να ενσωματωθεί σε τεχνοκρατικά και αλγοριθμικά καθεστώτα εξουσίας, μετατρέποντας τη δημοκρατία σε τεχνικό αντικείμενο και επιταχύνοντας τη μετάβαση στη μεταπολιτική εποχή.
Η μελέτη που ακολουθεί επιχειρεί να αναλύσει αυτή τη διπλή δυνατότητα. Συνδέει τη θεωρία του Τσιαντή με τρεις κρίσιμες έννοιες της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας: την post-democracy, την τεχνοκρατία και την αλγοριθμική διακυβέρνηση. Παράλληλα, εξετάζει τη φιλοσοφική διάσταση της τεχνολογίας μέσα από τους Heidegger, Arendt, Simondon και Stiegler, και αναδεικνύει τον ιστορικό μετασχηματισμό της τεχνολογίας από εργαλείο επιβίωσης σε υποδομή εξουσίας.
Το άρθρο οργανώνεται ως εξής:
Η συμβολή του Martin Heidegger στη φιλοσοφία της τεχνολογίας αποτελεί θεμέλιο για κάθε σύγχρονη ανάλυση της σχέσης τεχνολογίας και πολιτικής. Στο κλασικό του κείμενο Die Frage nach der Technik, ο Heidegger υποστηρίζει ότι η τεχνολογία δεν είναι απλώς ένα σύνολο εργαλείων, αλλά ένας τρόπος αποκάλυψης (Entbergen) του κόσμου. Η ουσία της τεχνολογίας δεν είναι τεχνική· είναι οντολογική. Η τεχνολογία αποκαλύπτει τον κόσμο ως «αποθεματικό» (Bestand), ως κάτι που μπορεί να διατεθεί, να μετρηθεί, να υπολογιστεί.
Αυτό το πλαίσιο αποκάλυψης ονομάζεται Gestell. Το Gestell δεν είναι μηχανή· είναι το σύνολο των σχέσεων μέσα από τις οποίες ο κόσμος εμφανίζεται ως κάτι που πρέπει να ελέγχεται και να διαχειρίζεται. Η τεχνολογία, επομένως, δεν είναι ουδέτερη. Διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με τον κόσμο, με τους άλλους και με τον εαυτό του.
Στο πολιτικό επίπεδο, το Gestell προετοιμάζει το έδαφος για την τεχνοκρατία και την αλγοριθμική διακυβέρνηση. Όταν ο κόσμος εμφανίζεται ως δεδομένα, η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση δεδομένων. Η δημοκρατία, που απαιτεί χώρο εμφάνισης και πράξης, κινδυνεύει να υποκατασταθεί από τεχνικές διαδικασίες βελτιστοποίησης.
Η Hannah Arendt, στο The Human Condition, διακρίνει τρεις θεμελιώδεις ανθρώπινες δραστηριότητες: εργασία (labor), κατασκευή (work) και πράξη (action). Η πολιτική ανήκει αποκλειστικά στην τρίτη κατηγορία: είναι ο χώρος όπου οι άνθρωποι εμφανίζονται ο ένας στον άλλο ως ελεύθερα και ισότιμα όντα.
Η τεχνολογία, όμως, τείνει να μετατρέπει την πολιτική σε ζήτημα εργασίας ή κατασκευής. Η πολιτική γίνεται τεχνικό πρόβλημα, όχι δημόσια πράξη. Η Arendt προειδοποιεί ότι η κυριαρχία της τεχνολογικής λογικής οδηγεί σε αποπολιτικοποίηση: η δημόσια σφαίρα συρρικνώνεται, η πράξη αντικαθίσταται από διαχείριση, και η ελευθερία υποχωρεί μπροστά στην αποτελεσματικότητα.
Στη σύγχρονη εποχή, αυτή η διάγνωση αποκτά νέα ένταση. Η ψηφιακή τεχνολογία δεν περιορίζει απλώς τον χώρο της πράξης· τον αναδιαμορφώνει. Η δημόσια σφαίρα μεταφέρεται σε πλατφόρμες που ανήκουν σε ιδιωτικές εταιρείες, η πολιτική επικοινωνία γίνεται στοχευμένη και αλγοριθμικά φιλτραρισμένη, και η συμμετοχή μετατρέπεται σε κατανάλωση περιεχομένου.
Ο Gilbert Simondon προσφέρει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Στο Du mode d’existence des objets techniques, υποστηρίζει ότι τα τεχνικά αντικείμενα δεν είναι στατικά εργαλεία, αλλά οντογόνες διαδικασίες. Έχουν δική τους ιστορία, δική τους λογική εξέλιξης, δική τους «ατομικοποίηση».
Η κοινωνία, όμως, συχνά αποτυγχάνει να κατανοήσει αυτή τη λογική. Η κρίση της τεχνολογίας δεν προκύπτει από την τεχνολογία καθαυτή, αλλά από την ασυμβατότητα ανάμεσα στην τεχνική εξέλιξη και τις κοινωνικές δομές. Η πολιτική, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να κατανοήσει τη λογική των τεχνικών συστημάτων.
Στο πλαίσιο της αλγοριθμικής διακυβέρνησης, η σκέψη του Simondon γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρη. Τα αλγοριθμικά συστήματα δεν είναι εργαλεία· είναι τεχνικά άτομα που εξελίσσονται, αλληλεπιδρούν και αποκτούν συστημική αυτονομία. Η πολιτική που δεν κατανοεί αυτή τη διαδικασία κινδυνεύει να καταστεί αναποτελεσματική ή να υποταχθεί στα τεχνικά συστήματα.
Ο Bernard Stiegler, στο μνημειώδες έργο του Technics and Time, υποστηρίζει ότι η τεχνολογία είναι φαρμακόν: ταυτόχρονα φάρμακο και δηλητήριο. Η τεχνολογία αποτελεί εξωτερικευμένη μνήμη (hypomnesis), η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να υπερβεί τα όρια της βιολογικής μνήμης. Αλλά η ίδια τεχνολογία μπορεί να γίνει εργαλείο χειραγώγησης, ελέγχου και αποδυνάμωσης της προσοχής.
Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, η διάγνωση του Stiegler είναι καθοριστική. Η βιομηχανία της προσοχής, που βασίζεται στη συλλογή και ανάλυση δεδομένων συμπεριφοράς, διαμορφώνει την επιθυμία, τη μνήμη και την υποκειμενικότητα. Η πολιτική συμμετοχή δεν είναι πλέον ζήτημα βούλησης· είναι ζήτημα διαχείρισης της προσοχής.
Η αλγοριθμική διακυβέρνηση, επομένως, δεν είναι απλώς τεχνικό σύστημα· είναι ψυχοτεχνικό σύστημα που διαμορφώνει την ίδια την ικανότητα του ανθρώπου να συμμετέχει στη δημοκρατία.
Η τυπογραφία:
Η τεχνολογία γίνεται:
Η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση τεχνικών συστημάτων.
Η σύγχρονη τεχνολογία:
Η τεχνολογία γίνεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχει η πολιτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή αποκτά νέα σημασία.
4.1. Ορισμός και ιστορική προέλευση της έννοιας
Στην post‑democracy:
αλλά η πραγματική εξουσία μετατοπίζεται σε:
Η δημοκρατία δεν καταργείται· αδειάζει από περιεχόμενο.
Η μαζική δημοκρατία του 20ού αιώνα βασιζόταν σε:
Τα κόμματα παύουν να είναι οργανώσεις πολιτών και γίνονται:
Η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται σε:
Η δημοκρατία γίνεται επικοινωνιακό προϊόν.
Η τεχνολογία δεν είναι απλώς παράγοντας της post‑democracy· είναι ο επιταχυντής της.
Η δημόσια σφαίρα μεταφέρεται σε πλατφόρμες όπως:
Αυτές οι πλατφόρμες:
Η πολιτική συζήτηση γίνεται εμπορεύσιμο περιεχόμενο.
Οι αλγόριθμοι:
Η πολιτική συμμετοχή γίνεται παθητική κατανάλωση.
Η πολιτική επικοινωνία γίνεται:
Η συλλογική πολιτική ταυτότητα διαλύεται.
Η post‑democracy δεν είναι απλώς κρίση της δημοκρατίας· είναι μετασχηματισμός της πολιτικής.
Η πολιτική μετατρέπεται σε:
Η Arendt θα έλεγε ότι η πράξη αντικαθίσταται από την εργασία.³
Η εξουσία μετατοπίζεται σε:
Αυτοί οι φορείς δεν λογοδοτούν δημοκρατικά.
Η πολιτική γίνεται:
Η συμμετοχή γίνεται παρακολούθηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή μπορεί να λειτουργήσει:
Αυτό θα αναλυθεί στα Κεφάλαια 7 και 8.
5.1. Η έννοια της τεχνοκρατίας: ιστορική και θεωρητική θεμελίωση
Ο όρος «τεχνοκρατία» περιγράφει ένα καθεστώς όπου:
Η τεχνοκρατία δεν καταργεί τη δημοκρατία· την αποπολιτικοποιεί.
Η τεχνοκρατία είναι η πολιτική έκφραση αυτής της γραφειοκρατικής λογικής.
Η τεχνοκρατία είναι η πολιτική χωρίς πολιτική.
Η τεχνοκρατία δεν είναι απλώς μια μέθοδος διακυβέρνησης· είναι μορφή εξουσίας.
Οι τεχνοκράτες:
Η εξουσία τους βασίζεται στη γνώση, όχι στη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Η τεχνοκρατία παρουσιάζει τις αποφάσεις ως:
Αυτό αποκρύπτει ότι κάθε πολιτική απόφαση ενσωματώνει αξίες, συγκρούσεις και επιλογές.
Η τεχνοκρατία μετατρέπει:
Η δημοκρατία απαιτεί σύγκρουση· η τεχνοκρατία την εξουδετερώνει.
Η ΕΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τεχνοκρατικής διακυβέρνησης:
Η κρίση του ευρώ ανέδειξε την τεχνοκρατική λογική της ΕΚΤ και της Κομισιόν.
Οργανισμοί όπως:
λειτουργούν με τεχνοκρατικά κριτήρια, συχνά υπεράνω δημοκρατικού ελέγχου.
Η τεχνοκρατία προετοιμάζει το έδαφος για την αλγοριθμική διακυβέρνηση:
Η τεχνοκρατία είναι η μεταβατική μορφή ανάμεσα στην post‑democracy και την αλγοριθμική διακυβέρνηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή μπορεί να λειτουργήσει:
Αυτό θα αναλυθεί στα Κεφάλαια 7 και 8.
6.1. Εισαγωγή: από την τεχνοκρατία στην αλγοριθμική εξουσία
Στην αλγοριθμική διακυβέρνηση:
Η αλγοριθμική διακυβέρνηση δεν είναι απλώς τεχνολογία· είναι νέα μορφή κυριαρχίας.
Η αλγοριθμική διακυβέρνηση προκύπτει από τρεις παράλληλες εξελίξεις:
Η καθημερινότητα παράγει τεράστιους όγκους δεδομένων:
Η κοινωνία γίνεται δεδομενοποιημένη.
Οι πλατφόρμες (Google, Meta, Amazon, TikTok) λειτουργούν ως:
Η εξουσία μετατοπίζεται από το κράτος στις πλατφόρμες.
Οι αλγόριθμοι:
Η πολιτική γίνεται προβλεπτική.
Αυτά τα δεδομένα χρησιμοποιούνται για:
Η πολιτική συμμετοχή γίνεται προϊόν προσοχής.
Οι αλγόριθμοι χρησιμοποιούνται για:
Σε πολλές χώρες, αλγόριθμοι αποφασίζουν:
Στην αλγοριθμική εποχή, το Gestell γίνεται ψηφιακό:
Η τεχνολογία δεν αποκαλύπτει τον κόσμο· τον ανακατασκευάζει.
Η Arendt θα έλεγε ότι η αλγοριθμική διακυβέρνηση:
Η ελευθερία υποχωρεί μπροστά στην αποτελεσματικότητα.
Οι αλγόριθμοι είναι τεχνικά άτομα που:
Η κοινωνία δεν κατανοεί τη λογική τους.
Η αλγοριθμική διακυβέρνηση:
Η δημοκρατία απαιτεί προσοχή· η αλγοριθμική οικονομία την εξαντλεί.
Η αλγοριθμική διακυβέρνηση δεν είναι απλώς τεχνολογία· είναι νέα μορφή πολιτικής.
Η πολιτική μετατρέπεται σε:
Η εξουσία ενσωματώνεται σε:
Η εξουσία γίνεται αόρατη.
Η δημοκρατική συμμετοχή:
Η θεωρία του Τσιαντή μπορεί να λειτουργήσει:
Η διπλή αυτή δυνατότητα θα αναλυθεί στο Κεφάλαιο 7.
7.1. Εισαγωγή: γιατί ο Τσιαντής είναι κρίσιμος σήμερα
Τη βλέπει ως μαθηματική δομή, ως νόμο συμμετοχής, ως ακριβή αρχή κατανομής πολιτικής ισχύος.
Αυτή η προσέγγιση είναι εξαιρετικά επίκαιρη σε μια εποχή:
Η μαθηματική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει είτε ως αντίδοτο είτε ως επιτάχυνση αυτών των φαινομένων.
Ο μαθηματικός νόμος του Τσιαντή επιχειρεί να:
Η Αθηναϊκή δημοκρατία βασιζόταν σε τρεις αρχές:
Ο Τσιαντής επιχειρεί να μετατρέψει αυτές τις αρχές σε μαθηματικό σύστημα.
Η Αθηναϊκή δημοκρατία χρησιμοποιούσε τεχνολογίες:
Η post‑democracy χαρακτηρίζεται από:
Η μαθηματική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο:
Ο μαθηματικός νόμος εξασφαλίζει ότι:
Η μαθηματική δομή είναι:
Σε αντίθεση με τις αδιαφανείς διαδικασίες της post‑democracy.
Η δημοκρατία γίνεται ξανά συλλογική, όχι εξατομικευμένη.
Ωστόσο, η μαθηματική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει και ως τεχνοκρατική επιτάχυνση.
Αν η δημοκρατία είναι μαθηματικός νόμος, τότε:
Η κατανόηση του νόμου απαιτεί:
Αυτό μπορεί να ενισχύσει την εξουσία των ειδικών.
Η σύγκρουση μπορεί να θεωρηθεί «θόρυβος» στο σύστημα.
Η πιο ριζική δυνατότητα είναι η ενσωμάτωση του μαθηματικού νόμου σε αλγοριθμικά συστήματα.
Ο μαθηματικός νόμος μπορεί να γίνει:
Η ισότητα μπορεί να εφαρμοστεί αυτόματα.
Ο νόμος μπορεί να γίνει:
Αν ο νόμος ενσωματωθεί σε:
τότε η μαθηματική δημοκρατία μπορεί να γίνει εργαλείο αλγοριθμικής εξουσίας.
Η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή έχει διπλή φύση:
Αυτή η διπλή δυνατότητα είναι το κλειδί για την κατανόηση της συμβολής του Τσιαντή.
8.1. Εισαγωγή: η ανάγκη μιας ενιαίας θεωρίας
Στα προηγούμενα κεφάλαια εξετάσαμε:
Η τεχνολογία δεν είναι εξωτερική στην πολιτική· είναι η μήτρα μέσα από την οποία γεννιούνται οι πολιτικές μορφές.
Η Αθηναϊκή δημοκρατία στηρίχθηκε σε:
Η δημοκρατία ήταν τεχνικά υλοποιημένη.
Το Βυζάντιο ανέπτυξε:
Η πολιτική ήταν διοικητικά και τεχνικά θεμελιωμένη.
Η νεωτερική δημοκρατία στηρίχθηκε σε:
Η πολιτική ήταν μαζικά οργανωμένη.
Η σύγχρονη πολιτική στηρίζεται σε:
Η πολιτική είναι υπολογιστικά οργανωμένη.
Η post‑democracy, η τεχνοκρατία και η αλγοριθμική διακυβέρνηση δεν είναι ξεχωριστά φαινόμενα· είναι διαδοχικά στάδια μιας ενιαίας διαδικασίας.
Η δημοκρατία χάνει το περιεχόμενό της, αλλά διατηρεί τη μορφή της.
Η πολιτική μετατρέπεται σε τεχνική διαχείριση.
Η πολιτική αυτοματοποιείται και ενσωματώνεται σε υποδομές λογισμικού.
Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε μια μεταπολιτική συνθήκη, όπου:
Η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου τέμνονται:
Ο Τσιαντής:
Η μαθηματική δημοκρατία:
Η μαθηματική δημοκρατία μπορεί να γίνει:
Ο μαθηματικός νόμος μπορεί να ενσωματωθεί σε:
Αυτό μπορεί να οδηγήσει είτε σε:
Η τεχνολογία μπορεί να:
Η τεχνολογία μπορεί να:
Η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες.
Η εποχή μας απαιτεί μια νέα θεωρία που να συνδυάζει:
Μια θεωρία που να μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα:
Πώς μπορεί η δημοκρατία να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου η εξουσία ενσωματώνεται σε αλγοριθμικά συστήματα;
Η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή δεν είναι απλώς πρόταση· είναι πρόσκληση για μια νέα πολιτική σκέψη.
Από τις κληρωτίδες της Αθήνας έως τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, από το υγρό πυρ του Βυζαντίου έως την τυπογραφία και τη βιομηχανική παραγωγή, η τεχνολογία λειτουργούσε ως μήτρα πολιτικών μορφών.
Η post‑democracy, η τεχνοκρατία και η αλγοριθμική διακυβέρνηση αποτελούν τρεις όψεις της σύγχρονης κρίσης της δημοκρατίας.
Αυτή η πρόταση έχει τρεις διαστάσεις:
Ο Τσιαντής δείχνει ότι η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν τεχνικά υλοποιημένη και ότι οι αρχές της μπορούν να αποτυπωθούν μαθηματικά.
Ο μαθηματικός νόμος:
Ο νόμος μπορεί να λειτουργήσει:
Αλλά μπορεί επίσης να ενσωματωθεί σε συστήματα εξουσίας και να γίνει εργαλείο αλγοριθμικής κυριαρχίας.
Η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή έχει διπλή φύση:
Το άρθρο καταλήγει στην ανάγκη μιας νέας θεωρίας που να συνδυάζει:
Μια θεωρία που να μπορεί να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα:
Πώς μπορεί η δημοκρατία να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου η εξουσία ενσωματώνεται σε τεχνικά και αλγοριθμικά συστήματα;
Το μέλλον της δημοκρατίας θα εξαρτηθεί από το αν:
Η μαθηματική δημοκρατία του Τσιαντή μας καλεί να ξανασκεφτούμε τη δημοκρατία όχι ως παρελθόν, αλλά ως υπολογίσιμη, ανασχεδιάσιμη και διαφανή αρχή του μέλλοντος.
Arendt, Hannah. The Human Condition. Chicago: University of Chicago Press, 1958.
Brown, Wendy. Undoing the Demos: Neoliberalism’s Stealth Revolution. New York: Zone Books, 2015.
Castells, Manuel. The Rise of the Network Society. Oxford: Blackwell, 1996.
Crouch, Colin. Post-Democracy. Cambridge: Polity Press, 2004.
Fischer, Frank. Technocracy and the Politics of Expertise. Newbury Park: Sage, 1990.
Habermas, Jürgen. The Theory of Communicative Action, Vol. 2: Lifeworld and System. Boston: Beacon Press, 1987.
Hansen, Mogens Herman. The Athenian Democracy in the Age of Demosthenes. Norman: University of Oklahoma Press, 1991.
Heidegger, Martin. The Question Concerning Technology and Other Essays. Translated by William Lovitt. New York: Harper & Row, 1977.
Manin, Bernard. The Principles of Representative Government. Cambridge: Cambridge University Press, 1997.
Pasquale, Frank. The Black Box Society: The Secret Algorithms That Control Money and Information. Cambridge: Harvard University Press, 2015.
Simondon, Gilbert. Du mode d’existence des objets techniques. Paris: Aubier, 1958.
Stiegler, Bernard. Technics and Time, 1: The Fault of Epimetheus. Translated by Richard Beardsworth and George Collins. Stanford: Stanford University Press, 1998.
Tsiantis, A. The Mathematical Law of the Athenian Participatory Democracy. (Στοιχεία έκδοσης υπό συμπλήρωση από τον χρήστη.)
Weber, Max. Economy and Society. Berkeley: University of California Press, 1978.
Zuboff, Shoshana. The Age of Surveillance Capitalism. New York: PublicAffairs, 2019.
Floridi, Luciano. “Soft Ethics and the Governance of the Digital.” Philosophy & Technology 31, no. 1 (2018): 1–8.
Manovich, Lev. “The Algorithms of Our Lives.” The Chronicle of Higher Education, 2013.
O’Neil, Cathy. Weapons of Math Destruction: How Big Data Increases Inequality and Threatens Democracy. New York: Crown, 2016.
Winner, Langdon. “Do Artifacts Have Politics?” Daedalus 109, no. 1 (1980): 121–136.
Forbes, R. J. Studies in Ancient Technology. Leiden: Brill, 1955–1964.
Gimpel, Jean. The Medieval Machine: The Industrial Revolution of the Middle Ages. New York: Penguin, 1976.
Haldon, John. Warfare, State and Society in the Byzantine World, 565–1204. London: UCL Press, 1999.
Kotsanas, Kostas. Ancient Greek Technology. Athens: Kotsanas Museum Publications, 2018.
Papadopoulos, John K. “The Early History of the Athenian Silver Mines.” Hesperia 70, no. 3 (2001): 373–416.
Wright, M. T. “The Antikythera Mechanism Reconsidered.” Interdisciplinary Science Reviews 32, no. 1 (2007): 27–43.
Beer, David. The Data Gaze: Capitalism, Power and Perception. London: Sage, 2018.
Galloway, Alexander. Protocol: How Control Exists After Decentralization. Cambridge: MIT Press, 2004.
Kitchin, Rob. The Data Revolution: Big Data, Open Data, Data Infrastructures and Their Consequences. London: Sage, 2014.
Morozov, Evgeny. To Save Everything, Click Here. New York: PublicAffairs, 2013.
Pasquale, Frank. “A Rule of Persons, Not Machines: The Limits of Legal Automation.” George Washington Law Review 87 (2019): 1–55.
Benkler, Yochai. The Wealth of Networks. New Haven: Yale University Press, 2006.
Latour, Bruno. We Have Never Been Modern. Cambridge: Harvard University Press, 1993.
Turkle, Sherry. Alone Together: Why We Expect More from Technology and Less from Each Other. New York: Basic Books, 2011.
Η εργασία εξετάζει τη σχέση τεχνολογίας και δημοκρατίας μέσα από μια ιστορική και θεωρητική διαδρομή που εκτείνεται από την Αθηναϊκή δημοκρατία έως την ψηφιακή εποχή. Υποστηρίζεται ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί εξωτερικό παράγοντα της πολιτικής, αλλά θεμελιώδη μήτρα διαμόρφωσης πολιτικών μορφών. Στην αρχαία Ελλάδα, τεχνολογίες όπως οι κληρωτίδες, οι κλεψύδρες, τα μεταλλεία του Λαυρίου και οι μηχανισμοί του Ήρωνα συγκρότησαν ένα τεχνικά υλοποιημένο δημοκρατικό σύστημα. Το Βυζάντιο συνέχισε αυτή την παράδοση μέσω διοικητικών, στρατιωτικών και γνωσιακών τεχνολογιών, διασώζοντας και μεταφέροντας την ελληνική επιστημονική κληρονομιά στη νεωτερικότητα. Στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογία μετατρέπεται σε υποδομή πραγματικότητας, οδηγώντας σε φαινόμενα post‑democracy, τεχνοκρατίας και αλγοριθμικής διακυβέρνησης, όπου η πολιτική τείνει να αυτοματοποιηθεί και να αποπολιτικοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, το έργο του Τσιαντή, The Mathematical Law of the Athenian Participatory Democracy, προτείνει μια μαθηματική θεμελίωση της δημοκρατικής συμμετοχής. Η πρόταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει είτε ως αντίδοτο στην κρίση της δημοκρατίας, επαναφέροντας την ισότητα και τη διαφάνεια, είτε ως τεχνική επιτάχυνση της μεταπολιτικής, εφόσον ενσωματωθεί σε αλγοριθμικά συστήματα. Η μελέτη καταλήγει στην ανάγκη μιας νέας πολιτικής θεωρίας που να συνδυάζει ιστορική εμπειρία, φιλοσοφία της τεχνολογίας και μαθηματική ακρίβεια.
This paper explores the relationship between technology and democracy through a historical and theoretical trajectory extending from Athenian participatory institutions to contemporary algorithmic governance. It argues that technology is not an external tool of politics but a constitutive matrix shaping political forms. In classical Athens, technologies such as allotment devices, water clocks, the Laurion mining complex, and Hellenistic mechanical innovations produced a technically implemented democratic system. Byzantium continued this tradition through administrative, military, and knowledge‑preservation technologies, safeguarding and transmitting the Greek scientific corpus to modernity. In the digital era, technology becomes an infrastructure of reality, enabling phenomena such as post‑democracy, technocracy, and algorithmic governance, where political decision‑making tends toward automation and depoliticization. Within this context, Tsiantis’s Mathematical Law of the Athenian Participatory Democracy offers a mathematical foundation for democratic equality and participation. This framework can function either as a corrective to democratic erosion—restoring transparency and equal political weight—or as a technical acceleration of post‑political tendencies if embedded within opaque algorithmic systems. The paper concludes by proposing the need for a new political theory capable of integrating historical insight, philosophy of technology, and mathematical formalization to address the challenges of democracy in the algorithmic age.